Της Θώμης Πατρώνα, ε.τ. Προέδρου Εφετών
Ζούμε σε μια παράξενη εποχή. Όσο περισσότερο προοδεύει η ιατρική, τόσο ευκολότερα φαίνεται να ανθίζει γύρω της μια βιομηχανία θαυμάτων. Άνθρωποι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια (και συχνά με ακόμη μεγαλύτερη αγωνία απέναντι στον χρόνο) σπεύδουν να χρυσοπληρώσουν κάθε καινούργιο “πρωτόκολλο ευεξίας”, κάθε αμφίβολη θεραπεία αντιγήρανσης, κάθε πρόθυμο έμπορο ελπίδας που τους υπόσχεται νεότητα, μακροζωία και ένα καθρεφτάκι σχεδόν αθανασίας. Το πρόβλημα δεν είναι η φυσική επιθυμία να ζήσουμε καλύτερα και υγιέστερα. Είναι ότι, όταν η επιθυμία αυτή συναντά το χρήμα και τον φόβο, η κριτική σκέψη υποχωρεί και η υγεία μετατρέπεται σε πανάκριβο καταναλωτικό προϊόν.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα αφήνει να ρημάζει μπροστά στα μάτια της έναν πραγματικό, δοκιμασμένο και κοινωνικά προσιτό πλούτο. Μιλώ για τις ιαματικές πηγές και τις λουτροπόλεις της. Δεν πρόκειται για ελιξίρια αθανασίας, ούτε για υποκατάστατα της ιατρικής. Πρόκειται για φυσικούς πόρους που, όταν αξιοποιούνται με επιστημονικούς κανόνες, ιατρική επίβλεψη και σοβαρές υποδομές, μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, αποκατάσταση, ξεκούραση και καλύτερη ποιότητα ζωής. Και μπορούν να τα προσφέρουν όχι μόνο στους πλούσιους, αλλά και στον συνταξιούχο, στον εργαζόμενο, στον άνθρωπο της επαρχίας, σε εκείνον που έχει ανάγκη από μια προσιτή συμπληρωματική φροντίδα.
Το Πλατύστομο που θυμάμαι
Κατάγομαι από το Πλατύστομο της Φθιώτιδας. Γι’ αυτό, το ζήτημα δεν το βλέπω από απόσταση, ούτε σαν ένα ακόμη “τουριστικό ακίνητο”. Το βλέπω ως κομμάτι της ζωής του τόπου μου. Τα Λουτρά Πλατυστόμου υπήρξαν για δεκαετίες σημείο αναφοράς όχι μόνο γιατη Φθιώτιδα και τη Θεσσαλία, αλλά και την Αθήνα. Η τοπική μνήμη συνδέει τη χρήση των νερών τους ακόμη και με τα ρωμαϊκά χρόνια.Η ίδια η επίσημη καταγραφή του Υπερταμείου, στο οποίο ανήκει, αναγνωρίζει πως η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα για το ιαματικό της δυναμικό.
Εκεί δεν έφταναν μόνο παραθεριστές. Έρχονταν άνθρωποι με πόνους και κινητικά προβλήματα, ηλικιωμένοι που αναζητούσαν λίγη ανακούφιση, οικογένειες που συνδύαζαν τη θεραπεία με λίγες ημέρες ανάπαυσης. Γύρω από τα λουτρά κινείτο μια ολόκληρη μικρή οικονομία.Ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, καφενεία και ταβέρνες, καταστήματα, μεταφορές, τοπικά προϊόντα, θέσεις εργασίας. Η λουτρόπολη δεν ήταν μια περίκλειστη πολυτέλεια για λίγους. Ήταν ένας κοινός τόπος θεραπείας, αναψυχής, κοινωνικής συνάντησης και αξιοπρεπούς βιοπορισμού.
Σήμερα η εικόνα είναι οδυνηρή. Το επίσημο χαρτοφυλάκιο περιγράφει μια έκταση περίπου 785 στρεμμάτων, πέντε ιαματικές πηγές και δομημένη επιφάνεια σχεδόν 13.500 τετραγωνικών μέτρων. Καταγράφει το ξενοδοχείο Ασκληπιός με spa, υδροθεραπευτήριο και πισίνα, το Ξενία, το Ασκληπιός Palace και το εστιατόριο. Δίπλα σε όλες σχεδόν αυτές τις εγκαταστάσεις υπάρχει η ίδια ψυχρή φράση: “εκτός λειτουργίας”. Η δε αξιοποίηση εμφανίζεται ακόμη “σε ωρίμανση”, με επόμενα βήματα την ολοκλήρωση της ωρίμανσης, την έγκριση ειδικού χωρικού σχεδίου και, κάποτε, έναν διαγωνισμό.
