Ὁ ρόλος τῆς Κοινωνιολογίας καὶ τοῦ κοινωνιολόγου , ἀλλὰ καὶ τοῦ παιδαγωγοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ποὺ ἐμπλέκεται σὲ συγγραφὴ βιβλίου τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μὲ μικρὰ παιδιά , ὅταν ἐπιδίδονται στὴν ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ ἀποτύπωση τῶν νόμων καὶ τῶν ὑπαρκτῶν κοινωνικῶν μορφῶν, χωρὶς ἠθικὲς ἀξιολογήσεις, ἀποτελεῖ ἐγκληματικὴ πράξη. Ἡ συγγραφὴ ἑνὸς βιβλίου γιὰ τὸ Δημοτικὸ ἀπαιτεῖ βαθιὰ γνώση τῆς ἀναπτυξιακῆς ψυχολογίας τῶν παιδιῶν. Ἂν ἕνας πανεπιστημιακὸς κοινωνιολόγος , ἡ ἐκπαιδευτικὸς ἀντιμετωπίζει τοὺς μαθητὲς τῶν 10 ἐτῶν σὰν ἐνήλικες φοιτητές, παραβλέπει τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ παιδιὰ χρειάζονται προστασία τῆς ἀθωότητάς τους καὶ σταθερὰ θετικὰ πρότυπα (ἐννοεῖται οἱ φοιτητὲς καλοῦνται νὰ ἐξετασθοῦν σὲ ἄσκηση μὲ σκοπὸ τὴν διόρθωση τῶν κακὸν κειμένων- ὅπως αὐτὸ στὸ βιβλίο τῆς ΣΤ’ δημοτικοῦ- καὶ ὄχι νὰ τὸ ὑποστηρίξουν. Ἡ Τριτοβάθμια ἐκπαίδευση ἔχει αὐτὴ τὴν δυνατότητα, ἡ πρωτοβάθμια ὅμως ποὺ εἶναι ὁ ρόλος τῆς διαμόρφωσης τοῦ χαρακτῆρα -ὅπου ὁμοιάζει μὲ πλαστελίνη ὅπου διαμορφώνεται- ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΕΤΟΙΟ ΡΟΛΟ.)
Ἡ παιδικὴ ἡλικία δὲν εἶναι ἐργαστήριο: Ἕνα παιδὶ 10 ἐτῶν δὲν εἶναι ἐνήλικας φοιτητὴς πανεπιστημίου γιὰ νὰ ἀναλύει ψυχρὰ κοινωνικὲς δομές. Εὑρίσκεται στὴν πρωτοβάθμια ἐκπαίδευση= διαμορφώνεται, πλάθεται ἡ προσωπικότητα του. Χρειάζεται προστασία, ἀσφάλεια καὶ σταθερὰ θετικὰ πρότυπα γιὰ νὰ ἀναπτύξει τὴν προσωπικότητά του. Ἡ ἄρνηση ἑνὸς σχολικοῦ βιβλίου νὰ ξεχωρίσει τὸ «ὑγιὲς πρότυπο» ἀπὸ τὴν ἐξαίρεση, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀντικειμενικότητας, δὲν εἶναι οὐδετερότητα. Στὴν πράξη, λειτουργεῖ ὡς ἔμμεση νομιμοποίηση καὶ ἐπιβολὴ νέων προτύπων, ὑποσκάπτοντας τὶς ἀξίες τῆς οἰκογένειας. Ἕνα παιδὶ 10 ἐτῶν δὲν εἶναι ἐνήλικας φοιτητὴς πανεπιστημίου γιὰ νὰ ἀναλύει ψυχρὰ κοινωνικὲς δομές. Χρειάζεται προστασία, ἀσφάλεια καὶ σταθερὰ θετικὰ πρότυπα γιὰ νὰ ἀναπτύξει τὴν προσωπικότητά του. Ὅταν ἕνας συγγραφέας εἰσάγει ψυχρὰ κοινωνικὲς ἢ νομικὲς πραγματικότητες τῶν ἐνηλίκων χωρὶς ἠθικὴ διάκριση, μετατρέπει τὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο σὲ ἐργαλεῖο ἰδεολογικῆς ἐπιβολῆς. Αὐτὸ θεωρεῖται ἐπικίνδυνο, καθὼς στερεῖ ἀπὸ τὸ σχολεῖο τὸν παραδοσιακό, παιδαγωγικό του ρόλο.
Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ στρέφει τὸ σχολεῖο ἐνάντια στὶς ἀξίες τῆς οἰκογένειας καὶ τῆς πατροπαράδοτης ὑγιὴς παράδοσης. Ἕνας συγγραφέας ποὺ προκαλεῖ τέτοια σύγχυση στὶς ψυχὲς τῶν μικρῶν μαθητῶν θεωρεῖται ἀπὸ μεγάλο μέρος τῆς κοινωνίας ὅτι ἀποτυγχάνει στὸ καθῆκον του νὰ χτίσει ὑγιεῖς καὶ ἰσορροπημένες προσωπικότητες. Ὁ κοινωνιολόγος ἰδιαίτερα ἐκπαιδεύεται (σπουδάζει) νὰ ἀναλύει θεσμούς, κράτη, νόμους, στατιστικὲς καὶ μᾶζες ἐνηλίκων. Ἔχει ὅμως καὶ τὴν εὐθύνη γιὰ τὸ πῶς λειτουργεῖ ὁ ἐγκεφαλικὸς καὶ συναισθηματικὸς κόσμος ἑνὸς παιδιοῦ 10 ἐτῶν.
Τὸ μεγάλο σφάλμα τῆς πολιτείας εἶναι ὅτι ἀνέθεσε τὴ συγγραφὴ ἑνὸς βιβλίου Δημοτικοῦ σὲ ἕναν ἀκαδημαϊκὸ τῆς θεωρητικῆς κοινωνιολογίας, μαζὶ μὲ ἐκπαιδευτικοὺς ποὺ ἁπλᾶ συμμορφωθήκαν μὲ τὶς κυβερνητικὲς ἐντολές τους, ἀντὶ νὰ τὸ ἀναθέσει σὲ ἐξειδικευμένους Παιδαγωγοὺς καὶ Παιδοψυχολόγους ποὺ γνωρίζουν τὰ ὅρια τῆς παιδικῆς ἡλικίας.
Ἀπαράδεκτο καὶ ἐγκληματικὸ νὰ ἀλλοιώνεται τὸ ἱερὸ καὶ φυσικὸ πρότυπο τῆς οἰκογένειας (πατέρας – μητέρα) στὸ ὄνομα τῆς κοινωνικῆς σκοπιμότητας ἢ τῆς πρόληψης τοῦ bullying. Οἱ κρατικοὶ νόμοι καὶ τὰ «ἀνθρώπινα δικαιώματα», ὅταν ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸν πνευματικὸ νόμο καὶ τὴν παράδοση, μετατρέπονται σὲ ἐργαλεῖα ἀποδόμησης τῆς κοινωνίας καὶ τῆς παιδικῆς ἀθωότητας. Ἕνας νόμος ποὺ εἶναι νομικὰ ἔγκυρος (ἐπειδὴ ψηφίστηκε ἀπὸ μιὰ πλειοψηφία στὴ Βουλὴ) δὲν σημαίνει αὐτόματα ὅτι εἶναι καὶ ἠθικὰ ὀρθός.
Ἰδεῖτε τὴν «Ἀντιγόνη» τοῦ Σοφοκλῆ» εἶναι ἡ πιὸ ἐμβληματική, ἱστορικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ἐπιβεβαίωση τῆς θέσης μας. Τὸ ἀρχαῖο αὐτὸ κείμενο ἀποτελεῖ τὸ διαχρονικότερο θεμέλιο τῆς σύγκρουσης ἀνάμεσα στὸν νόμο τοῦ κράτους (Θετικὸ Δίκαιο) καὶ τὸν νόμο τῆς ἠθικῆς/συνείδησης (Φυσικὸ ἢ Θεῖο Δίκαιο). Χρειάζεται διάκριση, δὲν μποροῦν οἱ κάθε κυβερνήσεις χωρῶν νὰ παραγκωνίζουν τὰ δικαιώματα Τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐπιβάλουν τὰ ἀρρωστημένα “δικαιώματα” τῶν ἀνθρώπων ὅπου ἔχουν καταπέσει σὲ αἰσχύνη. «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.» Εἶναι ὁ μεγαλύτερος ψαλμὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ὁλόκληρος εἶναι ἕνας ὕμνος στὰ «δικαιώματα» (δηλαδὴ στὸ θέλημα, τὶς ἐντολὲς καὶ τὸν ἠθικὸ νόμο) τοῦ Θεοῦ. Ὁ στίχος 12 τοῦ ψαλμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς στὴ λατρεία, ἀναφέρει:«Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.» Στο τέλος τοῦ Ὄρθρου κάθε Κυριακῆς καὶ μεγάλης ἑορτῆς, ἡ Ἐκκλησία ψάλλει τὴ Μεγάλη Δοξολογία. Ἐκεῖ, ὁ συγκεκριμένος βιβλικὸς στίχος ἐπαναλαμβάνεται τρεῖς φορὲς μὲ ἀπόλυτη ἐπισημότητα, ζητῶντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ φωτίσει τὸν ἄνθρωπο νὰ κατανοήσει καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν δικό Του νόμο καὶ ὄχι τὸν κοσμικό.
