Καθισμένος ο Σ. στον χτιστό καναπέ του κήπου του ,είχε χορδίσει τόσο επιδέξια τον εσωτερικό του κόσμο ,ώστε κανένας που θα τον έκρουε ερεθισμός ,την δύναμη να μην έχει εγερτικά στην διάθεσή του να παρεμβαίνει .Ήταν αρκετή ώρα αφιερωμένος στ’αγνάντεμα του αντικρυνού βουνού ,που έχυνε τις υπώρειές του σαν χείμαρο λυτών μαλλιών στη θάλασσα.Η άνεση που παρείχε στα μέλη του ο απλωμένος στον καναπέ γκρίζος σελτές ,άμβλυνε όλες του τις υπόλοιπες αισθήσεις ,αποτρέποντας τις εξάρσεις τους και κάνοντας πιότερο παθητική την όραση ώστε αποκλειστικά τούτη να εστιάζει προς το βουνό και μόνο .Ακροπατούσε η θωριά στην κορυφή του ,αγκαλιάζοντας την μαρμαρυγή του λεπτού της αιθέρα .Συνοδοιπορούσε με την ομαλή κατάβαση στη κορυφογραμμή της ράχης μέχρι να βραχεί στο γαλάζιο της θάλασσας υδάτινο στοιχείο. Ανηφόριζε ξανά πίσω δροσισμένη ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο .Σαν τον Σίσυφο ανεβοκατέβαινε το βλέμμα ,όχι όμως με τον τρόπο εκείνου του θεοκατάκριτου που άρδευε κολαστικά στης αιωνιότητας το έρεβος ,αλλά με του επίμονου ερευνητή την πρόθεση ν’ανακαλύψει τον τόπο της απαλονέφελης ηρεμίας .Είχε ακούσει για της φύσεως την ηρεμιστική δράση ,όταν η ψυχή κι ο νους πολύ ταράσσονται .Καθώς κλυδωνιζόνταν τακτικά σ’ένα κυκεώνα προβληματισμών ,βρήκε ξαφνικά σ’αυτήν την κίνηση ταλαντώσεως των ματιών ανάμεσα σε σημεία του περιβλέπτου εκείνου βουνού, έναν αναπαμό. (1)«Τίποτα δεν είμαστε ,μήτε δυνατά χέρια ,μήτε αψηλά κεφάλια ,παρά κουρασμένα πληγωμένα ποδάρια.» Μολονότι είχε καταφέρει με την μηχανική αιώρηση των ματιών του ,να κάνει ζάφτι τον συναισθηματικό παροξυσμό,άφησε να ρεύσει από το στόμα του ελεγειακά αυτό το δίστιχο .Τελευταία το είχε κάνει προσωπικό του motto και το θρηνητικό του περιεχόμενο για την ανθρώπινη μοίρα βάραινε σαν αντρομίδα την ψυχή του στο μέσο βαρυχειμωνιάς .
Η νιότη του είχε παρέλθει με ζαρκαδιού τα σβέλτα άλματα ,ελάχιστα αφήνοντας ίχνη που κι αυτά δισδιάκριτα ολοένα γίνονταν από το χρόνο.Η γεμάτη σφρίγος ζωή των πρώιμων ετών του, φάνταζε τώρα ταινία βωβού κινηματογράφου ,με ελλείπουσα την μεστότητα των εικόνων της μέσα από το ξεθωριασμένο ασπρόμαυρο φόντο του χρόνου και από την αφύσικη ταχύτητα των παρωχημένων πια επικαιροτήτων .Νοσταλγούσε βέβαια την εποχή εκείνη που η σκέψη του καθοδηγούσε με αψευδή ακρίβεια τα μέλη του σώματος ,πτεροφυώντας τη θέλησή του και με την αστείρευτη δύναμη της νιότης .Αλλά δεν ορεγόταν στη θάλασσα των αναμνήσεων να κλυνωνίζεται νωχελικά για πολύ .
