Το απόγειον του Ελληνισμού σε όλα τα επίπεδα.Ο κορυφαίος Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός,
όλων των εποχών, αφιέρωσε όλη του την ζωή, δια την απελευθέρωση της Μακεδονίας μας. Για περισσότερο από 30 έτη, πολεμούσε ο Βασίλειος, χειμώνα-καλοκαίρι, επάνω στις πεδιάδες και τα βουνά της Μακεδονίας. Οι Βούλγαροι επί Βασίλειου του Β, είχαν κάνει κάτι πρωτόγνωρο καθώς είχαν κατακτήσει το 80% των κάστρων της Θεσσαλίας και το 90% των κάστρων της Μακεδονίας. Είχαν κόψει την Ελληνική επικράτεια στα δύο. Η Θεσσαλονίκη ήταν εκείνους τους αιώνες, η δεύτερη πιο σημαντική πόλη της Ελληνικής-Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία επί αυτοκράτορος Ιωάννη του Α Κουρκουά-Τσιμισκή, έγινε Ελληνική-Ρωμαϊκή επαρχία και ήταν σκλαβωμένη στην Ελλάδα.
Εντούτοις με το που έγινε αυτοκράτορας ο Βασίλειος ο Β, επέτυχαν οι Βούλγαροι μέσα σε ελάχιστες ημέρες να “επαναστατήσουν” και να γίνουν ένα πάρα πολύ ισχυρό βασίλειο. Γεωγραφικά το νέο Βουλγαρικό βασίλειο, σε σχέση με το προηγούμενο Βουλγαρικό κράτος ήταν ότι είχε ως επίκεντρο την Μακεδονία-Θεσσαλία. Η περίεργη επανάσταση ενάντια στον Βασίλειο. Τις ημέρες κατά τις οποίες έγινε η επανάσταση βρέθηκαν σε θέση να “δραπετεύσουν”, από την Βασιλεύουσα- Κωνσταντινούπολη, οι αδελφοί Κομητόπουλοι. Αυτό έγινε με την παρέμβαση της Σημιτικής πολιτικής αριστοκρατίας, της Βασιλεύουσας. Η καταγωγή των Βούλγαρων ηγεμόνων. Ενδεικτικό είναι ότι σε παγκόσμιο επίπεδο κανείς δεν αναφέρει ότι οι Σαμουήλ, Μωυσής, Άαρων και Δαυίδ ήταν Σημιτικής καταγωγής. Μόνον το πανεπιστήμιο του Καίμπρτζ από λαθος ;
Μας αναφέρει ότι δεν ήταν Βούλγαροι, οι αδελφοί Κομητόπουλοι, αλλά Αρμένιοι. (Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εκδόσεις Μέλισσα).
ΕΝΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ.
Διαχρονικά ουδέποτε στην παγκόσμια ιστορία επέτυχε οποιοδήποτε έθνος, το οποίο υπήρξε προηγουμένως σκλαβωμένο σε άλλο κράτος, να γίνει ένα πολύ ισχυρό βασίλειο μέσα σε ένα με δύο μήνες. Αυτό είναι τελείως αφύσικο πράγμα από κάθε άποψη. Ακόμη και εμείς οι Έλληνες, με τόσο υψηλό πολιτισμό κάναμε 400 συναπτά έτη, για να απελευθερωθούμε από τους Τούρκους και αντίστοιχα άλλα τόσα από τον Ρωμαϊκό ζυγό. Οι Βούλγαροι δεν είχαν τον πολιτισμό, την διοίκηση, την οργάνωση, και την ισχύ, για ένα τέτοιο επίτευγμα. Όμως το επέτυχαν με την υποστήριξη των νεοταξιτών. Αν και οι συνθήκες σκλαβιάς των Βουλγάρων ήταν τελείως διαφορετικές από τις συνθήκες τις οποίες ήταν σκλαβωμένο το Ελληνικό έθνος, στους Ρωμαίους και στους Τούρκους όμως και πάλι δεν υπάρχει καμία λογική-τεκμηριωμένη επιστημονική εξήγηση. Οι Έλληνες ως κατακτητές απέναντι στους Βούλγαρους υπήρξαν πάρα πολύ ευγενικοί. Εμείς οι Έλληνες με τον κορυφαίο πολιτισμό στον κόσμο, τον οποίο ουδέποτε δημιούργησε είτε θα δημιουργήσει οποιοσδήποτε άλλος λαός, και χρειάστηκε να περάσουν αιώνες για να είμαστε σε θέση να επαναστατήσουμε, ενάντια στους Οθωμανούς. Φυσικά δεν ήταν μόνον ο Ελληνικός πολιτισμός αλλά και ο Χριστιανισμός ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στην Ελληνική επανάσταση του 1821.
Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο από καταβολής κόσμου, ένας λαός ο οποίος είναι σκλαβωμένος, να επιτύχει μέσα σε μερικούς μήνες να επαναστατήσει και να γίνει ένα πανίσχυρο βασίλειο, παίρνοντας πίσω όχι μόνον τα δικά του εδάφη, αλλά και κατακτώντας ένα μεγάλο μέρος των εδαφών του έθνους στο οποίο προηγουμένως ήταν σκλαβωμένος. Είναι φανερό ότι πίσω από την “επανάσταση” ήταν η πολιτική αριστοκρατία της Πόλης, με τους νεοταξίτες-παγανιστές εκείνης της εποχής. Στο “επίτευγμα” των Βουλγάρων, συνέβαλε και ο Ελληνικός εμφύλιος ο οποίος δημιούργησε η Σημιτική πολιτική αριστοκρατία, με την εσκεμμένη και εντελώς άδικη αφαίρεση των αξιωμάτων του Ελληνοαρμένιου στρατηγού Βάρδα Σκληρού.
Για περισσότερο από 30 έτη, πολεμούσε ο Βασίλειος, χειμώνα-καλοκαίρι, επάνω στις πεδιάδες και τα βουνά της Μακεδονίας. Ποτέ στην παγκόσμια ιστορία, οι φτωχοί δεν γνώρισαν τέτοια ευημερία και προστασία, παρά μόνο στις ημέρες, διακυβερνήσεως του Βασίλειου του Β. Υπήρξε ο μέγιστος, προστάτης των φτωχών και των αδικημένων.
Ο Βασίλειος ήταν ο μοναδικός Έλληνας, στα παγκόσμια χρονικά από καταβολής κόσμου, ο οποίος βοήθησε τόσο πολύ τους φτωχούς. Κανένας άλλος δεν βοήθησε τόσους πολλούς φτωχούς ανθρώπους. Επίσης κανένας άλλος Βασιλιάς δεν εξίσωσε κοινωνικά τους φτωχούς με τους πλούσιους. Ακόμη μεγάλωσε με δικά του έξοδα, όλα τα ορφανά των σκοτωμένων Ελλήνων στρατιωτών. Τα αγόρια τα σπούδαζε και εν συνεχεία τα έκανε στρατιώτες και αξιωματικούς, για να πολεμούν δίπλα του στα πεδία των μαχών. Διότι πολεμούσε για περισσότερο από τριάντα συνεχόμενα χρόνια, με Βούλγαρους, Άραβες, Χάζαρους, επαναστάτες κλπ. Το αποτέλεσμα ήταν εκείνες οι γενιές των ορφανών παιδιών, να μεγαλώσουν και να πολεμούν δίπλα, στον Βασίλειο, στα πεδία των μαχών. Επίσης όλα τα ορφανά κορίτσια, που οι γονείς του σκοτώθηκαν στις μάχες, τα έδινε προίκα και τα πάντρευε. Κανένας άλλος βασιλιάς στον κόσμο, δεν έχει κάνει τόσες πολλές ελεημοσύνες-φιλανθρωπίες, όπως είχε κάνει ο Βασίλειος ο Β. Για πρώτη και μοναδική φορά στον κόσμο. όλοι οι φτωχοί Έλληνες γνώρισαν μια εξαιρετική εποχή ευημερίας. Αυτό γινόταν σε όλη την διάρκεια εξουσίας του Αυτοκράτορα Βασίλειου του Β .
Υπήρξε μέγας προστάτης όλων των φτωχών και των αδικημένων. Για αυτό τους έδωσε πλήρη φοροαπαλλαγή όσα χρόνια κυβερνούσε. Όλες της ετήσιες φορολογικές υποχρεώσεις των αδυνάτων Ελλήνων, όλα τα χρόνια, που ήταν εκείνος Βασιλιάς, της πλήρωναν οι πλούσιοι.
Ενδεικτικό ήταν ότι, από τους ισχυρούς, πήρε πίσω όλα τα κτήματα, που είχαν πάρει άδικα από τους φτωχούς και τα ξαναέδωσε πίσω, στους δικαιούχους. Το ίδιο έκανε και με τα Εκκλησιατικά κτήματα. ‘Όμως ο Βασίλειος δεν σταμάτησε εκεί. Όσοι πλούσιοι εξακολουθούσαν να είναι άδικοι άνθρωποι, ανάλογα με την περίσταση είτε τους αφαιρούσε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας, είτε τους αφαιρούσε ολόκληρη την περιουσία.Τους απολύτως κακούς πλούσιους, που δεν άλλαζαν μυαλά, τους κατάντησε ζητιάνους στα καπηλειά, και στα πανδοχεία της Μικράς Ασίας. Ανάμεσα σε όλα αυτά κατάργησε ακόμη και το δικαίωμα των δυνατών, σε περίπτωση φόνου, να εξαγοράζουν την θανατική ποινή.