Από την αποτυχημένη επένδυση στη μακρά αναμονή
Προηγήθηκε μια ιδιωτική επένδυση που παρουσιάστηκε στην τοπική κοινωνία με μεγάλες υποσχέσεις. Η κατάληξή της ήταν η ακριβώς αντίθετη. Δεν είναι στις προθέσεις του άρθρου να κρίνει τον επενδυτή. Το Νοέμβριο του 2017 ανακοινώθηκε αιφνιδίως το κλείσιμο της επιχείρησης ΘέρμαιΠλατυστόμου. Είκοσι δύο εργαζόμενοι βρέθηκαν χωρίς δουλειά, με εκκρεμότητες ως προς δεδουλευμένα και αποζημιώσεις, ενώ είχαν ήδη δημιουργηθεί σημαντικές οφειλές προς εργαζομένους και Δημόσιο. Αυτά είναι τα τεκμηριωμένα γεγονότα. Και αρκούν για να δείξουν πόσο ακριβά πληρώνει ένας τόπος τις μεγάλες επενδυτικές εξαγγελίες όταν δεν συνοδεύονται από διαρκή έλεγχο, δεσμευτικές υποχρεώσεις και πραγματική λογοδοσία.
Ύστερα ήρθε η μακρά σιωπή της διαχείρισης. Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου, η ΕΤΑΔ, ανήκει κατά 100% στο Υπερταμείο και δηλώνει ως σκοπό της τη βέλτιστη αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, για την κοινωνία του Πλατυστόμου το αποτέλεσμα παραμένει ορατό και μετρήσιμο.Κλειστά κτίρια, εγκαταστάσεις που γερνούν, ιαματικό νερό που ρέει άσκοπα και δεν υπηρετεί τον ασθενή, χαμένες θέσεις εργασίας και ένας τόπος που περιμένει. Η γλώσσα της “ωρίμανσης” και της “αξιοποίησης” δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη απάντηση όταν περνούν τα χρόνια και η δημόσια περιουσία φθείρεται.
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο Πλατύστομο. Σε πολλές ελληνικές λουτροπόλεις συναντούμε την ίδια αντίφαση.Φυσικός πλούτος, σπουδαία ιστορία και υπαρκτή ζήτηση από τη μία.Εγκατάλειψη, γραφειοκρατική αδράνεια ή σχέδια που αντιλαμβάνονται την λουτροθεραπεία αποκλειστικά ως πολυτελές τουριστικό προϊόν από την άλλη. Έτσι δημιουργείται ένα ψευδές δίλημμα.Ή τα λουτρά θα ρημάζουν ή θα παραδοθούν σε ένα μοντέλο ακριβής ευεξίας για λίγους. Υπάρχει όμως και τρίτος δρόμος. Και αυτός είναι ο δρόμος του δημόσιου συμφέροντος, της επιστημονικής αξιοπιστίας και της κοινωνικής πρόσβασης.
Λουτροθεραπεία χωρίς μύθους και χωρίς περιφρόνηση
Χρειάζεται, βέβαια, να μιλήσουμε τίμια. Η λουτροθεραπεία δεν θεραπεύει τα πάντα. Δεν ξανανιώνει τον άνθρωπο, δεν σταματά τον χρόνο και δεν αντικαθιστά τον γιατρό, τη φαρμακευτική αγωγή ή τη φυσικοθεραπεία. Η αξία της βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν έχει ανάγκη από ψεύτικες υποσχέσεις. Η επιστημονική έρευνα δεν επιβεβαιώνει θαύματα.Επιβεβαιώνει, όμως, ότι η λουτροθεραπεία μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση. Σύγχρονες ανασκοπήσεις μελετών καταγράφουν μείωση του πόνου, βελτίωση της κινητικότητας και θετική επίδραση στην ποιότητα ζωής ανθρώπων που πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα, ιδίως του γόνατος. Τα ευρήματα χρειάζονται ασφαλώς περαιτέρω επιβεβαίωση, είναι όμως αρκετά ώστε η λουτροθεραπεία να μην αντιμετωπίζεται ούτε ως θαυματουργή πανάκεια ούτε ως ξεπερασμένη συνήθεια, αλλά ως μια χρήσιμη συμπληρωματική μορφή φροντίδας.
