ΑΝΤΙ-ΜΕΤΑΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΣΧΟΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(Δεύτερη πράξη του δράματος: Η απάτη της καθαρής εξόδου και η συνέχιση των «μεταρρυθμίσεων»)
Α/Α ΣΧΟΛΙΟΥ: 4
29/08/2018
__________________
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
(Η ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΤΗΛΕΔΙΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ)
«Ce que je cherche avant tout, c’est la grandeur: ce qui est grand est toujours beau» (Napoléon Bonaparte)
(Αυτό που αναζητώ πριν απ’ όλα, είναι το μεγαλείο: αυτό που είναι μεγάλο είναι πάντα ωραίο)
Η επιστροφή του Οδυσσέα.
Όχι, δεν αναφέρομαι στην ιστορική όπερα του 1640 «Il ritorno d’Ulisse in patria» («Η επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα») του Claudio Monteverdi, ούτε στο περίφημο συμφωνικό έργο τρεις αιώνες μετά, του 1942, «Η επιστροφή του Οδυσσέα» του Νίκου Σκαλκώτα, αλλά στην kitsch, γερμανιστί, σαπουνόπερα του διαγγέλματος του πρωθυπουργού από την Ιθάκη, που μόνο η κομματικά διατεταγμένη, δίκην ατμοκίνητου σιδηροδρόμου ή παρωπιδοφόρου καλπάζοντος αλόγου του κυβερνητικού ιπποδρόμου, φαντασία της opera buffa (κωμική όπερα) της ΕΡΤ θα μπορούσε εορταστικώς εξάροντας να προσφέρει ως φτηνών συμβολισμών θέαμα.
Εξάλλου, η σαπουνόπερα ως υπερατλαντικό πνευματικό ανοησιούργημα χαρακτηρίστηκε έτσι λόγω της πρωτογενούς χρηματοδότησής της στις ΗΠΑ από εταιρίες απορρυπαντικών (πχ σαπούνι, εξ ου και σαπουνόπερα) και αυτή της Ιθάκης εμπεριείχε το αποτέλεσμα της χρήσης του σαπουνιού στον ευτελή συμβολισμό της, την καθαρή, δήθεν, έξοδο από τα μνημόνια.
Καθαρή έξοδος πλυμένη με μοσχοσάπουνο, αρωματισμένο με την πτωμαΐνη των κρεματορίων της χρηματοπιστωτικής βίας.
Βέβαια, σήμερα, δεν έχω σκοπό να ασχοληθώ με την αισθητική και καλλιτεχνική, που είναι, εξάλλου, αντικείμενο των προσφιλών στον κυβερνητικό στρατηγικό σχεδιασμό μεσημεριάτικων τηλεοπτικών εκπομπών, αλλά την ψυχοπαθολογική διάσταση του θεάματος.
Η αλήθεια είναι ότι μέρες τώρα, από την ημέρα του διαγγέλματος, ψάχνω στη διεθνή βιβλιογραφία για τον Οδυσσέα ως σύμβολο παραληρηματικής παράνοιας μεγαλείου, αλλά συχνά βρίσκομαι, αν εξαιρέσουμε τον Θεό, μπροστά στον Μέγα Ναπολέοντα, που αποτελεί την πιο δημοφιλή ταύτιση στην παρανοϊκή ψύχωση.
Ίσως, γιατί ο Οδυσσέας συνιστά μια σύνθετη περίπτωση, στην οποία η ιδέα μεγαλείου ως προβολή της ισχύος αμβλύνεται και επικαλύπτεται από τα τραύματα της γενετήσιας ορμής και την ιδέα της εκδίκησης, που προκαλούν σ’ αυτόν οι μνηστήρες της Πηνελόπης.
Ίσως, ακόμα, γιατί ο Οδυσσέας έχει μια μυθολογική, ενώ ο Ναπολέοντας μια, αποκλειστικώς, ιστορική υπόσταση και το ιστορικό παραλήρημα είναι περισσότερο αποδεκτό από το μυθολογικό, ενώ όταν πρόκειται για πολιτικό παραλήρημα είναι λογικό να κρύβεται στη μυθολογία, αφού η πολιτική έχει η ίδια κατά βάση μυθολογική υπόσταση.