Η σημερινή ρεπλίκα του εαυτού του κουβαλούσε μέσα της εμπειρίες του νεαρού προγόνου της ,όχι με την πολυμερή μουσική ευγένεια μιας σονάτας υπό το σεληνόφως του γήρατος ,αλλά με τον πολυμερισμό και το ειδικό βάρος των ανικανοποιήτων ίμερων που φλόγισαν τη ψυχή μέχρι τώρα .Λαχτάρες που ορθώνονταν εκούσια ή ακούσια κι αποσύρονταν ξανά στο σκοτάδι χωρίς καν να γίνουν κατανοητές .Στιγμιότυπα που διέκοπταν την εμμέλεια της ζωής κι άφηναν με την χαραγή τους στον έσω κόσμο αιμάσουσες πληγές .Μέτρησε με κάποια του προσπάθεια εσχάτως όσες θυμόταν χαραγές .Κι ήταν τόσες όσα και τα δεινά αλλά και πολλά ακόμη ανεξηγητα της ζωής του.Ήταν ένας πάσχων άνθρωπος .Η ανησυχία του πνεύματός του τον προσκαλούσε
διαρκώς στο αρχονταρίκι της αληθείας .Εκεί μέσα ,συλφίδα ανάερη αυτή ,γελαστή τού έστρωνε το τραπέζι ,όμως η προσφορά της ήταν λιτή ,περιπαικτικά αναιμική .Ίσα για να του φουντώσει την όρεξη ώστε να προσέλθει την επόμενη φορά πιο πεινασμένος στην αναζήτησή της .Αυτό το πηγαινέλα χωρίς κορεσμό ήταν από μόνο του ένα μαρτύριο, ερωτήματα αναπάντητα ,προβλήματα εκκρεμή .Ειδικά τον τελευταίο καιρό είχε κυριολεκτικά αγκιστρωθεί πάνω στα δυσεξήγητα από τις ψυχνοητικές του δυνατότητες φαινόμενα ,που με τον κατακλυσμό τους στο παγκόσμιο προσκήνιο απειλούσαν να τον συντρίψουν ,μαζί μ’αυτόν κι όλους τους άλλους .Άραγε ήταν ο μεγενθυτικός φακός που κρατούσε από πάντα για να ελέγχει όλα όσα γύρω του συμβαίνουν ,η αιτία που εντύπωνε μέσα του ευμεγέθη και παράταιρα ως προς την φυσικότητά τους τούτα τα όψιμα φαινόμενα ;Ή μήπως πραγματικά ήταν τέτοια; Καμμιά λογική συνέπεια δεν τα διείπε ,ουδείς επαρκής λόγος υπήρχε για να καταποθούν από την κοινωνία των ανθρώπων .Αυτή τη φορά ήταν βέβαιος πως κάτι μεγάλο συνέβαινε, κάτι το τερατώδες, κάτι που οι πιο πολλοί προκειμένου να το ξορκίσουν θα το ενέτασσαν εύκολα στη κατηγορία της συνωμοσίας .Τα ύπουλα ή τα κρυφά ωστόσο είναι δυνατόν να συμβαίνουν σε συνθήκες αντιπαλότητας συμφερόντων.Τότε κανονικοποιείται και η ξέφρενη νεροσυρμή της λαιμαργίας για τρυφή .Κανονικότητα τον λεν τούτο .Αυτό το μόρφωμα δεν επιτρέπει ό,τι το αποτρέπει κι αυτά είναι λίγα .Δεν αποτρέπει ό,τι το επιτρέπει κι αυτά είναι πάρα πολλά ,τόσα όσα συνιστούν και τον ευρύαλο χαρακτήρα των ανθρωπίνων παθών .