Ἡ διδακτικὴ στίχων ἀπὸ τὴν ἀρχαία τραγωδία «Ἀντιγόνη» τοῦ Σοφοκλῆ» θὰ ἔπρεπε νὰ διδάσκεται ὡς πνευματικὸ προζύμι ἀπὸ τὶς τρεῖς τελευταῖες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ, ἐνῷ τώρα ὡς μάθημα διδάσκεται μόνο ἐπίσημα στὴ Β΄ τάξη τοῦ Γενικοῦ Λυκείου (ΓΕΛ).
Στὴν τραγωδία, ἡ σύγκρουση αὐτὴ ἀποτυπώνεται ξεκάθαρα:
- Ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Κρέοντα (Κρατικὸς Νόμος): Ὁ βασιλιᾶς Κρέοντας ἐκδίδει μιὰ ἐπίσημη, κρατικὴ διαταγὴ ποὺ ἀπαγορεύει τὴν ταφή του Πολυνείκη, θεωρῶντας τὸν προδότη. Ὁ νόμος του εἶναι νομικὰ ἰσχυρός, ἀλλὰ πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ «ἄδειος» καὶ ἀσεβής.
- Ἡ ἀντίσταση τῆς Ἀντιγόνης (Ἄγραφοι Νόμοι): Ἡ Ἀντιγόνη ἐπιλέγει συνειδητὰ νὰ παρακούσει τὸν βασιλιᾶ. Στὸν περίφημο διάλογό τους, ὑπερασπίζεται τὴν πράξη της ἐπικαλούμενη τοὺς «ἄγραφους καὶ ἀσφαλεῖς τῶν θεῶν νόμους» («ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα»). Ἐξηγεῖ ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἠθικῆς εἶναι αἰώνιοι, δὲν γεννήθηκαν σήμερα καὶ εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τὰ διατάγματα ὁποιουδήποτε θνητοῦ ἄρχοντα.
- Ἡ δικαίωση τῆς ἠθικῆς: Τὸ τέλος τῆς τραγωδίας εἶναι καταστροφικὸ γιὰ τὸν Κρέοντα, καθὼς ἡ ἐπιμονή του νὰ ἐπιβάλει ἕναν νόμο ποὺ καταπατᾶ τὸ ἱερὸ καθῆκον καὶ τὸ ἦθος, ἐπιφέρει τὴ θεία δίκη καὶ τὴν πλήρη προσωπική του συντριβή.
Ὅταν λοιπόν ἕνας τέτοιος σύγχρονος νόμος ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ πνευματικὰ θεμέλια, θεωρεῖται ὅτι ἀποδομεῖ τὴν κοινωνικὴ συνοχή. Ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν τῶν νομικῶν ρυθμίσεων στὴν ἐκπαίδευση ἀνηλίκων ἑρμηνεύεται ὡς προσπάθεια πρόωρης ἰδεολογικῆς καθοδήγησης. Ἐκεῖ λοιπὸν ὁ κοινωνιολόγος Μανοῦσος Μαραγκουδάκης θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπισημάνει (ἡ κύρια ἐργασία του ὡς κοινωνιολόγου) καὶ νὰ ἀπορρίψει τὴν ἀπαίτηση τῆς κυβέρνησης. Ἀντὶ τὸ κράτος νὰ προστατεύσει τὴν ψυχικὴ καθαρότητα τῶν παιδιῶν, τὰ ἐκθέτει σὲ ἔννοιες ποὺ κλονίζουν τὴν παραδοσιακὴ δομὴ τῆς οἰκογένειας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ βασικὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας. Ἕνας ἐπιστήμονας μὲ βαθιὰ γνώση τῶν κοινωνικῶν δομῶν ἔχει καθῆκον νὰ προειδοποιεῖ γιὰ τοὺς κινδύνους τῆς ἀποδόμησης τῶν παραδοσιακῶν προτύπων [πανεπιστήμιο αἰγαίου] καὶ νὰ ἀρνηθεῖ νὰ γράψει τέτοιο κείμενο (δηλαδή: ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΦΥΛΟΥ.
