Τον Φεβρουάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν και επίσημα τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την Συνθήκη INF και ξεκίνησαν την εξάμηνη διαδικασία απόσυρσης.
Η Ρωσία ενδιαφέρεται να συζητήσει με τις ΗΠΑ αναφορικά με τις διεθνείς συμφωνίες για τον αφοπλισμό, την μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και την κατασκευή συστημάτων πυραυλικής άμυνας από την Ουάσινγκτον, τόνισε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, προσθέτοντας πως η Μόσχα είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις της Ουάσιγκτον για επανάληψη του διαλόγου στα θέματα αυτά.
«Έχουμε πολλά θέματα που μπορούν να μετατραπούν σε χρήσιμες κατευθύνσεις για την συνεργασία. Πρώτα απ’ όλα, ένα από αυτά είναι ο τομέας της στρατηγικής σταθερότητας, όπου τα προβλήματα συσσωρεύονται ως αποτέλεσμα της ταχείας ανάπτυξης της παγκόσμιας αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ … [Η στρατηγική σταθερότητα επηρεάστηκε επίσης από] την απόφαση των ΗΠΑ να αποχωρήσουν από την συνθήκη για τα πυρηνικά όπλα μεσαίας εμβέλειας (Συνθήκη INF). Έχουμε επίσης θέματα σχετικά με τη νέα Συνθήκη START, η οποία λήγει τον Φεβρουάριο του 2021», ανέφερε ο Λαβρόφ σε συνέντευξη στο δίκτυο ενημέρωσης RBC News της Ρωσίας.
Ο Λαβρόφ πρόσθεσε ότι η Ρωσία ανησυχεί επίσης για την απόφαση των ΗΠΑ να μην επικυρώσουν τη Συνθήκη για την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών του 1996, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν αλλά δεν επικύρωσαν ποτέ.
«Είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε αυτά τα θέματα, θέλουμε να συζητήσουμε όλα αυτά τα θέματα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα απαντήσουμε πάντα στις εκκλήσεις τους για επανάληψη του διαλόγου … Αλλά εάν η [Ουάσινγκτον] αποφασίσει ότι δεν την ενδιαφέρει, θα να είναι δική της απόφασή», ανέφερε ο Λαβρόφ.
Τον Φεβρουάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν επισήμως τις υποχρεώσεις τους βάσει της συνθήκης INF και ξεκίνησαν την εξάμηνη διαδικασία απόσυρσης. Η Ουάσινγκτον δήλωσε ότι θα τερματίσει τη διαδικασία αυτή εάν η Ρωσία συμφωνήσει να συμμορφωθεί με το σύμφωνο. Από την πλευρά της, η Μόσχα απάντησε αναστέλλοντας και εκείνη την συμμετοχή της στη Συνθήκη.
Η νέα συμφωνία START, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2011, καλύπτει μία περίοδο 10 ετών με δυνατότητα πενταετούς παράτασης. Η συμφωνία περιορίζει τον αριθμό των αναπτυγμένων διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων, των βαλλιστικών πυραύλων που πυροδοτούνται από υποβρύχια, των πυρηνικών όπλων και των πυρηνικών κεφαλών.