«Πάλι το βουνό σου κοιτάζεις;»Ακούστηκε από πίσω του η διάτορη φωνή του γείτονα. Η πόρτα του κήπου ήταν πάντοτε ανοικτή κι όσοι τον γνώριζαν έμπαιναν για να του πουν μια καλησπέρα τέτοια ώρα ,σχεδόν κάθε μέρα.Ήξεραν όλοι τους ,πως το απόγευμα κάθεται στον καναπέ του κήπου .Πριν από αρκετούς μήνες είχε διαμορφώσει μια γωνιά εκεί μέσα ,με όλα τα κόμοδα που απαιτούνται για την απόλαυση της καλοκαιρινής ραστώνης .Ένας παραδοσιακός φούρνος όχι μόνο κοσμούσε τη γωνιά αυτή με την θολωτή σαν καβούκι χελώνας κατασκευή του ,αλλά βρισκόταν διαρκώς και σε χρήση, μετατρέποντας όπως στα παλιά χωριάτικα νοικοκυριά ,το πιο απέριττο φαγητό σε πεντανόστιμο έδεσμα .Εκεί βρισκόταν όπως έλεγε ο βωμός των γαστρονομικών του θυσιών .Άκριβώς δίπλα και με θέα προς την θάλασσα είχε χτίσει έναν καναπέ .Εκεί είχε το αναπαυτήριό του .Μέσα του βυθισμένος και καθώς ο ήλιος βασίλευε,τον συνέπαιρναν οι σκέψεις κοιτάζοντας προς το βουνό .
Η θάλασσα των λογισμών του ήταν μόνιμα φουρτουνιασμένη από ντελήδες ανέμους που έπνεαν από παντού .Τα γεγονότα ,μεγάλα ή μικρά ,δορυφορούσαν αρχικά στο νου σαν κομμάτια διάπυρης ύλης της οποίας η βαθμιαία εξάχνωση τον ρίπιζε εμμονικά με γόνιμο στη σκέψη τρόπο .Πολλές φορές είχε φανταστεί σ’αυτό το μετααποκαλυπτικό σκηνικό της εντάσεως του νου ,ότι γινόταν βουτηχτής-διασώστης της κάθε σκέψεως που παραγόταν από την γονιμοποιό δράση των πύρινων ανέμων πριν αυτές καταβυθιστούν ταχύτατα στη λήθη της αβύσσου .Όσες φορές το πρόφταινε ,έφερνε στην επιφάνεια ό,τι είχε απομείνει από την αρχική πυκνότητα των στοχασμών του με την ανάλαφρη όμως μορφή των λέξεων .Λέξεις-πλωτήρες όπως τις έλεγε .Αυτές από μόνες τους όταν
πρωτακούγονταν ,περισυνήγαγαν ένα ακαθόριστο νόημα ,σαν στάλες δροσάτης
ασυναρτησίας .Ήταν ωστόσο οι οδηγοί του εκείνοι ώστε κατοπινά να αναστοχαστεί με λόγο ,το πρωτόλειο περιεχόμενο του στοχασμού του.
Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος όπου ακούστηκε η φωνή .Τούτος ο γείτονας ,ο Μπ, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε όταν αγόρασε αυτό το μικρό θαλασσοχωρήτικο σπίτι.Τον καλοσώρισε εγκάρδια και βιάστηκε να τον προσκολήσει στις σκέψεις που έκανε, ρωτώντας τον κάπως αδέξια: «Ενώ γνωρίζεις ότι η πόρτα είναι για να μπαίνεις στον κήπο ,είναι μάλιστα ανοικτή ,θα γκρέμιζες ποτέ τον τοίχο της μάντρας για να μπεις;» Μολονότι ήταν γνωστός ο απίθανος τρόπος με τον οποίο ανέσυρε στο προσκήνιο τις σκέψεις του ,τούτο το ερώτημα άφησε τον Μπ, άλαλο . «Τι άλαλα και μπάλαλα είν’τούτα που λες πάλι ;» «Καλά τόπες» είπε ο Σ. «(2)τα άλαλα και τα μπάλαλα θα διευθύνουν το κόσμο ,πόσα άραγε πρέπει να πυργώσουμε φράγματα ,για το σταματημό αυτού του φλογοπόταμου που σαρώνει το κόσμο ,σιγολιώνοντας ολονών τις συνειδήσεις. Κάθε μέρα που περνά ,καταπίνει σαν κλωνιά γερμένα στη κοίτη του ,όνειρα κι αξίες, προαιώνιες του ανθρώπου παρακαταθήκες .Μπουχός πτωμαϊνης γίνονται τα πάντα και κατακάθονται μέσα του για να τα παρασύρει σαν ρευστή βρωμιά ,βουβά κι αργά προς το μεγάλο καμίνι της γέεννας .Κλωνόγερτα κι ώριμα απ’την αυθεντία των αιώνων τζιβαερικά ,καταποντίζονται καιόμενα στον οχετό του Σηκουάνα .Οι αιώνιες αλήθειες γίνονται αίφνης γελοιογραφικά συμβάματα στις διαθέσεις ανίερων κωμαστών.Οι φραγκοφορεμένες Δουλτσινέες φορούν στα μάτια το φασαμέν της διαστροφής.Και τα μάτια τότε εποπτεύουν μ’εκτροπή διαθλαστική ,οπότε νους ,ψυχή και σώμα δεν μένουν αμέτοχα.Η εσωτερική ζωή ανέλεγκτη ορμά στην κατάκτηση της άγνωστης γης σαν φλογερός κονκισταδόρ .Κι όσο περισσότερο τον συνεπαίρνει η άγρια σπαθάτη τρυφή των κατακτήσεων ,τόσο η αρμάδα του σαπίζει αραγμένη ,έχοντας στα μεσιανά κατάρτια αναπεπταμένα ως φλάμπουρα ,κάποια φτηνά λαχούρια με την γραφή (3)πέσε πίττα να σε φάω. Ναι τότε φτάνει κι η κρίσιμη στιγμή ,που η ψυχή χάνει την φωτοβολή της συνειδήσεως ,η πόρτα γίνεται μάντρα κι η μάντρα πόρτα .»
Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του καθώς μιλούσε .Σύγκορμος συμμετείχε με τα χέρια, τους ώμους και τα πόδια παλλόμενα ακατάπαυστα χωρίς ρυθμούς ,σαν να συσπόταν ολόκληρος από την διέλευση ηλεκτρισμού .Ο Μπ τον κτύπησε κατευναστικά στη πλάτη λέγοντάς του :«Οι καιροί μας πράγματι είναι σκοτισμένοι ,τούτο το σκοτάδι δεν καλύπτει απλά τον ήλιο ,στερεί και τ’οξυγόνο της ζωής .Ο κάματος για να διαβούμε σωσμένοι, από το απέραντο πεδίο με τις στημένες παγίδες της κανονικότητας ,απομυζά τη χαρά, την θυσιάζει για την αυτοάμυνα .» Ο Σ. έχοντας κάπως συνέλθει και με την ικανοποίηση της άμεσης ανταποκρίσεως του Μπ στους προβληματισμούς του-ήταν εξάλλου και ο κύριος λόγος που τον συμπαθούσε ιδιαίτερα-είπε : «Κανονικότητα ,ιδού μια φοβερή λέξη πλωτήρας όσων δολίων την χρησιμοποιούν ,ώστε ν’αποθαρρύνουν εκείνους που την ελπίδα τους έχουν στραμμένη έξω από την αναγκαιότητα του εφήμερου και την στατιστική της μαζοφροσύνης .Οι μαίανδροι της πάσης μορφής εξουσίας γνωρίζουν πώς να πασπαλίζουν με ζάχαρη επικοινωνιακή ακόμη και τις πλέον αντιανθρώπινες και αντικοινωνικές επιλογές τους .Τους ενδιαφέρει ο πολύς λαός να παραμένει μακρυά από το κοινοτικό αγαθό ,άβουλος ,απαίδευτος ,κι ανένοχα αδιάφορος για ό,τι τεκταίνεται για κείνον χωρίς την δική του συμμετοχή .Τους αρκεί με την σιγανόφλογη προπαγάνδα να μαλακώνουν το σιδερένιο θυμικό του για να του βαρυοδέσουν στο κατόπι τα πόδια με
βαρυά τρόχαλα .Η προτίμηση των περισσοτέρων από μας στην ακώλητη συνέχιση της όποιας καθημερινότητας ,ομολογεί και την συναινετική παράδοση του αυτεξουσίου μας, αλαλάζει σαν στεντόρειος τελάλης ότι η ωκεάνεια των πολλών αντίδραση ,κατέληξε να γίνει θανατοποινίτης γίγαντας .»