Ή μήπως η πολιτική ορμή δεν είναι ένας κοινωνικά αποδεκτός μηχανισμός υπεραναπλήρωσης της γενετήσιας ορμής, στην οποία το αντικείμενο του πόθου, απλά, θεσμοποιείται;
Δεν θα πρέπει, όμως, να παραλείψουμε και το ενδεχόμενο της τραγικής διάστασης της συντριβής του Ναπολέοντα, που προσελκύει την κατά βάθος καταθλιπτική υπόσταση των ψυχώσεων, στο έλεος και το φόβο της οποίας τραγικής διάστασης η παράνοια βρίσκει την κάθαρση, σύμφωνα με την Αριστοτελική ψυχοδυναμική της τραγωδίας:
«… δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Ακόμα, υπάρχει και η προσέγγιση του στρουκτουραλιστή ανθρωπολόγου Claude Lévi-Strauss, που αποδίδει κατά ένα μέρος το μεγαλείο στο προνόμιο να σκέφτεται κάποιος με τον τρόπο των μύθων «Grandeur tient pour une part à un don qu’il possède au plus haut point: celui de penser à la façon des mythes» (Claude Lévi-Strauss), πολύ περισσότερο όταν η σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας μας είναι, ουσιαστικά, μια παράμετρος της μυθολογίας.
Το μεγαλείο είναι ένα φετιχιστικό σύμβολο αυτοκαταξίωσης, ενώ η εκδίκηση, όπως αυτή πχ των μνηστήρων στην περίπτωση του Οδυσσέα, αλλά και των παραληρηματικών προβολών του, προϋποθέτει και την ετεροκαταξίωση μέσω της συντριβής των αντιπάλων, επίδοξων εραστών της Πηνελόπης ή της εξουσίας, που και στις δύο περιπτώσεις είναι γένους θηλυκού, για την πραγματική και συμβολική ταύτιση και ανάδειξη του αντικειμένου του πόθου.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια απλή ιδέα θριάμβου, ενώ στη δεύτερη μια σύνθετη ιδέα εκδίκησης και θριάμβου.
Η ιδέα μεγαλείου του Ναπολέοντα, που με την αρχηγικού πολιτικού τύπου λαοφιλία της καταφέρνει να γεμίζει τα ψυχιατρεία, με απασχόλησε συχνά, οδηγώντας στις πολυάριθμες διαδρομές μου στον αυτοκινητόδρομο Παρίσι – Βρυξέλλες, όταν, ταξιδεύοντας στον δενδρόφυτο δρόμο με κατεύθυνση προς τα νότια και ανατολικά προάστια των Βρυξελλών (Hulpe, Genval, Rixenstart, Woluwe Saint Pierre, κλπ), περνούσα από το Waterloo και έμπαινα στον πειρασμό με μια επίσκεψή μου σ’ αυτό να ανανεώσω την αυτοπεποίθησή μου ή να επιβεβαιώσω την απογοήτευσή μου.
Μάλιστα, κάποια φορά, σκέφτηκα να αγοράσω και σπίτι στο Waterloo και προβληματίστηκα, αν η σκέψη μου αυτή ήταν το καθαρό αποτέλεσμα μιας ορθολογικής οικονομικής εκτίμησης του χαμηλού κόστους ή η προβολή ενός υποσυνείδητου παραληρήματος μεγαλείου για να ταυτιστώ με τη δόξα ή τη συντριβή του Ναπολέοντα.
Τελικά, επειδή οι μηχανισμοί της αναστολής και της άμυνας ήταν υπέρτεροι των μηχανισμών της επιθυμίας, οδήγησαν τον ιδιοκτησιακό μου φετιχισμό σε ανατολικό προάστιο των Βρυξελλών, όπου είχα την ευκολία να βαδίζω στον παράδεισο της πανέμορφης λεωφόρου του τραγουδιού των πουλιών («L’avenue du chant d’oiseau») και του ομώνυμου τετραγώνου, που οι δρόμοι του έχουν ονόματα διαφόρων πουλιών (cormorans, albatros, merles, goélands, alouettes, chardonnerets, éperviers κλπ), που μου θύμιζαν ο κάθε δρόμος όλο και κάποιο μέρος και όλοι μαζί το σύνολο του έργου «Κατάλογος των πουλιών» («Catalogue d’oiseaux») του αείμνηστου maître της μουσικής πρωτοπορίας, Olivier Messiaen.
Ήταν, τότε, οι μέρες που η ομορφιά είχε αξία και για μας τους Έλληνες, πριν μας καταβροχθίσει η ασχήμια της βαρβαρότητας του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού* και πριν οι σάρκες και το μέλλον μας συληθούν, προφανώς, γιατί μπερδέψαμε τον Ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς**, ζητώντας άσυλο στα χαλκεία της Ευρώπης.
