από τον Πάνο Σείκιλο
“Αναρωτιόμουν με ποιό δικαίωμα…
Με ποιό δικαίωμα σου παίρνουν το ψωμί από το στόμα, ουρλιάζοντας ότι εσύ φταις για τα δεινά που σου φόρτωσαν;
Ποιος τους είπε ότι μπορούν να με πεινάσουν, για να χορτάσουν τούτοι κι οι εδώ υπηρέτες τους;
Ήταν για λίγο, μου είπαν, θα φτιάξουν όλα, θα δω, μου είπαν, θα μου μηνύσουν όταν τελειώσουν όλα και τότε θα τελειώσουν όλα! Στάχτη τα λόγια τους, σαν μιλά η πείνα. Αλλά ξέχασα, «ζούσα πάνω από τις δυνατότητές μου.» Ας έρθουν να μου το πουν τώρα. Τώρα που ρεύμα να ζεσταθώ δεν έχω, νερό να πιω δε βρίσκω…
Σκοτώνουν εκατοντάδες από εμάς, για την πολύτιμη ζωή του καθένα από δαύτους και τους ανεχόμαστε! Από το στόμα τους βγαίνει βούρκος, σαν μου λένε τί να κάνω! Έξω έβρεχε κι εκείνοι ούρλιαζαν ότι έχει λιακάδα.
Έξω χιόνιζε σου φώναζαν και σε είχαν πείσει από καιρό να μην ανοίξεις το παραθύρι σου, να δεις με τα μάτια σου την άνοιξη… Την κρίσιμη ώρα, έβγαλαν τις μάσκες τους και σου είπαν τι να μην φας, για να το φάνε εκείνοι. Τι να μην πιεις, για να το πιουν.
Τι να παρατήσεις στα σκουπίδια, να το καρπωθούν εκείνοι.
Όταν τα άγρια δασκαλεύουν τα ήμερα, τρόπους, μη διστάσεις να πεις ότι ο κόσμος μας αλώθηκε…
Η συνέχεια στο http://theodorovias.blogspot.gr/2017/05/blog-post_24.html






