ΑΝΤΩΝΗ…
Ένα εισιτήριο στα
πέλαγα η ζωή σου,
τόσο της άξιζε
στων φαύλων το μυαλό,
ένα αποκύημα του κόσμου
ιλαρό,η ύπαρξή σου.
Και η δόλια μάνα
καρτερούσε στωικά
σ’ένα λιμάνι,
σ’έναν ντόκο
σε μια άκρη,
ώσπου αφρισμένη
η καρτερία έγινε δάκρυ
που σου αγκάλιασε
το σώμα στοργικά.
Κι έγινε σάβανο
το δάκρυ το αφρισμένο
μη σου σκυλέψουνε
το άδειο σου κορμί,
αυτό που δίχως
ενοχές και αφορμή
βορά το ρίξανε
στης μοίρας το γραμμένο.
Βλέπεις οι άνθρωποι
είναι απάνθωποι Αντώνη,
και ήταν για εκείνους
η ανάσα σου απεχθής…
Κι έμεινε η μάνα σου
τα πέλαγα θωρώντας,
να περιμένει στο λιμάνι
για να’ρθείς…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΣ




