“Οὐκ ἂν εἴη ἀτείχιστος πόλις ἅτις ἄνδρεσσι, καὶ οὐ πλίνθοις ἐστεφάνωται” (Λυκούργος) (Πλούταρχος: Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος – Νουμάς Πομπίλιος)
(Δεν μπορεί να θεωρείται απροστάτευτη μια πόλη που είναι στεφανωμένη – προστατευμένη – από άνδρες και όχι από πλίνθους)
Έφυγαν οι λεγόμενοι “θεσμοί”…
Ο “θ-εσμός” είναι λέξη που αποτελείται από ένα σύμφωνο, σύμβολο της συμφωνομανίας ως γενετήσιας διαστροφής της υποταγής και τη λέξη “εσμός” (συρφετός), εξ’ ου και ίζημα και καθίζημα, κοινώς κατακάθι.
Αν υπήρχε σήμερα στη χώρα μας έστω και ένας απόγονος του Κολοκοτρώνη, έστω και ένας Έλληνας, που η συνείδησή του δεν θα ήταν μπασταρδεμένη από τη χρηματοπιστωτική Κίρκη της Ευρώπης, θα ήξερε πως θα μπορούσε να μην επιτρέψει να πατήσει ξανά το πόδι στον τόπο μας αυτό το σιχαμερό μικτό δολοφονικό απόσπασμα του διεθνούς φασισμού, που θεσμοποιήθηκε από την Αριστερά του χαβιαριού και θεοποιήθηκε από τη Δεξιά του σχοινιού και του παλουκιού, που πηγαινοέρχεται ανενόχλητο και δολοφονεί την ιστορία μας, τη συνείδησή μας, την αξιοπρέπειά μας και τη ζωή μας χωρίς καμία αντίσταση.
Στο μνήμα αυτού του Έλληνα θα άξιζε η Ομηρική επιγραφή:
“ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται”
(ξοπίσω δε γυρνώ, μα αθάνατο θα μείνει τ᾿ όνομά μου) (Ιλιάδα Ι, 413, μετάφραση Ν. Καζαντζάκη και Ι. Κακριδή).
Δ.Α