Σήμερα, αναλογίζομαι ποιά θα ήταν η μοίρα ενός κοινού θνητού πολίτη αν αναζητούσε την αυτοκαταξίωσή του μέσα από μια παραληρηματική ιδέα μεγαλείου ως Μέγας Ναπολέοντας στο Waterloo ή την αυτο- και ετεροκαταξίωσή του ως πολυμήχανος Οδυσσέας στην Ιθάκη.
Σίγουρα, θα ήταν πολύ διαφορετική σε ένα άσυλο ανιάτων από αυτή ενός πολιτικού στην ασυλία του πολιτικού φρενοκομείου. Στην περίπτωση του πολίτη η ασυλία αποτελεί στίγμα και μάλιστα από τα μελανότερα, όπως τα κατέγραψε στην «Ιστορία της τρέλας» («Histoire de la folie») ο Michel Foucault, ενώ στην περίπτωση του πολιτικού προνόμιο προστασίας και επιδεικτική μαγκιά.
Τέλος, δεν είναι απίθανο που η αναζήτηση των ιδεών μεγαλείου μ’ έφερε μπροστά στην ταινία των αρχών της δεκαετίας του ’70 «Η τρέλα του μεγαλείου» («La Folie des grandeurs») του Gérard Oury, που είναι βασισμένη στο θεατρικό έργο «Ruy Blas» του Victor Hugo.
Και μόνο το γεγονός ότι τον ρόλο του άπληστου και αντιπαθή, που προκαλεί τον τρόμο των χωρικών, Don Salluste, υπουργού οικονομικών του βασιλιά της Ισπανίας, υποδύεται ο Louis de Funès, είναι αρκετό να μας δώσει ένα παραστατικό χαρακτηρογράφημα των υπουργών οικονομικών και της οικονομικής πολιτικής στη χώρα μας με την πιστοποιημένη απληστία, την αντιπάθεια και τον τρόμο που προκαλούν στον λαό.
* Από την «Κατάσταση Πολιορκίας» της Ρένας Χατζηδάκη – Μαρίνας:
«… άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με καταβροχθίσει…»
** Τόπος ασύλου της αρχαιότητας στη Σπάρτη.
Κρίμα, που δεν υπάρχει, σήμερα, ως τόπος ασύλου το Θησείο***, όπου θα μπορούσαμε να καταφύγουμε για τη μοναδική μας «σωτηρία», ως δούλοι, πλέον, της Ευρώπης μέχρι τη μεταπώλησή μας στο νεκρομαντείο του Ναού του Ποσειδώνος του Ταινάρου, ώστε να αποσυμφορηθούν τα σκλαβοπάζαρα (αγορές) της Δύσης από την ενοχλητική παρουσία μας.
*** Στο Θησείο ζητούσαν άσυλο οι δούλοι, που δραπέτευαν από τους κυρίους τους, μέχρι να μεταπωληθούν από το Ποσειδώνιο του Ταινάρου.
ΥΓ
Τρεις η ώρα, το βράδυ ή το πρωί, είναι, πάντα, πολύ αργά ή πολύ νωρίς για οτιδήποτε θα ήθελε να κάνει κανείς, έλεγε ο Jean – Paul Sartre στη «Ναυτία» («Trois heures. Trois heures, c’est toujours trop tard ou trop tôt pour tout ce qu’on veut faire») (La Nausée).
Δεν ξέρω αν είναι η «Ναυτία» του Jaen – Paul Sartre ή η ναυτία του «θηλύφρονος», όπως θα έλεγε και ο Εμμανουήλ Ροΐδης, και εκ πολιτικών χρησιδανείων ανασχηματισμού, που μεγαλώνουν την αηδία μου, αλλά, αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα τέτοια ώρα, μπορώ, τουλάχιστον, ολοκληρώνοντας μια πρώτη φάση της αντιμεταμνημονιακής σχολιογραφίας μου, να κοιμηθώ ήσυχα, μια και η μεταμνημονιακή αριστεροσύνη παραδόθηκε στα αζήτητα της σοσιαλδημοκρατίας και της ακροδεξιάς, κάνοντας τον οπορτουνισμό μια διαπολιτισμική διαπολιτική ιδεολογία.
ΔΑ