Την ροή των λόγων του Σ. διέκοψε η φωνή του Μήκιου ,που εκείνη την ώρα περνούσε έχοντας φορτωμένα στο άλογό του φρέσκα της ημέρας λαχανικά και φρούτα από το μπαξέ του.«Έχω ωραίες ντομάτες ,ωραίες πατάτες,κοκκινογουλάκια,μπάμιες-μπάμιες.»
Το τελευταίο ζαρζαβατικό το επαναλάμβανε τραγουδιστά ,αποδίδοντας στη φωνή βαθύ ηχόχρωμα ελκυστικής γραφικότητας .Κάποια παιδιά μερικές φορές τον ακολουθούσαν, επανεκφωνώντας κοροϊδευτικά σαν αντίλαλος :«μπάμιες-μπάμιες».Αυτό διόλου δεν τον πείραζε ,αντίθετα ο διασκεδαστικός τούτος σαματάς έκανε καλό στη δουλειά του, προσελκύοντας περισσότερους πελάτες .Ήταν ίσως από τους τελευταίους πλανόδιους μανάβηδες που χρησιμοποιούσαν ακόμη το ζωό τους για την μεταφορά των αγαθών . «Γειά σου βρε Μήκιο ντερμπεντέρη» είπε ο Μπ απευθυνόμενος στον Σ. ,«την προηγούμενη φορά που πέρασε τού κάναμε με την παρέα γερή καζούρα .Αφού γεμίσαμε τσάντες με λαχανικά ,του είπαμε πως θα πληρώσουμε με κάρτα ,ζητώντας του επιτακτικά να μας εμφανίσει το POS του ‘καταστήματος’.Εκείνος λαμβάνοντας σοβαρά την αξίωσή μας ,πήρε ένα μισοκακόμοιρο ύφος που δεν μας άφηνε περιθώρειο να συνεχίσουμε την πλάκα.Τον λυπηθήκαμε έτσι όπως μας κοιτούσε φοβισμένα και του αποκαλύψαμε την περιπαικτική μας διάθεση. Συμπτωματικά εκείνη τη στιγμή ,το άλογο απέθεσε επί εδάφους την καβαλίνα του .Ο Μήκιος έχοντας αναθαρρήσει ,ανέκραξε περιγελώντας μας τώρα με τη σειρά του και δημιουργώντας μια αναπάντεχη ρίμα ‚να το POS ,εμφανίστηκε το POS και είδαμε το φως‛.» Ο Σ. γέλασε με το αστείο περιστατικό και συμπλήρωσε αφού επανήλθε στην συνήθη στωικότητα που τον διέκρινε :«Πέρα από τ’αστεία ,η φύση διαθέτει την τέχνη να διακωμωδεί την μικροψυχία .Και μέσα στη φύση, εκτός από τις λειτουργίες και τους νόμους του φυσικού κόσμου ,εμπεριέχεται και η ενδιάθετη του ανθρώπου τάση για ελευθερία και ιδιωτικότητα .Αν την έννομη τάξη διείπαν λογικοί νόμοι ,που σκοπούν σ’αυτό για το οποίο παρήχθησαν ,την ασφάλεια ισόκυρων πολιτών και τη προστασία των φυσικών τους αγαθών ,τότε δεν θα υπήρχαν τα μικρά γράμματα των υποσημειώσεων κάποιας λανθάνουσας ατζέντας .Τώρα το τμήμα των νόμων που αφορά στην ασφάλεια έπεται και το μείζον κομμάτι του πνιγηρού ολοκληρωτισμού, προηγείται .Ο Μήκιος είναι η τελευταία παρακαταθήκη μιας ιδεώδους απλότητας: σπέρνεις ,θερίζεις ,τρως χωρίς ελέγχους σκοπιμότητας ,αλλά με την ανάγκη σου να πυργώσεις αυτάρκεια αγαθών κι ενίοτε να δώσεις ένα περίσσευμα στους άλλους.»
