Αναμφισβήτητη και ιστορικά αποδεδειγμένη, είναι η επίδραση που άσκησαν οι αρχαίοι κλασσικοί φιλόσοφοι, ιστορικοί, όπως ο Αριστοκλής και ο Αριστοτέλης, ο Ηρόδοτος κλπ. Οι Έλληνες- Ρωμαίοι ιστορικοί, άφησαν αξιόλογα επιστημονικά έργα. Υπήρξαν σπουδαίοι επιστήμονες, φιλόσοφοι, ρήτορες, ιστορικοί. Δυστυχώς όμως δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε η προσφορά τους, στον πολιτισμό και την παιδεία, από τους Έλληνες τους μεσαίωνα, οι οποίοι προτιμούσαν να διαβάζουν τους αρχαίους κλασσικούς σοφούς ιστορικούς, ρήτορες, όπως ο Αριστοκλής, ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης, ο Ηρόδοτος, ο Ξενοφώντας, ο Πλούταρχος, και να θαυμάζουν- επαινούν, σε δημόσιες συζητήσεις, με πολύ μεγάλη προγονική υπερηφάνεια τους αρχαίους Έλληνες, των οποίων οι Ρωμαίοι-Έλληνες του μεσαίωνα, αποτελούσαν τους φυσικούς και πνευματικούς κληρονόμους. Δικαίως αισθάνονταν υπερήφανοι για το ένδοξο παρελθόν και για τα επιστημονικά επιτεύγματα της αρχαίας κλασικής περιόδου. Ενδεικτικά ήταν αυτά τα οποία έγραψε, ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας και της Ελληνικής-Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. σε μία επιστολή του, προς τον σοφιστή Αβλάβιον: “Πυνθάνομαί σε σοφιστικής εράν, και το χρήμα είναι θαυμάσιον, οίον σοβαρόν φθέγγεσθαι, μέγα βλέπειν, βαδίζειν υψηλόν και μετέωρον, το λήμμα σοι φέρειν εκείσε εις Μαραθώνα και Σαλαμίνα, ταύτα δη τα ημέτερα καλλωπίσματα, και μηδέν εννοείν, ότι μη Μιλτιάδας και Κυναιγέρους και Καλλιμάχους τε και Τηλεμάχους, και πάντα εσκεύασθαι σοφιστικώς”. Πολύ σημαντικό ήταν, ότι μέσα από την μελέτη των αρχαίων ιστορικών, οι Έλληνες-Ρωμαίοι βρήκαν παραδείγματα γενναίων και ηθικών Ελλήνων ανδρών, ώστε να τα χρησιμοποιήσουν ως πρότυπα, για τους νέους εκείνων των αιώνων. Η Άννα διότι ήταν γόνος, αυτοκρατορικής οικογένειας, και η αγαπημένη κόρη του Αλέξιου Α, έλαβε μία εξαιρετική παιδεία και απέκτησε εκπληκτική ευρυμάθεια στην αρχαία Ελληνική γραμματεία, μελέτησε τους αρχαίους συγγραφείς, ιστορικούς, φιλοσόφους, ρήτορες.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ
Το 1091 η Άννα μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα, το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο Νεότερος γεννήθηκε το 1062 στην Ορεστιάδα της Αδριανούπολης, και ήταν γιος του ομωνύμου του στρατηγού. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν λόγιος άνδρας, ικανός διπλωμάτης, σπουδαίος ρήτορας και πάρα πολύ γενναίος στρατιώτης-στρατηγός. Ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Κομνηνός, εκτιμώντας την μόρφωση, την φυσική ομορφιά και την γενναιότητα του Βρυέννιου, του έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Άννα Κομνηνή, και τον τίμησε με το αξίωμα του Καίσαρος.
Επίσης του εμπιστεύτηκε σημαντικές στρατιωτικές αποστολές. Ο Νικηφόρος διηύθυνε την άμυνα της Κωνσταντινουπόλεως εναντίον του στρατού του Γοδεφρείδου της Μπουιγιόν κατά την διάρκεια της πρώτης Σταυροφορίας το 1097, ενώ το 1116 ηγήθηκε της εκστρατείας των Ρωμαίων-“Βυζαντινών” εναντίον του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Έγραψε ιστορικό έργο για τον Αλέξιο Κομνηνό, καθώς και φιλοσοφικές και ρητορικές πραγματείες. Κυριότερο έργο του είναι η Ύλη Ιστορίας, χωρισμένη σε τέσσερα βιβλία. Η Άννα Κομνηνή, όπως και όλες οι ηθικές, και πραγματικές Ελληνίδες-Χριστιανές, σεβόταν και υποτασσόταν στους συζύγους τους, διότι ήταν ήρωες πολέμου. Όλες οι γυναίκες του μεσαίωνα σεβόταν και υποτασσόταν στους άνδρες τους, που πολέμησαν γενναία για την Ελλάδα και την Ελληνική-Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι Ελληνίδες Χριστιανές του μεσαίωνα, αναγνώριζαν ως άνδρες, μόνον όσους πολεμούσαν γενναία για την επιβίωση της αυτοκρατορίας και του έθνους. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα εθνικά-ηθικά αξιώματα η Άννα Κομνηνή, προσπάθησε να αποσπάσει, τον θρόνο, από τον αδελφό της Ιωάννη τον Β Κομνηνό.
Συνεπώς δεν ευσταθούν οι κατηγορίες, των εχθρών της Ελληνικής-Ρωμαϊκης αυτοκρατορίας, ότι το “Βυζάντιο” ήταν ένα κράτος, όπου γινόταν, συνέχεια, δολοφονίες, και συνομωσίες. Η Αυγούστα Ειρήνη Δούκα, και η πριγκίπισσα Άννα, κινήθηκαν, με καλές προθέσεις, με βάση τα κοινωνικά πρότυπα και το ανώτερο ηθικό Ελληνικό αξίωμα της αρχαιότητας, και του μεσαίωνα. Άλλωστε η Άννα γνώριζε άριστα, την αρχαία Ελληνική γραμματεία. Ο Θησέας ήταν ο πρώτος παγκοσμίως, ο οποίος δίδαξε ότι οι Έλληνες βασιλιάδες επωμίζονται τα περισσότερα βάρη από όλους τους υπόλοιπους κατοίκους, ενώ τους καρπούς των προσπαθειών τους, πάντοτε τους μοιράζονται με όλους τους πολίτες. Ακόμη ο Θησέας δίδαξε ότι σε κάθε μάχη, σε κάθε πόλεμο, καθημερινά τις περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλο στρατιώτη, βάζει την ζωή του σε κίνδυνο ο εκάστοτε Έλληνας Βασιλιάς. Για αυτό όλοι οι Έλληνες Βασιλείς, στρατηγοί κατά την αρχαία και μεσαιωνική εποχή, όπου οι πρόγονοι μας ήταν διοικητές της Ελληνικής- Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επιτεθόταν μονάχοι εναντίoν χιλιάδων αντιπάλων. Αυτό το έκαναν για να πάρουν θάρρος οι Έλληνες στρατιώτες για να κερδηθούν οι μάχες και οι πόλεμοι υπέρ της Ελληνικού-Ρωμαϊκού κράτους. Το ίδιο έκαναν και όλες οι επόμενες γενιές Ελλήνων στρατιωτικών μέχρι και την σύγχρονη Ελληνική ιστορία (1821-1940). Αυτό το οποίο ήταν λάθος, εκ μέρους των δύο γυναικών, ήταν ο τρόπος ανατροπής, του Ιωάννη Κομνηνού. Πολύ ενδεικτικό ήταν, ότι σε καθημερινή βάση, σε καθορισμένες ώρες ψάλλονταν μέσα στο παλάτι εκκλησιαστικοί ύμνοι. Σε αυτό το περιβάλλον, μεγάλωσε η Άννα Κομνηνή. Σε όλη της την ζωή, παρέμεινε μονογαμική, ηθική, εκκλησιαζόταν συνεχώς, και έκανε σημαντικό φιλανθρωπικό έργο. Ενδεικτικό του ήθους της, είναι ότι τον σύζυγο της, τον μεγάλο Καίσαρα-στρατηγό Νικηφόρο Βρυέννιο, τον αποκαλούσε Κύρη και Αφέντη της.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.
Οι Ελληνικές στρατιωτικές οικογένειες, έδιναν πολύ μεγάλη σημασία, στο να κάνουν γάμους μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλίσουν, ότι θα συνεχίσουν να γεννούν Ήρωες, στο πέρασμα των αιώνων. Στα πλαίσια αυτού του εθνικού σκοπού, έγινε και ο γάμος του Νικηφόρου Βρυέννιου και της Άννας Κομνηνής. Η επιλογή τους, ήταν καθαρά θέμα προστασίας του Ελληνικού πολεμικού dna. Διαφορετικά το Ελληνικό έθνος, θα είχε αφανιστεί.