Ο Βασίλειος ο Β, από τα 18 του χρόνια, μέχρι τον θάνατο του, έζησε χωρίς καθόλου γυναίκες. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, ώστε να είναι σε θέση να απελευθερώσει την Μακεδονία και παράλληλα να προστατέψει από οποιονδήποτε κίνδυνο την Ελλάδα. Ο Βασίλειος στερήθηκε, κάθε ανθρώπινη χαρά, για να προστατέψει την Μακεδονία, και την Ελλάδα, από τους θανάσιμους κινδύνους, που αντιμετώπιζε εκείνη την εποχή. Το κυριότερο πράγμα το οποίο στερήθηκε, σε όλη του την ζωή, ήταν η γυναικεία αγάπη, η θηλυκότητα-θαλπωρή, και η φροντίδα μιας γυναίκας. Στερήθηκε ακόμη και την χαρά των παιδιών. Όλοι οι Έλληνες βασιλείς-αυτοκράτορες παντρεύτηκαν και χάρηκαν λιγότερο η περισσότερο, την συντροφιά μιας γυναίκας.
ΜΟΝΟΝ Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΘΥΣΙΑΣΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ
ΤΟΜΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
Θυσίασε όλη του την ζωή, για τον Χριστό, την Ελλάδα και την Μακεδονία. Αυτό διότι είδε το πόσο επικίνδυνη ήταν η κατάσταση για την Μακεδονία και για την Ελλάδα. Κοιμόταν σε όλη την ζωή στο έδαφος, ενώ έτρωγε το ίδιο φαγητό με τους στρατιώτες. Ουδέποτε πολέμησε κάποιος βασιλιάς στην πρώτη γραμμή, της κάθε μάχης-πολέμου μέχρι τα 69 του χρόνια, για να απελευθερώσει την Μακεδονία μας, και οποιοδήποτε άλλο μέρος της Ελληνικής-Ρωμαϊκής επικράτειας. Ποτέ δεν υπήρξε άλλος βασιλιάς να πολεμήσει σε ηλικία, πάνω από τα 60, και να επιτίθεται ολομόναχος, χωρίς σωματοφύλακες για να κερδιθεί η εκάστοτε μάχη-πόλεμος, για να απελευθερωθεί η Μακεδονία μας. Θρυλικά έμειναν τα λόγια του, όταν σε ηλικία 60 ετών, τον ενημέρωσαν ότι ο Στρατηγός Κων. Διογένης, στις εσχατιές της Μακεδονίας μας, έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων, και δεν έχει καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τότε ο ηλικιωμένος Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β, ανέβηκε στο πρώτο άλογο που βρήκε μπροστά του λέγοντας :
” ΟΣΤΙΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΩ ΜΟΙ “.
Ο Βασίλειος έφυγε χωρίς να καταδεχτεί να κοιτάξει πίσω του, να δει εάν τον ακολουθούν οι Έλληνες στρατιώτες.
Ο Στρατός έτρεξε από πίσω του, όλοι οι Έλληνες για να πολεμήσουν, όμως έπρεπε πρώτα να ετοιμάσουν τα άλογα, και να βάλουν τον πολεμικό τους εξοπλισμό. Ο Βασίλειος έφτασε πρώτος, με συνέπεια να πολεμήσει, στην μάχη για αρκετά λεπτά ολομόναχος. Ολόκληρη την ζωή του, την πέρασε, επάνω στα βουνά, με ζέστες, κρύα-χιόνια, με βροχές, μέσα στα στρατόπεδα, στα πεδία των μαχών, μέσα σε απίστευτες κακουχίες, για να επιτύχει την απελευθέρωση της Μακεδονίας μας. Μέχρι να τελειώσει η κάθε μάχη, και ο κάθε πόλεμος νικηφόρα για τους Έλληνες, καθόταν νηστικός, άυπνος και διψασμένος για όσες ημέρες χρειαζόταν . Όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες αυτοκράτορες, πάντοτε, σταματούσαν , προσωρινά την κάθε μάχη-πόλεμο, για να πάνε για νερό, για φαγητό, και για ύπνο. Επίσης πάγια τακτική, ήταν τον χειμώνα, να διακόπτουν τις πολεμικές επιχειρήσεις για να ανασυνταχτούν και να ξεκουραστούν, μαζί με τον υπόλοιπο στρατό, και συνέχιζαν την επόμενη άνοιξη τους πολέμους. Όμως ο Βασίλειος, ήταν μόνιμα εκεί ακόμη, και με τα χιόνια, βρισκόταν επάνω στα βουνά και πολεμούσε.