Σηκώθηκε και βγήκε από τον κήπο στο δρόμο ,πήρε ένα καρότο από κάποιο καλάθι του Μήκιου και μασουλώντας το ,συνέχισε : «Θυμάμαι ένα περιστατικό που προβλήθηκε ζωντανά σε κάποιο δελτίο ειδήσεων ,γι’αυτό και δεν κατάφεραν να ψαλιδίσουν εκ των υστέρων ,όπως συνήθως κάνουν ,το αιχμηρό σχόλιο ενός τηλεθεατή .Αυτός αρχικά ανέφερε πως οι λεγόμενες ψηφιακές ταυτότητες θα είναι δυνατόν να παρακολουθούν τις καταναλωτικές συνήθειες και όχι μόνο ,των κατόχων τους .Εφόσον αυτό συνέβαινε ,η οποιαδήποτε υποχρεωτικότητα στην παραλαβή του συγκεκριμένου εγγράφου θα ισοδυναμούσε ,για ελεύθερους ανθώπους ,με τον μονόδρομο της ανόδου τους στα βουνά,
σαν όψιμοι αντάρτες .Τότε ένας κύριος στο στούντιο με τον περίεργο συνδιασμό των ιδιοτήτων συνδικαλιστή και αστυνομικού ,υπερθεματίζοντας το νέο ψηφιακό μέσο, αντέτεινε στο σχόλιο του τηλεθεατή πως και στα βουνά απαιτούνται σπίρτα για το άναμμα της φωτιάς ,η προμήθεια των οποίων θα γίνεται μονάχα μέσω της ταυτότητας. Επιβεβαίωσε έτσι τα λεγόμενα του τηλεθεατή ,ότι ο μείζων σκοπός κρύπτεται προς το παρόν κι ακολουθεί οσονούπω .Αντί άλλης απαντήσεως ο τηλεθεατής αυθόρμητα είπε : (4)«ΧΨ+Α .Σαν τη σβουνιά του αλόγου βρόντηξε η ατάκα στο στούντιο ,αφήνοντας σύξυλους τους πάντες.» Ο Μπ κάνοντας με το χέρι του νόημα στο Μήκιο να γεμίσει μια τσάντα με μπάμιες ,ανέφερε με σχετικό ενθουσιασμό ,«Ναι το θυμάμαι αυτό το περιστατικό , ο κύριος εκείνος ενεργούσε σαν υπεργολάβος της ψηφιακής ασφαλείας, που δεν διστάζει να επικαλείται αρμαθιές από παραπειστικά μπιχλιμπίδια, μεταχωρώντας την ασφάλεια από ορόσημο κοινωφελούς σκοπού ,σε μέσο διαρκούς ιδιοτελείας των μεσαζόντων καλοθελητάδων.»