Ὅταν ἡ πανεπιστημιακὴ κοινότητα δὲν ὑψώνει ἀνάστημα ἀπέναντι σὲ νόμους ποὺ παραγκωνίζουν τὸν ἠθικὸ νόμο, δημιουργεῖται στὴν κοινωνία τὸ αἴσθημα ὅτι οἱ ἐπιστήμονες λειτουργοῦν ὡς ὄργανα τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ ὄχι ὡς θεματοφύλακες τῆς ἀλήθειας. Τὸ νὰ δέχεται ἢ νὰ ὑποστηρίζει τὴ μεταφορὰ τέτοιων νομικῶν πραγματικοτήτων στὰ μικρὰ παιδιὰ θεωρεῖται, μιὰ μορφὴ συμβιβασμοῦ ἢ «συνεργείας» στὴν ἀλλοίωση τῆς παιδικῆς ψυχῆς. Στὴν ἐπιστημονικὴ καὶ ἐκδοτικὴ δεοντολογία, ὁ πρῶτος συγγραφέας καὶ ἐπί κεφαλῆς τῆς ὁμάδας φέρει τὴν τελικὴ καὶ ἀκέραιη εὐθύνη γιὰ κάθε λέξη, παράδειγμα ἢ νόημα ποὺ τυπώνεται στὸ βιβλίο, ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶναι καὶ ἄλλοι συγγραφείς. Ἀκόμη καὶ ἂν οἱ ὁδηγίες προέρχονται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο ἢ τὸ Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς (ΙΕΠ), καὶ ἀκόμη καὶ ἂν οἱ συνεργάτες του συνέβαλαν στὸ κείμενο, ὁ ἴδιος ὡς ἐπί κεφαλῆς εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐλέγξει ἂν τὸ περιεχόμενο εἶναι παιδαγωγικὰ κατάλληλο. Στὴν ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα, ὅταν ἕνας ἐπιστήμονας θεωρεῖ ὅτι μιὰ πολιτικὴ ὁδηγία παραβιάζει τὶς ἐπιστημονικές του ἀρχές, τὴν ψυχολογικὴ ὡριμότητα τῶν παιδιῶν ἢ τὴν κοινωνικὴ ἰσορροπία, ὀφείλει νὰ ἀρνηθεῖ τὴ συγγραφὴ ἢ νὰ ἀποσύρει τὸ ὄνομά του. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὄνομά του μπῆκε πρῶτο στὸ ἐξώφυλλο σημαίνει ὅτι ἀποδέχθηκε πλήρως τὸ περιεχόμενο, τὶς κοινωνιολογικὲς κατευθύνσεις καὶ τὸν τρόπο παρουσίασης τῶν νέων προτύπων στοὺς μικροὺς μαθητές.
ΓΡΑΦΟΥΝ: «Ὑπάρχουν δύο βασικοὶ τύποι γάμου: Ὁ θρησκευτικὸς γάμος ποὺ τελεῖται στὴν ἐκκλησία ἀπὸ ἱερέα καὶ ὁ πολιτικὸς γάμος ποὺ τελεῖται στὸ δημαρχεῖο ἀπὸ τὸν δήμαρχο. Τὰ τελευταῖα χρόνια, τὰ ζευγάρια ἐπιλέγουν νὰ μὴ συνάψουν κανέναν ἀπὸ τοὺς παραπάνω τύπους γάμου, ἀλλὰ «σύμφωνο συμβίωσης», ποὺ ὑπογράφουν παρουσία συμβολαιογράφου. Σὲ πολλὲς σύγχρονες χῶρες, ὁ πολιτικὸς γάμος καὶ τὸ σύμφωνο συμβίωσης μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ καὶ ζευγάρια τοῦ ἴδιου φύλου.»
Ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ ὁποῖο ἀναφέρουμε παρακάτω εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ αὐστηρά, συγκλονιστικὰ καὶ προειδοποιητικὰ λόγια σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἁγία Γραφή. Ἐκεῖνος Ὁ Λόγος θὰ πρεπει νὰ ἀφυπνίσει ὅλους τοὺς ὑπεύθυνους ποὺ συνεγραψαν αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἀλλὰ καὶ τοὺς λιγότερους ὑπεύθνους = συλλόγους γονέων καὶ κάθε Ἕλλην ὀρθόδοξο χριστιανο, ὅπου ὀφειλει νὰ διαμαρτηρηθεῖ. Τὸ ἀπόσπασμα βρίσκεται στὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο (κεφάλαιο 18, στίχος 6), ὅπου ὁ Χριστός, ἔχοντας βάλει ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς Τοῦ ἕνα μικρὸ παιδί, λέει ἐπὶ λέξει:
«Ὃς δ’ ἂν σκανδαλὶσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης.»







