Ἐπιμέλεια: Κων/νου Σωτ. Δεσπότη
Ἰωάννινα 26η Νοεμβρίου 2023
Σύντομη βιογραφία
Ὁ Θεόδωρος ἦταν τό δεύτερο παιδί ἀπό τά πέντε τοῦ ἱερέα Σωτηρίου καί Ἐλευθερίας Δεσπότη. Γεννήθηκε στό Παναιτώ-λιο Ἀγρινίου τό 1939.
Τό 1963 φοίτησε στίς Γαλακτομικές Σχολές Νάξου καί Καλα-βρύτων ἐργάστηκε μέ σύνεση, καί καθαρότητα.
Τό 1965 παντρεύτηκε τήν Δήμητρα Τάγκα καί ἀπέκτησαν τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐλευθερία, τήν Ἀλεξάνδρα καί τήν Σωτη-ρία.
Διακόνησε στήν ἁγία Μαρίνα καί ἅγιο Νικόλαο Κοπάνων τῆς πόλεως τῶν Ἰωαννίνων ὡς Ἱεροψάλτης. Βοηθοῦσε πάρα πολύ τούς συνανθρώπους του πού ἦταν σέ δύσκολη, ὑγειονο-μική καί οἰκονομική κατάσταση.
Κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ τήν 26η Νοεμβρίου 2023.
Ἡ προπτωτική – ἀρχέγονη κατάσταση τῶν πρωτοπλάστων
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν γνωρίζει πώς «βγῆκε» ἀπό τά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ δέν θά καταλάβει πώς τόν κατάντησε ἡ ἁμ-αρτία.
Παράδεισος
Ὁ Παράδεισος χαρακτηρίζεται ὡς ἀγγελική πολιτεία μέ κύ-ρια χαρακτηριστικά τήν ἐλευθερία καί ἀπό μία συγκεκριμένη ποιότητα σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἑαυτόν του, τόν συ-νάνθρωπο καί τόν Θεό.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «ὁ θεῖος παράδει-σος μέ τά χέρια τοῦ Θεοῦ φυτευμένος στήν Ἐδέμ τόπος εὐ-φροσύνης καί χαρᾶς. Φυτεμένος στό ὑψηλότερο μέρος ἀπό ὅλη τήν γῆ, μέ ἤπιο κλίμα μέ λεπτό καί πάρα πολύ καθαρό ἀέ-ρα μέ ἀειθαλῆ φυτά, γεμᾶτος εὐωδία, φῶς ξεπερνώντας κάθε φαντασία ὀμορφιᾶς καί αἰσθητή λαμπρότητα,πραγματικά θεῖ-ος τόπος. Μέσα σ’ αὐτόν ὁ Θεός φύτευσε τό δένδρο τῆς ζωῆς καί τό δένδρο τῆς γνώσεως.Τό δένδρο αὐτό τῆς γνώσεως σή-μαινε προσπάθεια,δοκιμασία καί ἄσκηση γιά τήν ὑπακοή καί τήν παρακοή, γι’ αὐτό ὀνομάστηκε δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, ἤ γιατί ἔδινε γνωστική δύναμη σέ ὅσους κοινωνοῦσαν μέ τήν φύση του.
Τό δένδρο τῆς ζωῆς σήμαινε:«ἤ τό δένδρο πού ἔχει ἀνά-πτυξη ἐνέργειας ζωῆς, ἤ δίνεται γιά βρώση στούς ἄξιους τῆς ζωῆς».
Ὁ Παράδεισος γιά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας νοεῖται κατά τρόπο αἰσθητό καί νοητό, ὅπως καταδεικνύεται στήν συ-νέχεια ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν γνωρισμάτων τῆς προπτωτικῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου.
Δημιούργησε τούς ἀγγέλους ἀπό νοερῆς καί ἀσώματης φύ-σεως, σέ σύγκριση μέ τήν παχύτητα τῆς ὕλης. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἐξηγεῖ ὅτι κατά τήν παραδείσια κατάσταση προβλέπονταν ὁρισμένες ἐργασίες γιά τούς πρωτοπλάστους. Ὁ Ἀδάμ ἦταν ἐπιφορτισμένος μέ τήν ἐργασία τῆς καλλιέργειας καί τῆς φύ-λαξης τοῦ παραδείσου. Οἱ ἐργασίες αὐτές ὅμως δέν μποροῦν νά νοηθοῦν ὡς ἐργασίες ἑνός κηπουροῦ, πού ἁπλᾶ καλλιερ-γεῖ, προσέχει καί διορθώνει τίς ἀτέλειες ἑνός κήπου, διότι ὁ παράδεισος φυτεύτηκε ἀπό τό χέρι τοῦ τέλειου Θεοῦ. Ἡ καλ-λιέργεια πρέπει νά νοηθεῖ ὡς ἡ κύρια ἐργασία τοῦ Ἀδάμ γιά τήν πορεία πρός τήν Θεογνωσία. Ὁ Ἀδάμ μέ φύση περιορι-σμένη, ἐξαιτίας τῆς κτιστότητάς του, ἦταν σχετικά τέλειος. Μποροῦσε νά προχωράει πρός τήν τελείωση προσηλώνοντας τό βλέμμα του στόν Θεό. Γι’ αὐτήν τήν πορεία τῆς τελείωσης ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἀναφωνεῖ μέ θαυμασμό: «αὐτό εἶναι τό ἔργο τῆς τελείωσης, αὐτό τό ἀνεκτίμητο χάρισμα τοῦ ἀπεριορίστου καί ἀγαθότατου Θεοῦ!».