Όλα αυτά για να εμποδίσει τους βάρβαρους Βούλγαρους, από το να σφάζουν, να κλέβουν, να κάνουν εμπρησμούς, βιασμούς και σκλάβωμα Ελληνίδων. Επίσης πολεμούσε για να αποτρέψει την μόνιμη κατάκτηση, της Μακεδονίας. Δεν περιγράφεται ο πόνος όλων εκείνων των Ελλήνων, οι οποίοι έχαναν της γυναίκες, τις αδελφές, τις κόρες, τις ανηψιές, τις εξαδέλφες, και κάποιες φορές της μητέρες τους, εάν ήταν εμφανίσιμες. Όμως βασιλιάς, επειδή πονούσε τους Έλληνες, και την πατρίδα, πέρασε μια ολόκληρη ζωή, με το σπαθί στο χέρι να πολεμά για την Ελλάδα, ώστε να εμποδίζει την καταστροφή των αθώων Ελλήνων. Ο Βασίλειος θυσίασε την ίδια του την αδελφή, την πριγκίπισσα Άννα, καθώς έδωσε το ίδιο του το αίμα, για γυναίκα, ενός Ρώσου βάρβαρου, και πρώην σατανιστή με χαρέμια και πάσης φύσεως ακολασίες. Μετά όμως από αυτόν τον γάμο, όλοι οι Ρώσοι έγιναν χριστιανοί ως έναν βαθμό. Μείωσε λοιπόν με αυτόν τον τρόπο τους εχθρούς τους έθνους. Έπρεπε πάση θυσία να σταματήσει τους εμφυλίους πολέμους, ώστε να αντιμετωπίσει τους Βούλγαρους, τους Αγαρηνούς, τους Χάζαρους και τους Γερμανούς. Εάν δεν σταματούσε άμεσα τους εμφυλίους, θα έσβηνε η
αυτοκρατορία, και η Μακεδονία θα γινόταν οριστικά Βουλγαρική. Έχοντας βάλει τέλος στις εσωτερικές διαμάχες, ο Βασίλειος έστρεψε την προσοχή του στους εξωτερικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας τους Βούλγαρους, τους Άραβες και τους Γερμανούς.
Όσα χρόνια κυβέρνησε, οι Αυτοκρατορικοί Αετοί
πετούσαν νικηφόρα, από την Κάτω Ιταλία, μέχρι την Αρμενία, και από την Μακεδονία μέχρι την Συρία. Όσο ζούσε, οι αιώνιοι και μεγαλύτεροι εχθροί του Ελληνικού έθνους, οι Γερμανοί, από τα Δυτικά, και οι Σελτζούκοι, από τα Ανατολικά, δεν τολμούσαν, ούτε να αναπνεύσουν. Έτρεμαν ακόμη και στο άκουσμα του ονόματος, του αυτοκράτορα Βασίλείου του Β, για αυτό και ανέμεναν να αποβιώσει, για να επιτεθούν, στην Ελληνική αυτοκρατορία Ακόμη και στα 69 του χρόνια, ξεκίνησε για να πολεμήσει, τους Γερμανούς στην Ιταλία, και να ματαιώσει τις εωσφορικές σταυροφορίες. Ήδη ο Βασιλιάς, είχε στείλει στρατιωτική προπομπή με επικεφαλής τον Ορέστη. Δυστυχώς τον πρόλαβε ο θάνατος. Για να είναι έτοιμος ο Βασίλειος να εκστρατεύσει, εναντίον των Γερμανών, σε ηλικία 69 ετών, μετά από τόσες νίκες-δόξες, κακουχίες και κατακτήσεις, αυτό μας δείχνει, το πόσο επικίνδυνοι, ήταν οι Γερμανοί, και ότι είχε αντιληφθεί, τι σχεδίαζαν για την Ελλάδα και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Κανένας άλλος βασιλιάς, σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία, δεν πήγε να πολεμήσει, σε ηλικία 69 ετών, παρά μόνον ο Βασίλειος ο Β. Η Ελληνική-Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μέχρι και σήμερα είναι το μοναδικό, κρατικό μόρφωμα, στον κόσμο, πού δέχτηκε επί αιώνες, τόσες πολλές επιθέσεις, από τόσους πολλούς διαφορετικούς λαούς. Πρώτου να κινηθεί ενάντια στους Γερμανούς, ο Βασίλειος, ήταν επιτακτική ανάγκη, να τελειώσει τους αμυντικούς πολέμους, με τους Βούλγαρους και τους Άραβες. Ήταν αδύνατον, να πολεμά σε τρία μέτωπα παράλληλα, καθώς πολεμούσε ήδη σε δύο. Έκανε τα πάντα για την Ελλάδα. Μέχρι και προσωρινό πάπα στην Ρώμη, επέτυχε να διορίσει, με στόχο, να προστατέψει, το Ελληνικό-Ρωμαϊκό κράτος, από τις επερχόμενες σταυροφορίες, που προετοίμαζαν οι Γερμανοί. Ενδεικτικό ήταν ότι τις χρονιές 996 και 999 μ.Χ., πολέμησε στο Ανατολικό μέτωπο, τους Αγαρηνούς. Κατά την επιστροφή του, για τον Βουλγαρικό μέτωπο, στο πέρασμά του, σκορπούσε τον όλεθρο, και ισοπέδωνε τα πάντα. Όλα αυτά τα έκανε ως αντίποινα, και νόμιμη άμυνα, για τις σφαγές, τις κλοπές, τους εμπρησμούς, τους βιασμούς, το σκλάβωμα των γυναικών, που έκαναν σε ετήσια βάση, επί πολλούς αιώνες οι Αγαρηνοί εις βάρος, του άμαχου Ελληνικού πληθυσμού.
