Ο Λαβρόφ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στρογγυλής τραπέζης, με μια κάποια αμηχανία: «Δεν θέλω καν να υποψιαστώ ότι η ειρηνευτική συνάντηση στην Αλάσκα, όπως και οι ενέργειες των Ευρωπαίων, είχε ως μοναδικό στόχο να κερδίσουν χρόνο για τον επανεξοπλισμό του καθεστώτος στο Κίεβο. Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι. Αλλά στην πραγματικότητα, έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα», γράφει ο Άντριου Κορίμπκο.
Αυτό συνέβη τρεισήμισι χρόνια αφότου η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ παραδέχτηκε τον Δεκέμβριο του 2022 ότι οι Συμφωνίες του Μινσκ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα για να δοθεί στο Κίεβο χρόνος να επανεξοπλιστεί.
Ο Πούτιν απάντησε ένα μήνα αργότερα με τα περίφημα λόγια: «Αντισταθήκαμε για πολύ καιρό, προσπαθήσαμε για πολύ καιρό να καταλήξουμε σε συμφωνία. Αλλά όπως αποδεικνύεται τώρα, απλώς μας κρατούσαν σε αναμονή, μας εξαπάτησαν. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό». Δεδομένου ότι το καλοκαίρι του 2022, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο αρχηγείο της Ρωσικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών, είχε προειδοποιήσει τους Ρώσους στρατηγικούς αναλυτές κατά των «ευσεβών πόθων» των Δυτικών, μεταξύ των «μη Ρώσων φιλορώσων» επικρατούσε η γενική πεποίθηση ότι δεν θα έπεφτε σε μια παρόμοια παγίδα για δεύτερη φορά. Κι όμως ξανάπεσαν στην ίδια παγίδα – ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι και μοιραία.
Και ναι, αυτό ακριβώς συνέβη, όπως ήταν αναμενόμενο, αφού ο Τραμπ έσπασε, πρόδωσε το «Πνεύμα του Άνκορατζ». Ένας αρθρογράφος του RT το περιέγραψε ως μια συμφωνία με την οποία θα ανάγκαζε τον Ζελένσκι να αποσυρθεί από το Ντονμπάς με αντάλλαγμα μια εκεχειρία από τον Πούτιν. Το ερώτημα είναι αν ο Τραμπ ήθελε σκόπιμα να παραπλανήσει τον Πούτιν ή αν ήταν υπερβολικά απασχολημένος με το σχεδιάζει την σύλληψη & την απαγωγή του Μαδούρο και τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι το ίδιο, σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι ο Τραμπ δεν τήρησε τις υπόσχεσείς του προς τον Πούτιν.
Ο Τραμπ διεξάγει τώρα ολοφάνερα έναν «πόλεμο φθοράς» εναντίον της Ρωσίας μέσω μιας «κλιμάκωσης με σκοπό την αποκλιμάκωση», επειδή αντιλαμβάνεται την αδυναμία της Ρωσίας ως αποτέλεσμα του νέου «υγειονομικού κορδονιού» που την περιβάλλει από παντού μέσω των οικονομικών κυρώσεων. Πιστεύει, επομένως, ότι η ενίσχυση των επιθετικών δυνατοτήτων της Ουκρανίας, η επιβολή περισσότερων οικονομικών κυρώσεων και η πρόκληση αναταραχής στο εσωτερικό της Ρωσίας μπορούν να επιβάλουν παραχωρήσεις στον τομέα της ενέργειας. Η Wall Street Journal είχε ήδη αναφερθεί σε αυτή την τριφασική στρατηγική το περασμένο φθινόπωρο, επομένως η Ρωσία πιθανώς να το γνώριζε, αλλά παρόλα αυτά συνέχιζε να ελπίζει αφελώς ότι ο Τραμπ θα τηρούσε τη συμφωνία του με τον Πούτιν.
Αυτός ο «ευσεβής πόθος» έχει πλέον καταρρεύσει, αφότου ο Τραμπ υπέγραψε την κοινή δήλωση των G7, η οποία ζητούσε την παροχή ακόμη περισσότερων όπλων στην Ουκρανία και την επιβολή ακόμη σκληρότερων οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Αυτό προηγήθηκε μιας αναφοράς ότι είχε συμβουλεύσει τον Ζελένσκι να ενεργήσει «με μεγαλύτερη τόλμη» έναντι της Ρωσίας, αφού είχε εντυπωσιαστεί από τις πρόσφατες, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, στρατηγικές επιθέσεις. Η Ρωσία, εξάλλου, είχε ήδη συνειδητοποιήσει νωρίτερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αφού ο στενός σύμβουλος του Πούτιν, Γιούρι Ουσάκοφ, είχε εκφραστεί τον περασμένο μήνα σαν μη λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του «Πνεύματος του Άνκορατζ». Επομένως, τώρα πλέον είναι αδιαμφισβήτητο ότι «το πνεύμα του Άνκορατζ», δεν υπάρχει πια.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχει πλέον καμία αξιόπιστη ελπίδα ότι ο Τραμπ θα αναγκάσει τον Ζελένσκι να αποσυρθεί από το Ντονμπάς διακόπτοντας τις παραδόσεις όπλων, την οικονομική υποστήριξη και την ροή πληροφοριών προς την Ουκρανία, ούτε καν σε αντάλλαγμα για μια στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία που επικεντρώνονται στις πρώτες ύλες, απομένουν μόνο τρεις επιλογές για τη Ρωσία. Μπορεί 1. είτε να «κλιμακώσει αποφασιστικά την ένταση των πολεμικών συγκρούσεων με σκοπό την τελική αποκλιμάκωση» έτσι ώστε να τερματίσει τη σύγκρουση το συντομότερο δυνατό με όσο το δυνατόν περισσότερους από τους δικούς της όρους, 2. είτε να συνεχίσει ως συνήθως, την διεξαγωγή του πολέμου, εν μέσω αυτού του νέου «πολέμου φθοράς», με τεράστιους κινδύνους – ίσως και μοιραίους – για την ίδια, 3. είτε να παγώσει τη σύγκρουση.
Εκτός αν μπλοφάρει σχετικά με την «κλιμάκωση με σκοπό την αποκλιμάκωση» και εφαρμόσει απότομα στην πράξη το μέρος του «Πνεύματος του του Άνκορατζ» ─ κάτι που είναι απίθανο μετά από όλα όσα συνέβησαν μέχρι πρόσφατα ─ αυτό θα σήμαινε ότι ο τελευταίος χρόνος από τη συνάντησή τους δεν απέδωσε τίποτα άλλο παρά το ότι η Ρωσία χαλαρώνει την άμυνά & την επαγρύπνησή της. Ακόμα κι αν είχαν συμφωνήσει σε αυτό το συμβιβασμό, η Ρωσία πιθανότατα θα είχε διατηρήσει τον ίδιο ρυθμό. Τώρα που το «πνεύμα» έχει περιέλθει σε ανυποληψία & απαξιωθεί, η Ρωσία έχει το πρόσχημα, την δικαιολογία να εντείνει τις πολεμικές συγκρούσεις, αλλά δεν είναι ακόμη σαφές αν ο Πούτιν θα το πράξει πραγματικά.