Από αυτούς τους γάμους, ανάμεσα στα μέλη των αριστοκρατικών Ελληνικών οικογενειών της Μ. Ασίας, είχαμε όλα τα εχέγγυα, για την δημιουργία τόσων πολλών Ελλήνων ηρώων. Οι ήρωες-Έλληνες στρατιωτικοί της Μικράς Ασίας, μαζί με τους εξωτερικούς, εχθρούς, όλους εκείνους τους αιώνες αντιμετώπιζαν και τους εσωτερικούς εχθρούς.
Αυτοί ήταν οι Αλλοδαποί αξιωματούχοι, της πολιτικής “αριστοκρατίας” της Κωνσταντινουπόλεως. Εκείνοι χωρίς να πολεμούν, ήθελαν να ασκούν την ανωτάτη εξουσία, για να διαλύσουν την Ελληνική-Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ήθελαν οι αλλοδαποί πολιτικοί ευνούχοι, να δίνουν διαταγές από τα παλάτια, την ώρα που οι Έλληνες στρατιωτικοί. μάτωναν, έχαναν της ζωές τους, έμεναν ανάπηροι και έπεφταν αιχμάλωτοι, στα πεδία των μαχών για την Ελλάδα. Οι Ήρωες στρατιωτικοί της Μικράς Ασίας σε καμία περίπτωση δεν δεχόταν να θυσιάζονται, επί τόσους αιώνες για την Ελλάδα και να τους κυβερνούν ανθέλληνες αλλοδαποί θηλυπρεπείς προδότες. Οι ευνούχοι πολιτικοί από την Βασιλεύουσα το μόνον που έκαναν όλους εκείνους τους αιώνες ήταν να καταστρέψουν ολοσχερώς το Ελληνικό έθνος, μαζί με την αυτοκρατορία του. Το πόσο επικίνδυνοι ήταν οι αλλοδαποί Σημίτες-πολιτικοί, της Ελληνικής-Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποδείχτηκε ιστορικά, μετά τον θάνατο του Βασίλειου- Βουλγαροκτόνου, στις 15 Δεκεμβρίου του 1025 μ.Χ. Αμέσως μετά τον θάνατο του Βασίλειου του Β, οι αλλοδαποί πολιτικοί κατέστρεψαν, την αυτοκρατορία, σε στρατιωτικό, κοινωνικό, και οικονομικό επίπεδο.
Παράλληλα οι πολιτικοί αριστοκράτες, εδραίωσαν δια παντός την εξουσία τους. Έκτοτε δεν επέτυχε να τους εκτοπίσει η Ελληνική στρατιωτική αριστοκρατία της Μικράς Ασίας. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο, καθώς η παγκόσμια Ελληνική- Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με βάσεις τον Πλάτωνα, τον Χριστό και την ηθική ζωή, διαλύθηκε ολοσχερώς μέσα σε 42 χρόνια. Αριθμός ρεκόρ. Αναλογιστείτε ότι 42 χρόνια πριν από τον θάνατο του Βασίλειου του Β., η Ελλάδα είχε φτάσει στο απόγειον της δυνάμεως της, σε ηθικό, πολιτικό, κοινωνικό και στρατιωτικό επίπεδο παράλληλα, από την ημέρα που είχε δημιουργηθεί το έθνος των Ελλήνων. Όμως δυστυχώς εκείνα τα χρόνια, η πολιτική “αριστοκρατία”, είχε διαλύσει ολοσχερώς τον Ελληνικό στρατό. Είχαν αφαιρέσει την ανωτάτη πολιτική-στρατιωτική εξουσία από της Ελληνικές στρατιωτικές οικογένειες της Μ. Ασίας. Κατέστρεψαν όλες της υποδομές του στρατού και του κράτους.Έφτασαν μέχρι να βάλουν στον αυτοκρατορικό θρόνο έναν δικό τους, τον Κωνσταντίνο Δούκα.