Εξαιτίας του δυναμισμού, της αποφασιστικότητας και της Φιλοπατρίας, του Βουλγαροκτόνου, το Ρωμαϊκό κράτος είχε μεγαλύτερη έκταση και ασφάλεια, από την ημέρα, που δημιουργήθηκε. Πότε άλλοτε δεν είχε ξαναγίνει κάτι παρόμοιο, με το μοναδικό επίτευγμα του Βουλγαροκτόνου. Από το Αζερμπαϊτζάν μέχρι την Κροατία, ο Βασιλιάς ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος. Το ίδιο και στο εσωτερικό της Ελληνικής-Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι πλούσιοι βρισκόταν υποταγμένοι, και ανίσχυροι, κάτω από την πανίσχυρη εξουσία του Αυτοκράτορα. Οι φτωχοί υπήκοοι γνώρισαν μια άνευ προηγουμένου ευημερία, στα παγκόσμια ιστορικά χρονικά. Η στρατιωτική υπεροχή του Ρωμαϊκού κράτους, επέφερε την αύξηση της πολιτικής ισχύος, την εδραίωση του Χριστιανισμού και του πολιτισμού, εντός και εκτός των συνόρων, στις χώρες που ασπάστηκαν την Ορθοδοξία. Από όλους τους ηγεμόνες, μόνον ο Βασίλειος εφάρμοσε πιστά, το απόλυτο αυτοκρατορικό Ελληνικό-Ρωμαϊκό ιδεώδες, της απεριόριστης δύναμης και πρόνοιας. Κυριολεκτικά φαινόταν, να είναι απεσταλμένος του Χριστού, για να αποδείξει, ότι ήταν εφικτό να γίνει η πολιτική θεωρία, της Pax Romana, πράξη. Την ένωση των Ορθοδόξων λαών, κάτω από την εξουσία, του Έλληνα Χριστιανού μονάρχη, της βασιλεύουσας, το οποίο έθεσαν ως αξίωμα, οι προηγούμενοι αυτοκράτορες, το επέτυχε, μόνον ο Βασίλειος. Ήταν ο απόλυτος παντοκράτορας του στρατού, των πολιτικών και των Εκκλησιαστικών αξιωματούχων.
Η εξουσία του Βασίλειου, ήταν πλαισιωμένη, με Θεϊκή παντοδυναμία και ευλογία. Κυριολεκτικά με μια εντολή, του Έλληνα αυτοκράτορα, Ρώσοι και Σλάβοι σταμάτησαν τους εχθρούς των Ελλήνων, στην Κάτω Ιταλία, Αρμένιοι πολεμούσαν στον Δούναβη, και Βούλγαροι εγκαταστάθηκαν, στον Βασπρακάν. Η νομοθεσία του, ήταν εξίσου δίκαιη και πολύ σκληρή για την κοσμική και για την Εκκλησιαστική περιουσία.
Καμία διαμαρτυρία δεν τον έκανε ποτέ να αλλάξει γνώμη. Όσες φορές του ζήτησε πίσω, ο Πατριάρχης Σέργιος τα κτήματα της Εκκλησίας και των πλουσίων, ο Βασίλειος, ήταν ανένδοτος και δεν δεχόταν, ούτε καν να συζητήσει, ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Επί των ημερών του, δεν υπήρχαν οφίκια-αξιώματα, για ιστορικές προσωπικότητες, όπως οι Πατριάρχες Πολύευκτος, Κηρουλάριος, και πολιτικοί όπως ο Βασίλειος Λεκαπηνός, ο Ιωσήφ Βρίγγας και ο Μιχαήλ Ψελλός. Σε όλο του, τον αυτοκρατορικό βίο, αντιπαθούσε τις πολυδάπανες τελετές και τις επιδείξεις. Όταν βρισκόταν στην πρωτεύουσα, ντυνόταν απλά. Για μια και μοναδική φορά, στην παγκόσμια ισοτρία. ένας Έλληνας βασιλιάς, συγκέντρωσε τόσες πολλές ικανότητες. Υπήρξε ο πιο αφοσιωμένος και φιλόπονος-φιλόπατρις ηγεμόνας.
Ήταν ο βασιλιάς-αυτοκράτορας, με την ακατάλυτη αποφασιστικότητα, την στρατηγική ετοιμότητα του δομέστικου των σχολών, και την σχολαστική ακρίβεια, του λοχία-εκπαιδευτή. Ήταν πολύ γενναίος στα πεδία των μαχών, και ήταν ακαταπόνητος στις σωματικές κακουχίες. Αφιέρωσε όλη την ζωή του, στην Ελλάδα. Δεν παντρεύτηκε και δεν έκανε παιδιά, εξαιτίας των τεράστιων εθνικών κινδύνων. Είναι προφανές, ότι λιγότερο έξυπνοι και δυναμικοί άνθρωποι, από εκείνον, έβλεπαν ότι οι διάδοχοι του, ήταν ανίκανοι και επικίνδυνοι, για την Ελληνική-Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Παρά ταύτα δεν άφησε απογόνους.
Πίνακας περιεχομένων
9ΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
Η φλογέρα του Βασιλιά
Συγγραφέας:
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΞΕΝΟ ΑΡΘΡΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ
ΤΗΝ “ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΆ” :
- Για τον Παλαμά, η Ελλάδα ήταν κάτι το πολύ πιο μεγάλο από όσο είναι και η πιο τρανή χώρα. Ήταν το απόλυτο. Ήταν όλα. Έτσι σκεφτόταν και, προ παντός, έτσι στοχάζονταν και οραματίζονταν οι άνθρωποι της εποχής του, η γενιά του.
Ήταν η μεγάλη γενιά που ένοιωθε ακόμη γύρω της ζεστό το Εικοσιένα. Έβλεπε πως το Εικοσιένα είχε μείνει μισό, πως είχε αρχίσει μόνο. Έπρεπε το Εικοσιένα να πραγματωθεί ολόκληρο. Από την Ελλάδα του ’21 είχε μείνει έξω η Μακεδονία. Όλα τείναν προς τα εκεί. Η μικρή Ελλάδα, η ατροφική Ελλάδα του 1850, του 1860, του 1870, του 1880, του1890, αν έμενε με το σώμα που είχε, θα πέθαινε. Ή θα έπρεπε να μεγαλώσει εδαφικά και σωματικά, ή θα πάθαινε ατροφία πλήρη και θα έσβηνε από τον χάρτη. Απότοκος αυτής της αναγκαιότητας ήταν ο άτυχος πόλεμος του 1897.
Σήμερα, την ατυχία εκείνη που τόσο την επέκριναν σαν ολέθριο λάθος, εμείς την βλέπουμε σαν ένα θλιβερό επεισόδιο μέσα στο σύνολο και την εξέλιξη ενός μεγάλου αγώνα. Το θλιβερό εκείνο επεισόδιο, είχε και μερικά καλά αποτελέσματα. Δημιούργησε μια αντίδραση, μια προσγείωση, μια ανάγκη «ρεβάνς». Στις συνειδήσεις των εκλεκτών και των νέων δημιούργησε το αίσθημα της «ευθύνης» – επειδή ακριβώς το ’97 υπήρξε μια εκδήλωση ανευθυνότητας. Και το αίσθημα αυτό της ευθύνης, αίσθημα βαθύτερα ηθικό, μας έφερε σε δύο θαυμαστά και παράλληλα αποτελέσματα και επιτεύγματα: στην ποίηση και στον μακεδονικό αγώνα.
Η ποίηση και ο εθνικός αγώνας (δηλαδή ο μακεδονικός) ήταν τότε κάτι το κρυφό, το παράνομο, το ανεπίσημο και το καταδιωγμένο από τις συμβατικές ελληνικές συνειδήσεις. Η ήττα του ’97, η καθαρεύουσα και η προγονοπληξία, δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια του να έχουμε αληθινή επική και εποικοδομητική ποίηση, ποίηση εθνική, μήτε και έφεση προς την απολύτρωση των αλύτρωτων Ελλήνων. Κι όμως, τα δυο αυτά, σε πείσμα της κάθε αντιξοότητας, υπήρχαν. Δρούσαν. Ενεργούσαν. Και τόσο πιο έντονα και πιο πεισματικά, όσο πιο τυφλή και πιο άκαμπτη ήταν η αντίδραση.
«Ἡ φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» δεν βγαίνει μόνο από ελληνικότητα και από επική έμπνευση. Βγαίνει κι από θέληση, βγαίνει κι από πείσμα. Από το πείσμα της ελληνικής ζωής που θέλει να ζήσει, και που γι’ αυτό διαλέγει μεγάλα ιστορικά σύμβολα, σαν κι αυτό του Μακεδονίτη Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Αυτός στοίχειωσε την πεισματωμένη ψυχή και φαντασία του Κωστή Παλαμά. Αυτός εμψύχωσε το «τραγούδι τῶν ἡρώων» που ένοιωσε την ανάγκη να γράψη ο Παλαμάς, για να ξυπνήσει με τους τραχειούς τόνους του τις κοιμισμένες και φοβισμένες συνειδήσεις των συγκαιρινών του. Τις συνειδήσεις που τις κατέτρυχε σαν εφιάλτης η φυγή των νικημένων Ελλήνων του ’97, και που, πτοημένες απ’ αυτή τη φυγή, δεν μπορούσαν πια να φαντασθούν την ιστορία μας παρά σαν μια διαρκή υποχώρηση κι ένα σκόρπισμα του ελληνισμού – πράγμα εντελώς αντίθετο με την Ελλάδα του μακεδονίτη Βουλγαροκτόνου, όπου αυτός εξανάγκαζε τα πάντα να σκορπιούνται και να υποχωρούν μπροστά στην ακατανίκητη ορμή του.
- Η «φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» αρχίζει μ’ έναν πρόλογο όπου ο ποιητής εξηγεί έμμετρα το σκοπό και την φύση του έπους που ακολουθεί. Το έπος χωρίζεται σε δώδεκα λόγους. Μα πριν αρχίσει το κύριον έπος, ανάμεσα στον πρόλογο και σ’ αυτό, μεσολαβεί ένα αυτόνομο ποίημα, ένα «επεισόδιο», τιτλοφορούμενο «Ὁ γιὸς τῆς χήρας».
Το αφηγηματικό αυτό ποίημα αναπτύσσει έναν μύθο σχετικό με την παράδοση, την καταγωγή και τη μοίρα της Μακεδονικής Δυναστείας. Ένας τσάρος Βούλγαρος, ο Κρούταγος, αποφασίζει να τους απελευθερώσει. Οι δούλοι περνάν από ‘μπρός του και τον ευχαριστούν για τη μεγάλη του χειρονομία, γονατίζοντας και σκύβοντας. «Μόνο ἕνας μπρός του σάν περνᾶ δέ γονατᾶ, δέ σκύβει». Ποιός είναι; Ένας λεβέντης νιος αρχοντικός, περήφανος, γνωστός στο στρατόπεδο σαν «ὁ γιός τῆς χήρας». Ο γιός της χήρας είναι το κρυφό καμάρι των σκλάβων. Τον έχουν για αρχηγό τους, για δύναμη τους, επειδή σαν μικρός, μια μέρα καλοκαιρινή μέσα στον μακεδονίτικο κάμπο, καθώς κοιμούνταν και τον χτυπούσε ο αλύπητος ήλιος με κίνδυνο να τον θανατώσει κι η μάνα του προσπαθούσε να του βρει λίγο ίσκιο:
Κάτω από τα μεγαλόπρεπα φτερούγια του θρυλικού αετού προσδιορίστηκε η μοίρα του μεγάλου μακεδονίτη βασιλιά:
Το προλογικό αυτό επεισόδιο που μας βάζει τόσο έμμεσα μέσα στην αίγλη της Μακεδονικής δυναστείας, τελειώνει με τους θαυμάσιους τούτους θριαμβευτικούς στίχους:
Το αντισλαυϊκό και αντιβαρβαρικό μακεδονικό μήνυμα έχει δοθεί. Το ενσαρκώνει ο αετογέννητος μέσα στον μακεδονίτικο κάμπο, Βασίλειος Βουλγαροκτόνος. Η νέα κορυφή της Ρωμιοσύνης, η συνέχεια του Αχιλλέα και ο ταυτόσημος του Διγενή Ακρίτα. Στο ίδιο αυτό ποίημα ο Παλαμάς μας δίνει μια ομηρικά πλούσια και ζωντανή ζωγραφιά του μακεδονίτικου κάμπου, σε ώρα καλοκαιρινού μεσημεριού:
Στον τρίτο λόγο της «Φλογὲρας τοῦ Βασιλιᾶ» ο Παλαμάς υφαίνει την πολεμική και την κατακτητική του δόξα, από τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά των πόλεων και των τόπων που τον είδαν τροπαιούχο και θριαμβευτή, απελευθερωτή και εκδικητή. Στην κορυφή τους, στέκεται η Θεσσαλονίκη, «νευραλγικόν σημεῖον τῆς ἐθνικής ψυχῆς», κοινή λαχτάρα των αλλοφύλων, από τα χρόνια εκείνα ώς τα σημερινά. Πόσο καίριοι, και σαν ποίηση μα και σαν εθνική τοποθέτηση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, είναι τούτοι οι στίχοι:
Στον Τέταρτο Λόγο γίνεται η απαρίθμηση των λαών και των φυλών που συνέθεταν τον βυζαντινό στρατό, με τις ιδιαίτερες φορεσιές τους, τον οπλισμό τους και τα πολεμικά τους και θρησκευτικά συνήθεια. Ελληνικές οι πιο πολλές καταβολές. Περνάν από ᾿μπρός μας, σαν σε πλαστικό όνειρο, όλες οι ελληνικές ράτσες. Κι έρχεται και η σειρά της Θεσσαλονίκης:
Όλο το ποίημα της «Φλογέρας τοῦ Βασιλιᾶ» είναι κατάσπαρτο από εικόνες που αναφέρονται στη Μακεδονία, εκτός βέβαια από τα κομμάτια που παραθέσαμε. Μα ποτέ δεν έπαψε ο Παλαμάς να θερμαίνεται από τη σκέψη, από την αίσθηση, από την ιστορία, από το μέγεθος, από τη σημασία της μεγάλης αυτής και πολυσήμαντης ελληνικής περιοχής. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» την έγραφε επί πολλά χρόνια. Νεώτατος είχε συλλάβει την ιδέα της. Σε ηλικία 51 χρονών την πρωτοπαρουσίασε στον ελληνισμό. Δηλαδή την δούλευε στο διάστημα του «μακεδονικοῦ ἀγώνα». Στα 1904 σκοτώθηκε η ψυχή του αγώνα, ο Παύλος Μελάς. Την εποχή εκείνη ήταν συνεπαρμένος ο Παλαμάς από το έπος που προετοίμαζε και που το προώριζε για ξυπνητήρι του ελληνισμού. Ο ηρωϊκός θάνατος του ευγενικού και αριστοκράτη μακεδονομάχου τον συγκινεί βαθειά. Κι ένα σύντομο μα συναρπαστικό και επιγραμματικό ελεγείο πετιέται από τη συγκίνησή του. Το καλλίτερο μνημείο για τον Παύλο Μελά (Βλ. εδώ).
Σάν πιό πλατειά τή δείχνεις, καί τή φέρνεις σάν πιό κοντά!
Ας προσέξουμε αυτή την καταπληκτική ποιητική ρήση που λέει: «πλατειά τοῦ ὀνείρου μας ἡ γῆ». Αυτή η γη είναι η Μακεδονία για την οποία μάχονταν ο Μελάς. Πως την έβλεπαν οι ελεύθεροι Έλληνες της εποχής εκείνης; Όπως τόσο ενεργητικά και παραστατικά το λέει ο Παλαμάς: «μια γῆ πλατειά καί ἀπόμακρη». Μια γη, πλατειά όσο και το όνειρο. Απρόσιτη όσο και το ιδανικό. Ανέφικτη, σαν παράδεισος. Στα 1904 ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς πως σε οκτώ χρόνια η Θεσσαλονίκη θα γίνονταν ελληνική και η «πλατειά γῆ τῆς Μακεδονίας» θα πλάταινε απεριόριστα την Ελλάδα. Κι όμως ο Παλαμάς, ποιητής του έθνους, το διαισθάνεται.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά τον κάνει προφήτη. Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει προφητικά πώς ένας τέτοιος θάνατος δεν πάει χαμένος. Πώς είναι το προμήνυμα που θα συντομέψει τον χρόνο και το αδύνατο θα το κάνει εφικτό. Κι έτσι, εκείνη τη στιγμή την ιερή που ο ποιητής επικοινωνεί με τον σκοτωμένο ήρωα, βλέπει πως αυτός ο θάνατος τη Μακεδονία «σάν πιό πλατειά τή δείχνει, καί τή φέρνει σάν πιό σιμά». Κι ο Παλαμάς κατανυκτικά τονίζει μια δεητική προσευχή προς τον τροπαιοφόρο Άγιο Δημήτριο, τον προστάτη της μοναδικής πόλης:
Ό θρίαμβος επακολούθησε γοργός. Η Μακεδονία και η Θεσσαλονίκη ξαναδόθηκαν στην Ελλάδα, ξαναβρήκαν την τροχιά τους. Με το πέρασμα του καιρού και την γενική πρόοδο του ελληνισμού, γίναν «κορῶνες τῆς Ἑλλάδας». Η Θεσσαλονίκη, στα 1928, θέλοντας να τιμήσει τον μεγάλο ποιητή που τόσο την είχε υμνήσει, τον καλεί σε επίσημο γιορτασμό. Ο αταξίδευτος ποιητής αποφασίζει να κάνει το πιο μεγάλο ταξίδι της ζωής του. Επιχειρεί αυτό το ταξίδι με τρόπο αντίστροφο από τον τρόπο που το έκανε ο παλαιός του ήρωας, ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος. Εκείνος το έκαμε από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Ο ποιητής, το κάνει από την Αθήνα προς τη Θεσσαλονίκη.
Μέσα από τα παράθυρα του τραίνου, βλέπει για πρώτη φορά τα τοπία που οραματικά ύμνησε και ανάστησε στη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ»: την Βοιωτία, τη Θήβα, τη Λιβαδιά, τη Θεσσαλία, τον αγαπημένο του Όλυμπο. Συγκινημένος βαθειά από την υποδοχή των Μακεδόνων, περνάει μέρες λατρείας στη Θεσσαλονίκη. Μα δεν έχει πάει έτσι προς αυτήν με γυμνά χέρια. Έχει ετοιμάσει μια εξαιρετική ομιλία για την ποίησή του, μέσα στην οποία προβάλλονται θέματα ιστορικά και θρησκευτικά της βασίλισσας του Θερμαϊκού. Κι έχει μαζί του κι ένα καινούργιο, συνοψιστικό ποίημα για την πρωτεύουσα της «πλατειᾶς καί ἀπόμακρης γῆς» του 1904. Είναι η τελευταία του λυρική προσφορά προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου – μια προσφορά γιομάτη εθνική και ιστορική συγκίνηση, τεχνικώτατα συνθεμένη και τραγουδημένη:
τήν Ἑλλάδα!
Πηγή: «Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς καὶ ἡ Μακεδονία» Ἄρθρον τοῦ Ἀνδρέα Καραντώνη ἀπὸ τὸ περιοδικὸ ΗΩΣ, τεῦχος 63-65 τοῦ 1962. Επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr