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος σημειώνει ἀκόμη κάτι σημαντικό γιά τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στόν παράδεισο. Ὁ παράδεισος ἐκτός ἀπό ἕναν χῶρο πού βρίσκονταν ὁ ἄνθρωπος καί τά ἀγ-γελικά πνεύματα, ἦταν καί χῶρος στόν ὁποῖο μποροῦσε νά εἰ-σέρχεται καί ὁ διάβολος. Ἀπό τήν πλευρά του ὁ Ἀδάμ ντυμέ-νος μέ τό σῶμα, ξένο πρός τίς ἀσθένειες καί τήν μετέπειτα βα-ρύτητά του ἦταν κάτοχος ἀσύγκριτα πιό λεπτῶν αἰσθήσεων ἀπ’ ὅτι τώρα, «ἦταν ἱκανός πρός τήν αἰσθητική ὅραση τῶν πν-ευμάτων στήν κατηγορία τῶν ὁποίων ἀνῆκε κι αὐτός μέ τήν ψυχή, ἦταν ἱκανός νά προχωρεῖ στήν ἐπικοινωνία μέ αὐτά».
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, μέ τό «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργία του κλήθηκε νά ζήσει μέσα στόν παράδεισο καί νά ἑνώσει τό πνεῦμα του μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, νά φτάσει στήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, νά ἔχει στενή ἕνωση μαζί Του, νά γίνει μέτοχος τοῦ Θεοῦ, νά προχωρᾶ πρός τήν τελείωση καί νά γίνει θεός κατά χάρη. Ἀλλά, γράφει ὁ ὅσιος, «ἔγινε πλήρης ἡ καταστροφή: ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἔπεσε».
Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου
Τέλος δημιούργησε τόν ἄνθρωπο μέ τά ἴδια Του τά χέρια ἀπό ὁρατή καί ἀόρατη φύση, κατ’ εἰκόνα καί κάθ’ ὁμοίωση. Τό μέν σῶμα ἀπό τήν γῆ καί τοῦ ἔδωσε λογική καί νοερή ψυ-χή μέ τήν δική Του πνοή, αὐτό πού ἀποκαλοῦμε κατ’ εἰκόνα, ἐνῶ τό καθ’ ὁμοίωση τήν κατά δυνατό ὁμοίωση στήν ἀρετή.
Δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἄκακο, εὐθύ, ἐνάρετο, ἄλυπο, ἀμέριμνο, λαμπρυνόμενο μέ κάθε ἀρετή, στολισμένο μέ ὅλα τά ἀγαθά, σάν ἕνα δεύτερο κόσμο, μικρό σέ μεγάλο,ἄλλον ἄγ- γελο, μικτό προσκυνητή, ἐπόπτη τῆς ὁρατῆς καί ὁπαδό τῆς νοητῆς κτίσεως. Βασιλιά τῶν ὅσων βρίσκονται στήν γῆ, βασι-λευόμενο ἀπό πάνω, ἐπίγειο καί οὐράνιο, πρόσκαιρο καί ἀθάνατο, ὁρατό καί νοούμενο…νά δοξάζει τόν εὐεργέτη Θεό, νά φιλοτιμεῖται γιά τό μεγαλεῖο, νά θεώνεται μέ τήν τάση πρός τόν Θεό, μέ τήν μετοχή του στήν θεία λάμψη, καί ὄχι νά μεταβαίνει στήν θεία οὐσία, μέ θέληση αὐτεξούσια .
Ἔχοντας ὡς κατοικία τόν ἔνοικόν Του Θεό καί ἐνδεδυμένος μέ τήν Χάρη Του καί ἀπολαμβάνοντας τόν μοναδικό γλυκύτα-το καρπό, δηλαδή τήν θεωρία, (δηλ.τήν θεϊκή ὅραση), τοῦ προσώπου Του, σάν ἄλλος Ἄγγελος καί τρεφόμενος μέ αὐτήν τήν Χάρη .
Τό κομψότατο τελειότατο δημιούργημα πού εἶναι ὁ ἄνθρω-ποςσκοπό ἔχει νά ἑτοιμασθεῖ καί νά ὁμοιάσει μέ τό πανάγιο καί ὑπέρτερο πρότυπό Του .
Ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς βρίσκεται στό νά ζεῖ ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας μέ τόν Θεό.
Νά γίνει ὁ Θεός ἡ ζωή μας γι’ αὐτό καί δημιουργηθήκαμε, γιά νά ζήσουμε τήν ζωή Του, καί μάλιστα σέ ὅλη τήν ἀπειρότητά της. Ὁ λόγος αὐτός μπορεῖ νά μᾶς τρομάζει ὅταν βλέπουμε τήν τωρινή οἰκτρή κατάστασή μας, ἀλλά ἔτσι εἶναι, καί δέν πρέπει νά χάσουμε τήν πίστη αὐτή.
Γιά νά φθάσει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση πρέπει νά ἀποκτήσει μερικές ἠθικές ἰδιότητες, ὅπως τήν σοφία, τήν εὐσέβεια, τήν ἁγιότητα, τήν καθαρότητα, τήν συνέπεια στό καλό.
Κατά τόν ἅγιο Νικήτα τόν Στηθάτο ἀναφέρει μερικές θεϊκές ἰδιότητες πού πρέπει νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος γιά νά φθά-σει στό καθ’ ὁμοίωση. Αὐτές εἶναι: ἡ ἀρετή καί ἡ σύνεση, ἡ δι-καιοσύνη καί ἡ τελειότητα, ἡ ταπείνωση καί ἡ πραότητα.
Ὡς πρός τό σῶμα
Ὁ ὅσιος Ἰγνάτιος διδάσκει ὅτι αὐτό βρισκόταν σέ πλήρη ἁρ-μονία, σέ ἀμοιβαία συμφωνία μέ τήν ψυχή.
Τό σῶμα δέν ἦταν σάν τά σώματα τῶν ζώων, οἱ σαρκικές ἐπι-θυμίες δέν εἶχαν σχέση μέ αὐτό. Ἐπιδίωκε μόνo τήν πνευματι-κή ἡδονή, τήν ἔμφυτη δύναμη τῆς ἐπιθυμίας του νά βρίσκεται σέ πορεία πρός τόν Θεό. Τό σῶμα τοῦ Ἀδάμ, ἦταν ἐλαφρύ δέν εἶχε καμμία ἐπίδραση ἀπό τά στοιχεῖα τῆς φύσεως, δέν καψα-λιζόταν ἀπό τόν ἥλιο, δέν βυθιζόταν στό νερό. Ἦταν ἀπαθές, ἀθάνατο κατά χάρη, ἦταν δεκτικό τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τοῦ θανάτου μέ αἰώνια νεότητα, ἦταν ἕνα θαυμάσιο ἔνδυμα τῆς ψυχῆς.
Ὡς πρός τήν ψυχή
Σέ σχέση μέ τόν Θεό εἶναι ὑλική, ἀλλά μέ σχέση μέ τόν ὑλι-κό κόσμο εἶναι λεπτή καί ἀόρατη. Ἔχει δική της μορφή πού ταιριάζει μέ τήν μορφή κάθε ἀνθρωπίνου σώματος, καί βρί-σκεται σέ ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος. Μπορεῖ νά βιώσει τά βά-σανα τῆς κολάσεως καί τήν μακάριότητα τοῦ Παραδείσου, μπορεῖ νά ἀπολαύσει τήν ἀνώτατη, ἐσωτερική ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό.
Μοιάζει ὡς πνεῦμα μέ αὐτό τῶν ἀγγέλων, ἔχει νοῦ καί πν-ευματική αἴσθηση, ἐλεύθερη βούληση, ἀλλά καί κτίσμα καί εἶναι περιορισμένο .
Ψυχῆς ὁρισμός
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης δίνοντας τόν ὁρισμό τῆς ψυχῆς λέει ὅτι εἶναι: «οὐσία κτιστή, ζῶσα, νοερά, μεταδίδουσα στό ὁργανικό καί αἰσθητικό σῶμα ζωτική δύναμη καί ἀντιληπτική τῶν αἰσθητῶν,ἕως ὅτου βέβαια παραμένει τό σῶμα στήν ζωή. Ἡ ψυχή εἰσάγει ζωτική δύναμη στόν σωματικό ὁργανισμό γιά τήν ἐνέργεια τῶν αἰσθήσεων1». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό σῶμα κι-νεῖται ἀπό τήν δύναμη καί τήν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Ἔτσι, ἡ ψυχή εἶναι κτιστή, γενητή, δημιουργημένη ἀπό τόν Θεό, εἶναι νοερά καί ζῶσα οὐσία, πού μεταδίδει τήν ζωή στό σῶμα, ἕως ὅτου διατηρεῖται ἡ ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος, μέ τήν βοή-θεια καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Ἕναν ὁλοκληρωμένο ὁρισμό γιά τήν ψυχή μας δίνει ὁ ἅγιος Ἰωάνης ὁ Δαμασκηνός: “Ψυχή λοιπόν εἶναι οὐσία ζῶσα, ἁπλή, ἀσώματη, ἀόρατη κατά τήν φύση της στά σωματικά μάτια, λογική καί νοερή, ἀσχημάτιστη, ἐνῶ χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο τό σῶμα καί παρέχει σ’ αὐτό ζωή καί αὔξηση καί αἴσθηση καί γέννηση, χωρίς νά ἔχει ἄλλον νοῦ στήν περιοχή της, (ὅπως εἶ-ναι τό μάτι στό σῶμα, ἔτσι εἶναι ὁ νοῦς στήν ψυχή, αὐτεξού-σια, θελητική καί ἐνεργητική, τρεπτή δηλαδή ἐθελότρεπτη, γιατί εἶναι κτιστή”2.
Ὑπάρχει ἕνας ἁπλός ὁρισμός, ἀναφέρει ὁ π. Κων/νος Στρα-τηγόπουλος ἀλλά πολύ οὐσιαστικός, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο. Μάλιστα αὐτός ὁ ὁρισμός εἶναι γραμμένος σ’ ἕνα ἀπό τά κείμενά του, τά «Δογματικά Ἔπη»: «Ἡ ψυχή εἶναι ἁπλῆ, πνοή τοῦ Θεοῦ καί δέχθηκε σύντροφό της ὅ,τι ἔδωσε ὁ Θεός νά τήν συντροφεύει», τό σῶμα δηλαδή. Αὐτή εἶναι ἡ ἁπ-λῆ προσέγγιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Εἶναι καίρια γιά τήν ἀνάλυσή μας ἡ λέξη «οὐσία» πού εἶναι «ἁπλῆ». Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο: ὁ Θεός εἶναι «ἁπλός», δηλαδή δέν ἔχει διχασμούς μέσα Του.Καί ἐφόσον ἡ ψυχή εἶναι κτίσμα Του, καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι κι αὐτή ἁπλῆ. Δηλαδή δέν εἶναι φτιαγμένη νά ἔχει διχασμούς3.
Ἔχει τήν ἱκανότητα τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς καί τῶν δύο αὐ-τῶν καταστάσεων.
Ἔχει τρεῖς δυνάμεις τό λογικό μέ τό ὁποῖο ζητοῦμε νά γνω-ρίσουμε τόν Θεό καί νά λύνουμε τά καθημερινά προβλήματα, μέ ἕδρα τόν ἐγκέφαλο ἡ λογική ἐνέργεια καί ἡ νοερά (ἤ νοῦς), μέ τήν καρδιά. Τό θυμικό ἤ τήν δύναμη τῆς ἀνδρείας, πού ἀγωνιζόμαστε νά ἐπιτύχουμε τήν γνώση τοῦ Θεοῦ μέ ἕδρα τήν καρδιά καί ἐπιθυμητικό ἤ δύναμη τῆς θέλησης, πού πο-θοῦμε τό ἀγαθό στήν περιοχή μεταξύ στήθους καί τοῦ κάτω μέρους, κοντά στόν ὀμφαλό.
Τό λογικό μέρος ἀποτελεῖται ἀπό τόν νοῦ, τόν λόγο καί τό πνεῦμα. Ὁ νοῦς εἶναι ἡ πηγή, πού γεννᾶ τόν λόγο καί ὁ λόγος εἶναι μέ τό πνεῦμα. Τό πνεῦμα προέρχεται ἀπό τόν νοῦ καί συνεργεῖ μέ τόν λόγο. Ὁ νοῦς ἐκφράζεται μέ τόν λόγο καί ὁ λόγος φανερώνεται μέ τό πνεῦμα, λειτουργοῦν μέ τήν μορφή τῆς Ἁγίας Τριάδος Πατήρ (ὁ Νοῦς), Ὁ Υἱός (ὁ Λόγος) καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, παρέχει μία πολύ μικρή εἰκόνα τῆς Παναγίας Τριάδος.
Ἡ φυσική κατάσταση τῆς ψυχῆς ἦταν ἀπαθής (χωρίς πάθη ) καί φωτεινή· γνώριζε τά αἰσθητά καί νοητά κτίσματα τοῦ Θε-οῦ. Ὑπῆρχαν στήν φύση της ἡ ἐπιθυμία καί ὁ θυμός (καί τό λο-γικό), ὅπως καί τό κατ’ εἰκόνα .
Πρό τῆς πτώσεως, κέντρο τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ Θεός. Ἡ ψυχή ἐτρέφετο ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τό σῶμα ἀπό τήν χαριτωμένη ψυχή. Πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶχε συνέπειες γιά ὅλη τήν κτίση, καί μέ τήν ἔννοια αὐτή ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ βασι-λιᾶς ὅλης τῆς κτίσεως.
Δυνάμεις τῆς ψυχῆς
Ὁ ἀπό τόν Θεό δημιουργηθείς ἄνθρωπος χαρακτηριζόταν μέ μία μοναδική φυσική αἴσθηση, πού ἐνεργεῖτο ἐνιαίως καί μέ ἁπλότητα ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Μέ τήν αἴσθηση αὐτή, ὁ ἄνθρωπος γευόταν ἑνιαίως τό ἀγαθό καί τό καλό μέ ὅλη τήν ψυχοσωματική του ὕπαρξη.
Ὁ νοῦς πρίν τήν πτώση, μετεῖχε μέ ὁλόκληρη τήν διάθεσή του – δηλ. ἑνιαίως – στό ἀγαθό ἤ στήν ἀγαθότητα τῆς Χάρι-τος, μέ τήν νοερά αἴσθηση. Ὑπῆρχε μία μοναδική σφαῖρα προ-σοχῆς ἡ ὁποία ἀπορροφοῦσε ὁλόκληρη τήν ἐνέργεια τῆς αἴ-σθησης τοῦ νοῦ: ἡ θεία Χάρη, ἡ συνύπαρξη μέ τόν Θεόν, ἡ γλυκύτητά Του καταλάμβανε ὅλη τήν ψυχή.
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ συνελαμβανόταν ἀποκλειστικά μέ τήν αἴσθηση τοῦ νοῦ (ἐννοοῦμε ἐδῶ τήν ὑπαρξιακή – ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, στό πρόσωπο τοῦ Ὁποίου οἱ πρωτόπλαστοι γνώριζαν ἑνιαῖα τό πᾶν, ἐφ’ ὅσον σ’ Αὐτόν ἔβλεπαν τούς λό-γους τῶν ὄντων, δηλαδή τήν αἰτία τῆς δημιουργίας των).
Γιά τόν ἅγιο Διάδοχο, τό ὅργανο τῆς ἄμεσης κοινωνίας μέ τόν Θεό εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς ἤ τοῦ νοῦ, ἡ νοερά αἴσθηση. Τό ἀντικείμενο τῆς νοερᾶς αἴσθησης αὐτῆς εἶναι ἡ μέ τόν Θεό διαπροσωπική σχέση, ἡ γεύση τῆς θείας παρουσίας, ἡ πεῖρα τῆς Χάριτος.
Στό περιφερειακό μέρος τῆς καρδιᾶς, ὑπῆρχε ἕνας τρόπος ἀλληλεπίδρασης ἀνάμεσα στήν ψυχή καί τό σῶμα. Ἐκεῖ μετα-διδόταν στό σῶμα ἡ πεῖρα τῆς νοερᾶς αἴσθησης, ἡ ὁποία κυ-ριαρχοῦσε στίς σωματικές αἰσθήσεις.
Οἱ πρωτόπλαστοι ἦταν σκεπασμένοι μέ τόν θεῖο ἔρωτα καί δέν γνώριζαν τήν γυμνότητά τους. Δηλαδή μετεῖχαν συνεχῶς – μέ τήν αἴσθηση τοῦ νοῦ – στόν Θεό, στήν ἀγαθότητα τῆς πα-ρουσίας Του, εἶχε μιά θεανθρώπινη σχέση πρός τήν ὑλική καί ὁρατή κτίση. Δέν γνώριζαν οἱ πρωτόπλαστοι τίς σαρκικές ἄλο-γες ἐπιθυμίες. Ὁ νοῦς κινοῦνταν κυκλικά μεταξύ τῆς πείρας τῆς θείας παρουσίας καί τῆς μνήμης τῆς θείας ἐντολῆς, οἱ ὁπ-οῖες στήριζαν ἡ μία τήν ἄλλη. Αὐτή ἡ κυκλική κίνηση δέν κα-ταργοῦσε τό ἀνθρώπινο αὐτεξούσιο.
Ἡ θεία ἄφθαρτη ζωή – τό θεῖο φῶς, ἡ ἀγαθότητα τῆς Χάρι-τος (δηλαδή ἡ παρουσία τῆς θείας Χάριτος ὡς Φῶς γλυκύτα-το, καί αἰώνιο) – κατεχόταν στήν ψυχή διά μέσου τῆς νοερᾶς αἰσθήσεως καί ἀπ’ ἐδῶ περνοῦσε στό σῶμα, τό ὁποῖο τό ἔτρε-φε .
«Δημιουργώντας ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Του, τοῦ ἔβαλε στό εἶναι του τόν πόθο τῆς θείας ἀπεραντοσύνης, τῆς ζωῆς, τῆς γνώσεως, τῆς θείας τῆς τελειότητος. Γιά τόν λό-γο ἀκριβῶς τοῦτο, ὁ ἀμέτρητος πόθος καί ἡ δίψα τοῦ ἀνθρώ-που δέν δύναται νά ἱκανοποιηθεῖ ὁλοκληρωτικά μέ τίποτε, παρά μέ μόνο τόν Θεό. Διακηρύττοντας τήν θεία τελειότητα ὡς τόν κύριον σκοπό τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως στόν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιούργημα, καί ἔχοντας ὡς ἀρχέτυπό του τόν Χριστό, εἶχε πάντοτε τήν δυνατότητα νά ὑψωθεῖ καί νά ὁμοιάσει πρός τό ἀρχέτυπό Του, νά ἀγαπήσει τόν Θεό του καί νά ἑνωθεῖ κατά χάρη μέ τό πρόσωπο τοῦ Λό-γου.
Ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος ἀναφέρει ὅτι τό λογικό μέρος τῆς ψυχῆς, καθώς εἶναι κατ’ εἰκόνα τοῦ Πλάστη της, εἶναι ἀνε-μπόδιστο, ἀόρατο καί ἀπεριόριστο ἀπό τίς αἰσθήσεις, γιατί εἶναι ἔξω καί μέσα ἀπό αὐτές. Μέ αὐτό ἡ ψυχή, ὡς λογική καί νοερή, μποροῦσε νά ἐπικοινωνεῖ μέ τίς ἄλλες θεῖες καί νοερές δυνάμεις.
Ἡ ζωή στον Παράδεισο
«…Μέσα στόν Παράδεισο ὁ Πανάγαθος Θεός τοποθέτησε τόν ἄνθρωπο ὡς βασιλέα, νά χρησιμοποιεῖ ὅλα τά ἀγαθά πού τοῦ ἔδωσε καί χρησιμοποιώντας καί ἐξουσιάζοντας αὐτά σω-στά νά τά προσφέρει μέ εὐχαριστία στόν Θεό. Γιά ὅλα τά δῶ-ρα πού τοῦ ἔδωσε, νά εἶναι συγχρόνως καί ἱερεύς.
Ἔτσι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν βασιλεύς καί ἱερεύς. Μποροῦ-σε νά δέχεται τά πρόσωπα, τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τά πράγ-ματα, τόν ἑαυτό του, ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ καί εὐχαριστώντας τόν Θεό νά τά ἐπαναπροσφέρει πάλι στόν Θεό καί Πατέρα Του ὡς θυσία· ζοῦσε θεοκεντρικά· εἶχε ὡς κέντρο τῆς ζωῆς τόν Θεό· ὅλα τά δεχόταν ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ καί ὅλα τά ἐπέστρεφε στόν Θεό ὡς δῶρα δικά Του. Γινόταν δηλαδή μέσα στόν Πα-ράδεισο μία ἀνταλλαγή δώρων. Αὐτή ἦταν ἡ ζωή τῶν πρώτων ἀνθρώπων, ὅσο ἐδέχοντο τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅλη τους ἡ ζωή ἦταν μία εὐχαριστία, μία ἐκδήλωση εὐγνωμοσύνης πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα. Ἦταν μία ζωή ἀγαπητική».
Κατά τήν μεγαλειώδη προπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώ-που ἐξέρχεται ἀπό τόν ἑαυτόν του καί νά σχετίζεται ἀγαπητι-κά μέ τόν συνάνθρωπο, κατά τόν ἅγιο Θεόληπτο Φιλαδελ-φείας, νά ὁμοιάζει μέ τόν δημιουργό Του τόν Χριστό .
Καί τόν ἔπλασε ἀναμάρτητο στήν φύση του καί αὐτεξούσιο στήν θέλησή του. Λέγοντας «ἀναμάρτητο» δέν ἐννοῶ ὅτι δέν εἶναι δεκτικός ἁμαρτίας – μόνον ὁ Θεός εἶναι ἀνεπίδεκτος ἁμαρτίας –, ἀλλά ἐννοῶ ὅτι δέν ἔχει τήν ἁμαρτία στήν φύση του, ἀλλά μᾶλλον στήν προαίρεσή του· δηλαδή, ἔχει τήν δύ-ναμη νά διατηρεῖται καί νά προοδεύει στό ἀγαθό, μέ τήν βοή-θεια τῆς θείας Χάριτος· καί ἐπίσης, μπορεῖ νά παρεκτραπεῖ ἀπό τό καλό καί νά ὁδηγηθεῖ στό κακό, μέ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τοῦ αὐτεξουσίου του· διότι, ὅ,τι γίνεται ἐξανα-γκαστικά, δέν εἶναι ἀρετή.
Ὁ προπτωτικός ἄνθρωπος δέν ζοῦσε μόνο κατά τήν φύση του μέ τά φυσικά του δηλαδή μόνο χαρίσματά του, ἀλλά εἶχε καί τό ὑπερφυσικό, τό ἄκτιστο στοιχεῖο μέσα του, πού τόν φώτιζε, τόν λάμπρυνε, τόν ἐκάλλυνε (τόν καλλώπιζε), τόν ἔκα-νε κατά Χάρη ὅμοιο μέ τόν Θεό: Αὐτῆς τῆς θείας ἐκλάμψεως καί λαμπρότητος ἦταν καί ὁ Ἀδάμ μέτοχος, στολισμένος πραγ-ματικά μέ στολή ἔνδοξη, καί δέν ἦταν γυμνός ἀλλά ἀσύγκριτα ὡραιότερος ἀπό ἐκείνους πού φοροῦν τώρα τά διαβήματα τά στολισμένα μέ πολύ χρυσό καί διαυγεῖς λίθους, γράφει ὁ ἅγι-ος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Οἱ Ἄγγελοι ἔβλεπαν σ’ αὐτόν τήν πα-ράδοξη ἕνωση τῆς ψυχῆς του μέ τήν αἴσθηση καί τήν σάρκα· ἔβλεπαν ἕναν νέο θεό κατά Χάρη πού ἔφερε σάρκα, νοῦ καί πνεῦμα. Ἦταν πλημμυρισμένος καί μεταμορφωμένος ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ἔχει πλῆρες ὄχι μόνο τό κατ’ εἰκόνα ἀλλά καί τό κάθ’ ὁμοίωση .
Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελοῦσε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἤταν «ἀποτύ-πωμα τοῦ Θεοῦ». Ὅμως, δέν ἦταν μόνο στήν ὕπαρξή του ἀπο-τύπωμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί στίς ἠθικές του ἰδιότητες: τήν σο-φία, τήν Χάρη, τήν ἁγία καθαρότητα, τήν κλίση πρός τό καλό. Παρά τό περιορισμένο τῆς φύσης τους, οἱ πρωτόπλαστοι ψυ-χικά καί σωματικά, ἦταν τέλειοι. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα «βγῆκαν ἀπό τό χέρι τοῦ Δημιουργοῦ στήν κατάσταση τῆς ὡριμότητας, μαζί μέ τήν ἀμάραντη νεότητα, τήν ὀμορφιά καί τήν δύναμη, οἱ ὁποῖες δέν ἦταν ἐκτεθειμένες στίς ὅποιες ἀλλαγές. Βρί-σκοντας σέ εἰρήνη μεταξύ του, σέ εἰρήνη μέ ὅλο τό περιβάλ-λον καί σέ συνεχῆ πνευματική ἀπόλαυση σέ θεωρία. «Τό πν-εῦμα τους βρισκόταν συνέχεια κοντά στόν Θεό, ἕλκυε καί τήν ψυχή, «ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της ἔφερνε κοντά καί τό σῶμα». Ἦταν εὔκολο καί φυσικό γιά τό σῶμα νά παραμείνει μακριά ἀπό σαρκική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση. «Ἦταν ἱκανό μόνο στήν πνευματική ἀπόλαυση καί εἶχε τήν ἔμφυτη δύναμη καί ἐπιθυμία νά παραμένει προσηλωμένο στόν Θεό, νά τρέφεται καί νά ἀπολαμβάνει καί νά ζεῖ μέ Αὐτόν».
Τό ἴδιο σημειώνει καί ὁ Κάλλιστος Ἀγγελικούδης στήν Φιλο-καλία. Στόν Παράδεισο ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν ἀπαθής καί μακριά ἀπό κάθε κακό. Θεωροῦσε τόν Θεό καί ἀπολάμβανε τήν δόξα τοῦ προσώπου Του μέ μιά ἡδονή ἄϋλη, νοερή καί ἄφθαρτη. Ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ λουζόταν ἀπό τήν Χάρη καί ὁ νοῦς του πλημμυριζόταν ἀπό ἀνατάσεις πρός τόν Θεό. Μέσα στόν αἰσθητό Παράδεισο ἀπολάμβανε τόν νοητό Παράδεισο, διότι ἦταν ἀληθινά ἑνωμένος μέ τόν ἑαυτόν του καί τόν Θεό…
Ὁ ὅσιος Ἰγνάτιος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γνώριζε μέσα στόν Παράδεισο γιά τό κακό, ἀλλά δέν εἶχε τήν ἐμπει-ρία του. Ἡ θεωρητική αὐτή γνώση δέν μποροῦσε νά ἔχει ἐπι-βλαβεῖς συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο, καθώς δέν ἐπιδροῦσε στήν φύση του καί δέν ὁδηγοῦσε στόν θάνατο. Ἀντίθετα ἦταν ἱκανή νά προφυλάξει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό κακό, ἑπομένως λειτουργοῦσε ἀποτρεπτικά, ὅπως καί ἡ θεωρητική γνώση γιά τό δηλητήριο δέν προκαλεῖ τόν θάνατο, ἀντιθέτως προφυλάσ-σει ἀπό αὐτό. Τό πέρασμα ἀπό τήν θεωρητική γνώση στήν ἐμ-πειρία προῆλθε ἀπό τήν χρήση ἤ κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας. Τό προνόμιο τῆς ἐλευθερίας ἦταν κάτι πού εἶχε δοθεῖ στόν ἄνθρωπο ἤδη ἀπό τήν δημιουργία του.
Μή ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ κακοῦ, εἶχε τήν ἐλευθερία νά ἀποκτήσει τήν καταστροφική γι’ αὐτόν γνώ-ση. Πρᾶγμα πού τελικά ἔγινε.
Ἡ θεία διαβίωση τῶν πρωτοπλάστων στόν Παράδεισο περι-γράφεται ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο μέ πλῆθος χαρακτηριστικῶν, σχετιζομένων ἀκριβῶς μέ τό χαρακτήρα τῆς παραδείσιας δια-βίωσης, μέ τά δῶρα μέ τά ὁποῖα τόν προίκισε ὁ Θεός, μέ τήν θαυμαστή ἐκδήλωση τῶν γνωρισμάτων τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καί σέ ἀντιδιαστολή πάντοτε μέ τίς συνέπειες τῆς πτώσης.
Ἡ προπτωτική, λοιπόν, διαβίωση τοῦ ἀνθρώπου στόν Παρά-δεισο καί ἡ ἀπουσία τῆς ἁμαρτίας καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο «Πα-ραδείσου φυτόν ἀνθηρότατο καί εὐγενέστατο», καθώς καί μέ ἄφθονα οὐράνια ἀγαθά. Οἱ πρωτόπλαστοι ζοῦσαν «ἐν ἁγίᾳ καί τρισμακαρίᾳ ζωῇ» καί «λαμπρῶς ἐν ἁγιότητι καί μακαρι-σμῷ», ἡ πολιτεία τους ἦταν. «βίος ἁγιοπρεπής», γιʹ αὐτό «ἦν γάρ ἅγιος ὁ πρῶτος χρόνος τῆς ἀνθρώπου ζωῆς». Ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἁγιότητας τοῦ προπτωτικοῦ βίου ἦταν ἡ καθαρότη-τα καί ὁ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἁγιασμός τους.
Τό ἁγιοπρεπές τῆς διαβίωσης τῶν πρωτοπλάστων στόν Παρά-δεισο δέν νοεῖται κατά τόν ἅγιο Κύριλλο ὡς παθητική κατά-σταση. Ἀντίθετα, δηλώνει ὅτι εἶναι καθαροί καί ἁγιασμένοι οἱ γενάρχες, ἀκριβῶς γιατί ἐνεργητικῶς πρίν τήν εἰσδοχή τῆς ἁμαρτίας, ὅλη ἡ ὕπαρξή τους ἦταν προσανατολισμένη στήν τήρηση τοῦ θείου θελήματος καί στήν ἐλεύθερη ἐν Ἁγίω Πν-εύματι προκοπή, στήν αὔξησή τους στό ἀγαθό, δείχνοντας ἀκ-ριβῶς τήν ἀλληλουχία καί τήν ἐνδότατη συνάφεια τῶν γνωρι-σμάτων τοῦ «κατʹ εἰκόνα» σέ σχέση μέ τόν σκοπό τῆς δημι-ουργίας τους, πού ἦταν τό «καθʹ ὁμοίωσιν». Ἔτσι, βλέπουμε τόν ἄνθρωπο προπτωτικῶς νά ἄρχει τῶν κτισμάτων. Τό κυρι-αρχικό ὅμως λειτουργεῖ ἁρμονικά ὡς πρός τήν κτίση καί τά δημιουργήματα καί ὄχι διαιρετικά, τραυματικά ἤ καί ἀντιθε-τικά, ἀκριβῶς γιατί ἀπουσιάζει τό στοιχεῖο πού διασπᾶ τήν ἁρμονική σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν δημιουργία, πού εἶ-ναι ἡ ἁμαρτία. Δέν παραλείπει, ἐπίσης, ὁ ἅγιος Κύριλλος, στό πλαίσιο τῆς προπτωτικῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τά γνωρίσματα τοῦ «κατʹ εἰκόνα» νά τονίσει μέ σαφήνεια καί ἐπάρκεια τήν ἐλευθερία πού εἶχε ὁ προπτωτικός ἄνθρωπος, τήν ἐξουσία, τήν δυνατότητα νά ἐπιλέξει τό καλό ἤ τό κακό.
Ἡ καλή ἤ ἡ κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, ἡ καλή διαχείρι-ση τῆς ἐλευθερίας, μέ τήν ὁποία προικίστηκε ἀπό τόν Δημι-ουργό Tου, γιά νά ὑπάρξει ἡ δική του προσωπική καί ἐνσυνεί-δητη συμμετοχή στόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο πλάστηκε, ἔχει πο-λύ σπουδαία σημασία γιά τήν χριστιανική ἀνθρωπολογία γε-νικά, ἀλλά καί γιά τό γεγονός τῆς πτώσης καί τῆς σωτηρίας πού θά ἐπακολουθοῦσε, εἰδικά ».
Στήν προπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου δέν ὑπῆρχε ἡ βασανιστική κυριαρχία τῶν λογισμῶν, (σκέψεις μέ εἰκόνες).
Ἡ ζωή στόν Παράδεισο ἦταν καθαρά ἀγγελική, μοναχική πολιτεία, ἔκφραση τοῦ ἀκραιφνοῦς ἡσυχαστικοῦ βιώματος. Ἦταν ζωή ἡσυχίας καί ἀγάπης, ἔκφραση θείας ζωῆς.
Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά ἀπόλαυση καί χαρά.Οἱ Νηπτικοί Πατέρες περιγράφουν τήν ζωή τῶν πρω- τοπλάστων στόν Παράδεισο, ὅτι συμμετεῖχαν στήν (θεία) μα-καριότητα. Ἦταν ἐμπλουτισμένοι μέ τήν θεία Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός εἶχε «ἀποτυπώσει» τόν Ἑαυτόν Του έπάνω στόν ἄνθρωπο, μέ τήν ἄκτιστη θεία Χάρη Του, κάνον-τάς τον «κατ’ εἰκόνα» καί «κάθ’ ὁμοίωσίν Του», διότι μόνο διά τῆς Χάριτός Του μποροῦσε νά ἑνωθεῖ μαζί Του καί νά με-τέχει στήν Θεότητά Του. Χαιρόταν ὁ ἄνθρωπος τό θεϊκό Κάλ-λος καί τήν ὁμορφιά τῆς κτίσεως. Χαιρόταν τήν θέα τοῦ Θεοῦ «πρόσωπο πρός πρόσωπο», ἔχοντας «σχέσεις παρρησίας» πρός Αὐτόν, καθώς ἦταν περιβεβλημένος μέ τήν ἄκτιστη Χάρη Του. Ζοῦσε ἔτσι μία μόνιμη κατάσταση πνευματικῆς ἀπόλαυ-σης, εὐδαιμονίας, γλυκασμοῦ, χαρᾶς καί μακαριότητας. Κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο, ζοῦσε «τήν ἀληθινή καί πραγματικά ἄξια ζωή τῶν Ἁγίων μέσα στόν Παράδεισο », δηλαδή ἐκείνη τήν ποιότητα τῆς ὄντως ζωῆς, γιά τήν ὁποία πλάστηκε, καί ἡ ὁπ-οία ἀποτελεῖ τόν φυσιολογικό σκοπό τῆς φύσεως καί τῆς ὑπάρξεώς του. Διέθεται τήν «εὐπρεπῆ φαντασία» γιά νά ἀνυ-ψώνεται πρός τόν Δημιουργό του.
Πῶς μᾶς κατάντησε ἡ ἁμαρτία
Μετά τήν πτώση, ὁ νοῦς στρέφεται πρός τόν κόσμο, ζαλί-ζεται, μετεωρίζεται καί δημιουργεῖ ψεύτικες εἰκόνες καί ψευ-δαισθήσεις μέ τήν φαντασία του. Ὁ κενός ἀπό τόν Θεό νοῦς γεμίζει πλέον ἀπό ὅσα ἡ φαντασία παράγει. Ὁ πεπτωκώς ἄνθ-ρωπος βρίσκεται συνεχῶς σέ ἕναν κόσμο μή πραγματικό.
Ἡ φαντασία εἶναι αὐτή πού διαστρέφει ὅλη τήν πνευματική ζωή. Οἱ λογισμοί, πού συνδέονται μέ αὐτή, ἤ διαστρέφουν ὅλη τήν σκέψη καί τήν συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ λογισμοί ἀποτελοῦνται ἀπό εἰκόνες μαζί μέ τίς σκέψεις, καί εἶναι ζωγράφοι πού ζωγραφίζουν στό λογιστικό διάφορες εἰκόνες καί παραστάσεις, συνήθως ἀπό τό παρελθόν. Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ἀναφέρει ὅτι ἡ κίνηση τῶν λογισμῶν στόν ἄνθρωπο γί-νεται ἀπό τέσσερα αἴτια. α) Ἀπό τό φυσικό θέλημα τῆς σαρ-κός, β) ἀπό τήν φαντασία τῶν αἰσθήσεων τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου,γ) ἀπό τίς προλήψεις τήν ἔκλιση τῆς ψυχῆς πού ἔχει κατά νοῦ, καί δ) ἀπό τίς προσβολές τῶν δαιμόνων.
Ἡ στροφή τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἑαυτό του καί ὄχι πρός τόν Θεό, κάνει τόν ἄνθρωπο φίλαυτο. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μη-τέρα ὅλων τῶν παθῶν καί ἐκτός ἀπό τήν φιλία πρός ἑαυτόν, ἀποξενώνει τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τόν πλησίον .
Γιά τήν κατάσταση πού δημιούργησε ἡ ἁμαρτία στόν ἄνθ-ρωπο ἀναφέρεται σέ ἕνα τροπάριο τοῦ Θεοτοκαρίου τοῦ Ἀγα-πίου. (Τρίτη πλ. δ΄. Προσόμοιο 2):
«Ὅλος αἰσχρός, (ἀνήθικος), ὅλος ἔμπλεως (ὁ ἐντελῶς γε-μᾶτος), πορνείας πάσης ἁγνή, καί μοιχείας γεγένημαι, (ἔχω γί-νει), ἀσελγής, (ἀκόλαστος), ἀκάθαρτος, (βρωμερός), βδελυ-ρός, (ὁ ἀηδής, ὁ ἄξιος νά ἀποστρέφεται), καί ἀκόλαστος, (ἄ-σωτος), φθόρος τε (καταστροφικός) καί ἀποτρόπαιος, (σιχα-μερός), ἀσυμπαθής τε σκληρός (δέν δείχνει ἀγάπη), καί ἄσ-πονδος, (ἀσυμφιλίωτος), φεῦ μοι (ἀλλοίμονό μου) τῆς ὕβρε-ως, φειδωλός, (τσιγκούνης), φιλάργυρος, (ὁ ἀγαπών τήν ὕλη), ἁμαρτωλῶν πρῶτος, ἀλλά Δέσποινα, ἵλαθι (νά μέ σπλαχνι-σθείς),καί σῶσόν με».
1 Γρηγ. Νύσσης ἔργα, 1 ΕΠΕ, σελ. 228, 250. 2 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ,ἔκδοσις ἀκριβής Ὀρθοδόξου Πίστεως κεφ. 12,σ. 153
3 Ἐξομολόγηση καί Ψυχοθεραπεία. Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβύ-τερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στήν Ἁγία Παρασκευή τοῦ ὁμωνύμου Ἀθηνῶν, στίς 18-3-2003.