Όταν ανέλαβε εκ νέου αυτοκράτορας ένας εκ των Ελληνικών στρατιωτικών οικογενειών της Μ. Ασίας, ο Ρωμανός ο Δ Διογένης, βρήκε εντελώς διαλυμένο τον Ελληνικό στρατό. Οι στρατιώτες χωρίς ασπίδες, σπαθιά, και άλογα, ήταν απλήρωτοι, με σκισμένες σημαίες, με κουρελιασμένες στολές. Έκτοτε είχαν εδραιωθεί οριστικά και αμετάκλητα, οι αλλοδαποί πολιτικοί στην διοίκηση του Ελληνικού-Ρωμαϊκού αυτοκρατορικού κράτους. Συνδιοικούν πλέον μαζί με τους Έλληνες στρατιωτικούς. Η συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας, μεταξύ Ελλήνων και αλλοδαπών, επισφραγίστηκε με τον γάμο, ανάμεσα σε ένα πολύ επιφανές μέλος της Ελληνικής στρατιωτικής αριστοκρατίας τον Ρωμανό Διογένη, και την χήρα του Κωνσταντίνου Δούκα, την Αυγούστα Ευδοκία, την Μακρεμβολλίτισσα. Πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά, έχουμε έναν τέτοιο γάμο, ανάμεσα στις δύο πλευρές, Όλους τους προηγούμενους αιώνες, οι Ήρωες, Έλληνες στρατωτικοί, παντρευόταν, μόνον με μέλη της στρατιωτικής αριστοκρατίας. Όμως ήταν τόσο κρίσιμη η κατάσταση του Ρωμαϊκού κράτους, ώστε οι πρόγονοί μας, να μην έχουν το χρονικό περιθώριο, να εκτοπίσουν, τους πολιτικούς-προδότες από την εξουσία. Η οριστική επισφράγιση, της συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, έγινε μερικά χρόνια αργότερα, με τον γάμο τους Αλέξιου Κομνηνού (Ελληνική ηρωική, στρατιωτική αριστοκρατία της Μικράς Ασίας, και της Ειρήνης Δούκα (πολιτική, Σημιτική αριστοκρατία). Χωρίς αυτούς τους δύο γάμους, δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν, οι Έλληνες στρατιωτικοί στην διοίκηση του Ρωμαϊκού κράτους. Οι Σημίτες πολιτικοί ήταν πονηροί και ύπουλοι. Είχαν μελετήσει την αρχαία Ελληνική γραμματεία, και γνώριζαν καλά, τις Ελληνικές ικανότητες και τις αδυναμίες. Με συμμάχους την κολακεία και την ραδιουργία, είχαν ξεκινήσει από αυλοκόλακες για να εξελιχθούν σε υψηλόβαθμους πολιτικούς αξιωματούχους, της αυτοκρατορικής εξουσίας. Γνώριζαν καλά τους Έλληνες στρατιωτικούς, της Μικράς Ασίας, οι οποίοι κέρδιζαν με το αίμα τους, και με θανάσιμους κινδύνους, τα αξιώματα και τις δόξες, στα πεδία τω μαχών.
Οι Ανατολικές επαρχίες μαστίζονταν από εχθρικές εκστρατείες και επιδρομές. Η αυτοκράτειρα Ευδοκία, βρήκε στο πρόσωπο του ανδρείου-αρρενωπού Ρωμανού Διογένη, έναν ιδανικό Αυτοκράτορα-Στρατηγό, ο οποίος θα διοικούσε με πυγμή σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Το σπουδαιότερο όμως για εκείνη, διότι ήταν πολύ νέα και όμορφη, ήταν ότι παντρεύτηκε, ένα αυθεντικό άνδρα, που θα ασκούσε, στο ακέραιο, τα συζυγικά του καθήκοντα, και θα την τιμούσε, μέσα από την γενναιότητα και τα πολεμικά του επιτεύγματα. Η Ευδοκία, είχε ως σύζυγο, έναν Ήρωα-στρατηγό, που πολεμούσε στα πεδία των μαχών. Όλες οι Ελληνίδες, εκείνων των αιώνων, περιφρονούσαν, και σιχαινόταν πάρα πολύ, τους δειλούς και τους απόλεμους, που δεν πολεμούσαν για την πατρίδα. Ο Ρωμανός καταγόταν από την επιφανή οικογένεια στρατιωτικών της Καππαδοκία, των Διογενών. Το 1064, ως Δούκας της Σαρδικής (Σόφια), είχε αποκρούσει τις επιδρομές των Πετσενέγων, απωθώντας τους πέρα από τον Ίστρο (Δούναβη). Ο Ρωμανός δεν είχε κρύψει ποτέ την δυσφορία του, για τον σάπιο πολιτικό κατεστημένο της Kωνσταντινούπολης, ο οποίος σκορπούσε τα χρήματα του αυτοκρατορικού Θησαυροφυλακίου, με ανηθικότητα, ενώ παράλληλα αδιαφορούσε για το γεγονός, ότι οι Σελτζούκοι Τούρκοι λεηλατούσαν τα σύνορα και τους φτωχούς Έλληνες υπηκόους. Αυτά ήταν χρήματα που προέρχονταν από τους φόρους εκείνων των αδύνατων Ελλήνων, οι οποίοι έβλεπαν, τις περιουσίες τους, να πυρπολούνται, τους συγγενείς τους να σφάζονται, είτε να οδηγούνται αλυσοδεμένα στα σκλαβοπάζαρα των Σελτζούκων.
Δυστυχώς τα χρήματα των φτωχών, διοχετεύονταν σε αμεσότερες κρατικές δαπάνες, όπως ήταν οι πολυτελείς επαύλεις των συγκλητικών της Βασιλεύουσας. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της πολιτικής αριστοκρατίας, ήταν ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας, ο αδελφός του εκλιπόντος βασιλιά, και ο πρωθυπουργός και Πρύτανης των Φιλοσόφων, ο Μιχαήλ Ψελλός. Και οι δύο είχαν πολλούς λόγους να μισούν θανάσιμα τον Ήρωα Ρωμανό Διογένη. Ο καίσαρας ήταν άνθρωπος μειωμένης πνευματικής αντιλήψεως, και κάλυπτε το μεγάλο μειονέκτημα του, με κακές πράξεις, όπως όλοι οι ανίκανοι. Θεωρούσε τον Βασιλιά Ρωμανό έναν “σφετεριστή”, ο οποίος είχε “στερήσει” τον θρόνο, από την δυναστεία του. Ο εκλιπών αδελφός του, Ο Κωνσταντίνος Ι Δούκας, αντιπαθούσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, και απέφευγε τους πολέμους.
Όμως με την ενθρόνιση του Ρωμανού Διογένη, οι πολιτικοί, πίστευαν, ότι θα προκαλέσει “άνευ λόγου”, πολέμους, με σκοπό να “ξεσηκώσει” τους Έλληνες, και να διοργανώσει εκστρατείες. Βασικά γνωρίσματα όλων των άνανδρων, και των θηλυπρεπών, ήταν και είναι η προδοσία, η μοχθηρία, η δειλία και η ανικανότητα. Οι άνανδροι-δειλοί και οι ανίκανοι, το μόνο που μπορούν να κάνουν, είναι το κακό. Για αυτό διαχρονικά καταστρέφουν, για να αισθάνονται, ότι είναι κάποιοι που “αξίζουν”. Το καλό χρειάζεται να έχεις ηθική, παιδεία, γενναιότητα, καλοσύνη, και ικανότητες, και να προσπαθήσεις πάρα πολύ σκληρά για να το κάνεις. Στον αντίποδα το κακό γίνεται πολύ εύκολα, ακόμη και από άτομα με ιδιαιτερότητες, και περιορισμένες ικανότητες. Για αυτό ο Μιχαήλ Ψελλός, ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας, και ο Ανδρόνικος Δούκας, συμμετείχαν στην προδοσία, στην μάχη του Μαντζικέρτ, και μετέτρεψαν τον θρίαμβο του Ήρωα Ρωμανού, και των γενναίων στρατιωτών, σε τραγική-καταστροφική Εθνική ήττα. Επίσης είχαν ως βασικό κίνητρο, τον αφανισμό της Ελληνικής-Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ως μέλη της αλλοδαπής πολιτικής αριστοκρατίας. Η προδοσία ολοκληρώθηκε με τον θάνατο, του Αυτοκράτορα Ρωμανού Δ. Η Βασίλισσα Ευδοκία πήρε το πτώμα του, και το έθαψε στην νήσο Πρώτη. Μέσα στην ατμόσφαιρα της γενικότερης εθνικής τραγωδίας, αλλά και του προσωπικού της δράματος, η έκπτωτη πλέον Αυγούστα θρήνησε τον θάνατό του. Η μάχη του Μαντζικέρτ, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες, εθνικές προδοσίες.






