Στο Βυζάντιο είχε αναπτυχθεί μια θεολογία (μια πολιτική θεολογία) σχετική με τον βυζαντινό αυτοκράτορα. Δεν ήταν απλά ένα πρόσωπο της πολιτικής εξουσίας. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΗΤΑΝ ΕΝΤΑΓΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ.
«Ο βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν ο μοναδικός θεοπρόβλητος βασιλιάς ολοκλήρου του χριστιανικού κόσμου και είχε ως αποστολή όχι μόνο να τον κυβερνήσει σύμφωνα με τον θείο νόμο, αλλά και να επιτύχει τη διάδοση της χριστιανικής πίστεως και στους μη χριστιανούς» (Βλασίου Φειδά, καθηγητού πανεπιστημίου Αθηνών, Βυζάντιο, Δ έκδοση, Αθήναι 1997, σελ. 155). Το αν ο εκάστοτε αυτοκράτορας επετύγχανε ή όχι σε αυτήν την αποστολή του είναι θέμα που αφορούσε το συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι τον θεσμό του αυτοκράτορα.
«Η πολιτική θεολογία της Εκκλησίας για τον αυτοκράτορα και την αυτοκρατορική εξουσία αποτελούσε το σταθερό “είναι” στο μεταβαλλόμενο ιστορικό “γίγνεσθαι” της αυτοκρατορίας και δεν επηρεαζόταν από τις περιστατικές αυθαιρεσίες των φορέων της βασιλικής εξουσίας ή από τις ιστορικές κρίσεις της αυτοκρατορίας» (Βυζάντιο, σελ. 153).
«Η Εκκλησία και ο λαός είχαν το κυριαρχικό δικαίωμα να ασκούν έλεγχο στον τρόπο ασκήσεως της βασιλικής εξουσίας» (Βυζάντιο, σελ. 155). Δηλαδή ασκούσαν έλεγχο στον φορέα – το συγκεκριμένο πρόσωπο – της βασιλικής εξουσίας (όχι στον θεσμό της βασιλικής εξουσίας).
Αυτήν την πολιτική θεολογία ακολούθησαν οι πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης, ακόμη και ο Μέγας Φώτιος: «Ο ίδιος ο πατριάρχης Φώτιος… προβάλλει με απόλυτο τρόπο την πολιτική θεολογία της Εκκλησίας όχι μόνο για την οικουμενική πολιτική εξουσία του βυζαντινού αυτοκράτορα, αλλά και για τις ευρύτατες αρμοδιότητές του στη ρύθμιση εκκλησιαστικών πραγμάτων» (Βυζάντιο, σελ. 152).
Ο Πατριάρχης Αντώνιος έγραφε το 1395: «Ουδέν ουν ένι καλόν, υιέ μου [απευθύνεται στον ηγεμόνα της Ρωσίας], ίνα λέγης ότι Εκκλησίαν έχομεν, ουχί Βασιλέα. Ουκ ένι δυνατόν εις τους Χριστιανούς Εκκλησίαν έχειν και Βασιλέα ουκ έχειν» (Βυζάντιο, σελ. 153). Λέει ότι δεν είναι δυνατόν οι Χριστιανοί να έχουν μεν Εκκλησία, αλλά να μην έχουν ΒΑΣΙΛΙΑ! (Οι διάφοροι χριστιανοί ηγεμόνες θεωρούνταν υποδεέστεροι έναντι του βυζαντινού αυτοκράτορα, του οποίου τη θέση κανείς δεν μπορούσε να διεκδικήσει).
Αυτή η πολιτική θεολογία της Εκκλησίας διαψεύστηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453. ΗΤΑΝ ΑΡΑΓΕ ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑ, ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΑΡΑΣΥΡΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ, Ή ΕΙΧΕ (ΕΧΕΙ) ΚΑΠΟΙΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ;
Αν μείνουμε στην κατά γράμμα ερμηνεία, η υπόθεση έχει λήξει. Ήταν μια προσωρινή αντίληψη της εποχής (έστω κι αν διήρκησε αιώνες). Η κατά πνεύμα ερμηνεία διακρίνει κάτι βαθύτερο, κάτι προφητικό: Αυτό που κανένας βυζαντινός αυτοκράτορας δεν πέτυχε (στην πληρότητά του – διότι κάτι πέτυχαν κι αυτοί, όπως τον εκχριστιανισμό των Σλάβων), ούτε και ήταν προορισμένος να πετύχει, δηλαδή τον ΠΛΗΡΗ ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ, αυτό δεν χάθηκε ως στόχος, αλλά ΑΝΑΒΛΗΘΗΚΕ (εξαιτίας των αμαρτιών των Βυζαντινών). ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ ΑΥΤΟ ΘΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (ξέρουμε ποιός) ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΧΡΟΝΟ. Ένας μελλοντικός βυζαντινός αυτοκράτορας, σε ένα μελλοντικό Βυζάντιο. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Απλώς το θέμα μπήκε σε κατάσταση αναμονής (ή αδρανοποίησης). Ακολούθησε την πορεία του Χριστού στον Σταυρό, όπου έμοιασε να εξανεμίζονται όλες οι προσδοκίες. Δεν έχει σημασία ο χρόνος (τρεις μόνον ημέρες ή πολλοί αιώνες).








