Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικού αναλυτή – αρθρογράφου
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Και, όπως πάντα όταν επιστρέφει, το πρώτο πράγμα που θυσιάζει είναι η συνέπειά του. Μετά την οριστική διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ –δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια, και αυτή τη φορά από το δικό του χέρι– ο πρώην Πρωθυπουργός παρουσίασε το νέο του πολιτικό σχήμα, την «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» (ΕΛ.Α.Σ.), με φιλοδοξία να διεκδικήσει και πάλι τον ρόλο του «σοβαρού» πολιτικού παράγοντα. Το πρόβλημα είναι ότι η πρώτη μεγάλη πολιτική θέση που παρουσίασε το νέο κόμμα τον διαψεύδει ευθέως. Και αφορά ένα ζήτημα στο οποίο ο ίδιος είχε χτίσει πολιτική ταυτότητα: τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Ο Νόμος 5094/2024 και η μεγάλη σύγκρουση για την Παιδεία…
Ο Ν. 5094/2024, γνωστός και ως “νόμος Πιερρακάκη”, άνοιξε τον δρόμο για τη λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Στην πράξη, παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων. Η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη τον προώθησε ως απάντηση σε ένα πραγματικό πρόβλημα: την αδυναμία της χώρας να συγκρατήσει χιλιάδες Έλληνες φοιτητές που κάθε χρόνο φεύγουν για σπουδές στο εξωτερικό.
Η αντιπολίτευση, με πρωτοπόρο τον ΣΥΡΙΖΑ, αντέδρασε με σφοδρότητα. Υποστηρίχθηκε ότι ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός, καθώς το άρθρο 16 παρ. 5, 6 και 8 του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ότι οι καθηγητές είναι δημόσιοι λειτουργοί και ότι η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε τελικά, κατά πλειοψηφία, ότι ο νόμος είναι συνταγματικός, ερμηνεύοντας το άρθρο 16 σε συνδυασμό με το ενωσιακό δίκαιο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ τότε δεν είχε αφήσει περιθώρια παρερμηνείας. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας είχε κατηγορήσει ευθέως την κυβέρνηση ότι θέλει να ιδρύσει ιδιωτικά πανεπιστήμια όχι για να ενισχύσει το δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά επειδή επιδιώκει να το υποβαθμίσει και να το αποδομήσει για να εξυπηρετήσει ιδιωτικά συμφέροντα.
Προτεραιότητα, έλεγε τότε το κόμμα του, έπρεπε να είναι αποκλειστικά η ενίσχυση των δημόσιων ΑΕΙ.
Καμία ασάφεια, καμία απόχρωση. Μαύρο και άσπρο. Ο νόμος Πιερρακάκη ήταν, για τον ΣΥΡΙΖΑ, μια επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο και μια παράδοση της Παιδείας στο κεφάλαιο.
“Το κόμμα Τσίπρα αποδέχεται τον νόμο Πιερρακάκη”…
Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος, με νέο κόμμα και νέα ετικέτα, υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο. Το ΕΛ.Α.Σ. αποδέχεται εμπράκτως τον νόμο Πιερρακάκη, παρά τη διακηρυγμένη αντίθεσή του στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η βασική πολιτική αντίφαση του νέου κόμματος είναι ακριβώς αυτή: τάσσεται, στα λόγια, κατά της αναθεώρησης του άρθρου 16, χωρίς όμως να δεσμεύεται πουθενά για την κατάργηση του ίδιου του νόμου που άνοιξε τον δρόμο για τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αποδέχεται, λοιπόν, στην πράξη τη λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων που ιδρύθηκαν με το θεσμικό πλαίσιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη –το ίδιο θεσμικό πλαίσιο που ο ίδιος κατήγγειλε ως εργαλείο αποδόμησης της δημόσιας Παιδείας.