Αυτό είναι η σοβαρή στάση: ούτε κομπογιανιτισμός ούτε περιφρόνηση. Όχι “θαυματουργό νερό”, αλλά οργανωμένη συμπληρωματική φροντίδα, με σαφείς ενδείξεις και αντενδείξεις, ιατρικό προσωπικό, φυσικοθεραπευτές, ελεγχόμενες εγκαταστάσεις και πραγματική ενημέρωση του λουομένου. Οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν βαθιά ριζωμένη κουλτούρα λουτροθεραπείας και του θεσμού της Kur, δεν είναι αφελείς. Σε γερμανικές πόλεις όπως η Στουτγάρδη, η παράδοση των μεταλλικών λουτρών, που ανάγεται στους Ρωμαίους, δεν αντιμετωπίζεται ως γραφικό απομεινάρι αλλά ως ζωντανό στοιχείο υγείας, πολιτισμού και τοπικής ζωής.
Εμείς, αντίθετα, μοιάζουμε πρόθυμοι να πιστέψουμε κάθε ακριβοπληρωμένη μόδα που έρχεται με ξενόγλωσσο όνομα, πολυτελή αίθουσα αναμονής και φωτογραφίες διασήμων, ενώ θεωρούμε ξεπερασμένο το ιαματικό νερό που αναβλύζει στον ίδιο μας τον τόπο. Είναι σαν να ντρεπόμαστε για ό,τι είναι φυσικό, κοινόχρηστο και προσιτό, και να σεβόμαστε μόνο ό,τι είναι ακριβό, αδιαφανές και αποκλειστικό. Η νεοπλουτίστικη αυταπάτη δεν βρίσκεται μόνο στην επίδειξη του πλούτου. Βρίσκεται και στην πεποίθηση ότι όποιος πληρώνει πολύ αγοράζει αναγκαστικά και την αλήθεια.
Τι σημαίνει πραγματική αναγέννηση
Η αναγέννηση των Λουτρών Πλατυστόμου δεν πρέπει να εξαντληθεί στην αναζήτηση ενός ακόμη “επενδυτή” και σε μια νέα μακέτα. Χρειάζεται δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, διαφανής διαγωνιστική διαδικασία, αυστηρές ρήτρες λειτουργίας και συντήρησης, συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και ουσιαστικός κοινωνικός έλεγχος. Χρειάζεται, κυρίως, να κατοχυρωθεί ότι ένα μέρος των υπηρεσιών θα παραμένει οικονομικά προσιτό και θα συνδέεται με προγράμματα αποκατάστασης, ασφαλιστικής κάλυψης και κοινωνικού τουρισμού. Ο φυσικός πόρος ανήκει στον τόπο και οφείλει να υπηρετεί και τον άνθρωπο που δεν μπορεί να πληρώσει πακέτα πολυτελείας.
Ένα σύγχρονο Πλατύστομο θα μπορούσε να λειτουργεί όλο τον χρόνο ως κέντρο λουτροθεραπείας, αποκατάστασης και ήπιας ευεξίας, συνδεδεμένο με νοσοκομεία, πανεπιστημιακές σχολές και επιστημονικούς φορείς. Θα μπορούσε να στηρίζει τοπικούς παραγωγούς, μικρές επιχειρήσεις και ποιοτικά καταλύματα, να δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας και να δίνει στους νέους έναν λόγο να μείνουν ή να επιστρέψουν. Θα μπορούσε να προστατεύει το φυσικό περιβάλλον και τα ιστορικά κτίρια, αντί να τα αφήνει να γίνονται φωτογραφίες μιας χαμένης εποχής.
Γράφω αυτές τις γραμμές ως γυναίκα που κατάγεται από το Πλατύστομο και πονά να βλέπει έναν τόπο ευλογημένο από τη φύση να περιμένει επί χρόνια. Το παράπονό μου δεν είναι νοσταλγία για ένα παρελθόν που δεν επιστρέφει. Είναι απαίτηση για ένα μέλλον που μπορεί ακόμη να οικοδομηθεί.
Ας πάψουμε, λοιπόν, να κυνηγούμε τους πανάκριβους εμπόρους της αθανασίας και ας ξανασκύψουμε πάνω στις αληθινές πηγές ζωής που έχουμε εγκαταλείψει. Το νερό του Πλατυστόμου δεν υπόσχεται να νικήσει τον θάνατο. Μπορεί, όμως, με γνώση, μέτρο και κοινωνική ευθύνη, να ανακουφίσει τον άνθρωπο, να ξαναδώσει εργασία και να αναστήσει έναν ολόκληρο τόπο. Και αυτό είναι πολύ πιο τίμιο -και πολύ πιο σπουδαίο- από κάθε ψεύτικο θαύμα.




