Μέρος (Β) – Το πρώτο μέρος εδώ
Ο Κλάους, ένας επιφανής κύριος της πόλης, είχε δημιουργήσει και προέδρευε ένα πριβέ κλαμπ, με τους ισχυρούς και πλούσιους της πόλης. Συχνά, πυκνά, φορούσαν τα καλά τους, κάτι μακριά φράκα, και με τα μπαστούνια τους ανά χείρας, μαζεύονταν και συζητούσαν για το μέλλον της πόλης και για αποφάσεις, σα να τις έπαιρναν αυτοί. Το παρουσιαστικό του Κλάους, αυστηρό, με στρογγυλά γυαλάκια που ταίριαζαν απόλυτα με το χωρίς γωνίες πρόσωπό του.
Ο λόγος του αυστηρός, απόλυτος, συμβάδιζε με την εμφάνισή του. Οι απόψεις του ξεκάθαρες, χωρίς ίχνος χρωματισμού και συγκίνησης. Αρεσκόταν, εκτός από τις συναντήσεις με τα μέλη του κλαμπ, και σε δείπνα και συνεντεύξεις. Εκεί εξέφραζε αυτή τη μόνη αλήθεια που κατείχε και με το ύφος του απαιτούσε από το κοινό την αποδοχή της. Περιφερόταν στους δρόμους της πόλης με τον αέρα του δημάρχου, του οποίου την θέση εποφθαλμιούσε…
Δεν ήθελε να μπλέξει όμως με εκλογές, άλλωστε αυτές απαιτούσαν γνώσεις από τους δημότες, που ήξερε ότι δεν διέθεταν. Πίστευε ότι θα ερχόταν η ώρα που θα μπορούσε να επιβληθεί με το κύρος του. Είχε φυσικά τις γνώσεις, τις γνωριμίες και την καταγωγή για να το πετύχει. Είχε επιδοθεί και στην συγγραφή βιβλίων, που τα διάβαζαν όλοι στο κλαμπ των θαυμαστών του. Ο τρόπος γραφής του θύμιζε λίγο θρησκευτική αίρεση και τα κείμενά του περιείχαν κάτι μεταξύ οδηγιών και προφητειών για το εγγύς μέλλον. Φούσκωνε από περηφάνεια κάθε φορά που κάποιος, όχι μόνο διάβαζε αλλά και εφάρμοζε τα γραφόμενά του.
Διαβάστε τη συνέχεια στο https://gavriil.gr/micro-stories/i-taverna-tou-alvertou-b/