Η αντίφαση δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από τα ίδια τα συντρίμμια του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, μετά την τελευταία διάσπαση, δεν έχασε την ευκαιρία να στοχεύσει τον πρώην αρχηγό του με τίτλους που ισοδυναμούν με πολιτική καταδίκη: Το κόμμα Τσίπρα αποδέχεται τον νόμο Πιερρακάκη. Δεν είναι μικρό πράγμα ένα κόμμα να κατηγορείται για κωλοτούμπα από το ίδιο το πολιτικό απόθεμα που εγκατέλειψε πίσω του.
Αποκαλύπτοντας ο νέος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Παππάς, ότι ήταν συλλογική η θέση του ΣΥΡΙΖΑ στη μη λειτουργία ιδιωτικών ΑΕΙ, και πως: «Ήταν και ο Αλέξης Τσίπρας στο Συνέδριο που ψηφίσαμε κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων»!
Δίνοντας έτσι συνέχεια στην εξελισσόμενη αντιπαράθεση με τον Αλέξη Τσίπρα, κατηγορώντας τον για “προγραμματικές μετατοπίσεις” της ΕΛ.Α.Σ.
Γι΄ αυτό το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό και οδυνηρό για τον Αλέξη Τσίπρα: Αν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ήταν, όπως έλεγε, εργαλείο υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου, τι άλλαξε; Ή μήπως δεν άλλαξε τίποτα, παρά μόνο η θέση του ιδίου απέναντι στην Εξουσία;
Αλήθεια, ποια η κολεγιά Ραχμί Κότς και Αλέξη Τσίπρα;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι καινούργια. Έχει, μάλιστα, ένα πολύ συγκεκριμένο, και ιδιαίτερα αποκαλυπτικό, προηγούμενο.
Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, που ως γνωστόν εμφανιζόταν κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο… της Τουρκίας. Δεν αρκέστηκε μάλιστα σε αυτό: Στάθηκε κεντρικός ομιλητής στην τελετή αποφοίτησης των σπουδαστών του τουρκικού πανεπιστημίου, σαν πρότυπο ακαδημαϊκής αριστείας.

Σε ποιον ανήκει, όμως, το συγκεκριμένο ιδιωτικό πανεπιστήμιο, που ειδικεύεται στις οικονομικές και κοινωνικές επιστήμες; Ανήκει στον Ραχμί Κότς, τον πολυεκατομμυριούχο Τούρκο επιχειρηματία, έμπιστο φίλο και σύμβουλο του Τούρκου σουλτάνου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο ίδιος Αλέξης Τσίπρας, λοιπόν, που στην Ελλάδα πολεμούσε την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση ως εργαλείο των συμφερόντων, στην Τουρκία τιμούσε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο ιδιοκτησίας ενός εκ των πλέον στενών ανθρώπων του καθεστώτος Ερντογάν.
Η κολεγιά αυτή δεν είναι άσχετη με τη σημερινή κωλοτούμπα του ΕΛ.Α.Σ. Είναι, αντιθέτως, η πρόβα τζενεράλε. Ο Τσίπρας – εξ όσων φαίνεται – δεν είχε ποτέ πρόβλημα με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Είχε πρόβλημα μόνο όταν δεν τα έλεγχε πολιτικά αυτός.
Και εδώ αναδύεται ένα δεύτερο, βαθύτερο ερώτημα, που αφορά όχι μόνο τον Αλέξη Τσίπρα αλλά και τον σημερινό Πρωθυπουργό: πόσο βαθιές είναι, τελικά, οι κολεγιές Μητσοτάκη – Τσίπρα με τον ίδιο Τούρκο επιχειρηματία;
Μήπως και οι δύο, ο εκάστοτε Πρωθυπουργός της Ελλάδας κι ο εκάστοτε Αρχηγός της Αντιπολίτευσης, μοιράζονται τις ίδιες γεωπολιτικές φιλίες πέρα από το Αιγαίο, ενώ στην εγχώρια σκηνή προσποιούνται την ασυμφωνία;
Μια κωλοτούμπα ανάμεσα σε πολλές…
Η υπόθεση των ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό στη νέα πολιτική διαδρομή του Αλέξη Τσίπρα. Ο ίδιος, που έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015 – όπου ο ελληνικός λαός με 61,31% απέρριψε το προτεινόμενο Μνημόνιο – για να υπογράψει λίγες ημέρες αργότερα το πλέον σκληρό Τρίτο Μνημόνιο, έχει δείξει επανειλημμένα ότι η ιδεολογική συνέπεια είναι, γι’ αυτόν, διαπραγματεύσιμη έννοια, ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής.
Ο ίδιος πρόσφατα υπεραμύνθηκε ανοιχτά και της οικονομικής πολιτικής του πολιτικού του αντιπάλου, δηλώνοντας πως η δημοσιονομική δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας δεν δημιουργεί καμία ανάγκη αύξησης φόρων, καθώς η οικονομία από το 2019 “υπεραποδίδει”.
Λόγια που θα μπορούσε να είχε πει, χωρίς καμία διαφοροποίηση, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα διαβάζεται από πολλούς πολιτικούς, αναλυτές και άλλους, ως μια κίνηση στρατηγικής και όχι τακτικής. Με ισχυρότερη την πρόσφατη κατάθεση αυτής της άποψης από το ανιψιό του Πρωθυπουργού και πρώην Άρχοντα του Μαξίμου Γρηγόρη Δημητριάδη.
Με την επίσης δήλωσή του, ότι, ο Αλέξης Τσίπρας, έχει σχέδιο που δεν αποβλέπει στις άμεσες εκλογές, αλλά στις επόμενες του¨30-¨31.
Αυτή η τοποθέτηση αποκαλύπτει μια θέση “μαξιλαριού ασφαλείας” του Αλέξη Τσίπρα, δίπλα στον Κυριάκο Μητσοτάκη, με προοπτική συγκυβέρνησης, όποτε αυτή χρειαστεί.
Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων λειτουργεί, τελικά, σαν καθρέφτης. Δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι η αντιπαράθεση Μητσοτάκη – Τσίπρα, όση ένταση κι αν προσποιείται στα δελτία ειδήσεων, είναι εν πολλοίς σκηνοθετημένη. Ο ένας νομοθετεί τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ο άλλος τα πολεμά δημόσια, τα τιμά ιδιωτικά στην Τουρκία, και τελικά τα αποδέχεται ήσυχα-ήσυχα μέσα από το νέο του κόμμα, όταν πια δεν χρειάζεται να φωνάζει στα κάγκελα της αντιπολίτευσης.
Ο ελληνικός λαός, ο ίδιος λαός που ψήφισε “όχι” στο δημοψήφισμα του 2015 και είδε την ετυμηγορία του να καταπατείται μέσα σε λίγες ημέρες, ο ελληνικός λαός που ερήμην του “φεσώθηκε” την προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών, ο ίδιος λαός που άκουσε τον Αλέξη Τσίπρα να καταγγέλλει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ως όπλο εναντίον του δημόσιου σχολείου, καλείται τώρα να πιστέψει ότι η ξαφνική αποδοχή του “νόμου Πιερρακάκη” είναι απλή “ωρίμανση”.
Δεν είναι. Είναι απλώς η επόμενη κωλοτούμπα ενός πολιτικού που έχει μετατρέψει την αναποφασιστικότητα σε πολιτικό δόγμα. Ξεπερνώντας τον Γιώργο Καρατζαφέρη και τον Άδωνι Γεωργιάδη.
Και έτσι φτάνουμε, για ακόμη μία φορά, στο ίδιο συμπέρασμα: Κυριάκος Μητσοτάκης και Αλέξης Τσίπρας δεν είναι δύο “αντίπαλοι” με διαφορετικό όραμα για το καλό της χώρας μας.
Είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, που εναλλάσσονται στην Εξουσία ή στην αντιπολίτευση ανάλογα με τις ανάγκες του ίδιου Συστήματος που υπηρετούν πιστά, ενώ ο πολίτης καλείται κάθε φορά να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εκδοχές της ίδιας πολιτικής συνέχειας!!