Ο Σ. ατενίζοντας εκ νέου προς το βουνό και με εξημμένη την φιλοσοφική του διάθεση,έχοντας ακροατές πια ,τον Μπ ,τον Μήκιο και τ’άλογό του ,είπε στοχαστικά : «Ο χειρότερος φασισμός είναι η αδυναμία απολαύσεως της ανθρώπινης ποικιλίας .Κάποιος ευνουχισμός της πληρότητάς του ,καταλείπει τον άνθρωπο με μοναδικό εφόδιο στις ψυχικές του αποσκευές την αυταρέσκεια .Κρώζει τότε ως ιέραξ ,γαυριάζει ως μαινάδα, υποβάλλεται αυτοθέλητα σε κυβιστήσεις σαν μαϊμού. Η αυταρχική οίηση τον καθιζάνει στην αλογία απ’όπου αντλεί αλόγους στην επικοινωνία τρόπους .Γι’αυτό και η αυταρχικότητα είναι γελοία στον πηρύνα της ,είναι όμως οδυνηρή όταν γίνεται σύστημα εξουσίας .Κι αυτό συμβαίνει τακτικά στην ανθρώπινη ιστορία .Οι διαβάσεις των ανθρωπίνων σχέσεων δεν έχουν άλλους φύλακες παρά μονάχα την εκατέρωθεν εμπιστοσύνη.Αυτή αερικό είναι και διαλύεται στο πρώτο ψέμα ,κι έτσι de facto δημιουργούνται συναιρετικές αφομοιώσεις της ευπειθούς πλευράς που συνήθως είναι και η ασθενέστερη, προς όφελος της καπάτσας και φιλοτομαρικής .Πόσες τέτοιες προδομένες σχέσεις δεν παρέσυραν κοπαδικά την κοινωνία σε πολέμους ή σε πειραματικές στάνες μεγκελικής εμπνεύσεως .Ο Χίμλερ από τα βάθη του Άδη, χαιρέκακα νεύει το κεφάλι του, γελώντας σαρδόνια .»
Ο Μήκιος μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε την συζήτηση ,αλλά ήταν αμφίβολο αν καταλάβαινε πλήρως αυτά που λέγονταν .Ένας καλοκάγαθος άνθρωπος του χωριού ήταν ,μια φιγούρα από παλιές δεκαετίες που ανέδιδε θυμίαμα ειλικρινούς απλότητας. Ακούγοντας την λέξη πόλεμος ,αντέδρασε λέγοντας: «Εγώ προτιμώ να σκοτωθώ στο πόλεμο ,αν με καλέσει η πατρίδα για να την υπερασπιστώ.» Ο Σ. το κοίταξε με συμπαθητική συγκατάβαση .«Η πατρίδα έγινε αφιλόξενη για κάποιους σαν και σένα που την έχουν ιερό βωμό ,όπου ως ανάθημα πάνω του πρόθυμος είσαι να καταθέσεις και την ίδια σου τη ζωή.Αυτοί που την ποιμαίνουν αλλά και πολλοί από μας ,αυτοί που εκλέγουν τους ποιμένες ,έχουν υπονομεύσει ή απαξιώσει την φύτρα του γένους μας ως γεγονότος πολιτισμικού και καυχήματος υπεραξίας των γηγενών .Αν κληθείς να πεθάνεις για την δική τους νοητή πατρίδα ,απλά θα τους αδειάσεις τη γωνιά .Ένας αμνός είσαι γι’αυτούς κι ο πόλεμος σε τούτη την κατσαπλιάδικη μετανεοτερικότητα αποτελεί την υποχρεωτική χειμαρώδη διάβαση προς την παγκοσμιοποίηση .Οι πατρίδες ρευστοποιούνται ,με πολλούς σαν και σένα και μένα που πιστεύουν σ’αυτές να
πεθαίνουν τελικά για τον αντίθετο σκοπό .Πειραματόζωα γίναμε με υποχρεωτικότητα θανάτου .Θυμάμαι κάτι που είχα διαβάσει κάποτε και νομίζω πως τώρα το κατανοώ με πληρότητα:(5)ποιον τρόπο νομίζετε προτιμότερο για να πεθάνω ,για να γίνει ο θάνατός μου όσο το δυνατόν πιο ενάρετος;…Προσπεράστε μας συγχωρώντας την ευτυχία μας. Το ερώτημα ανήκει σε μας, ενώ την απάντηση την δίνουν οι κουμανταδόροι του παγκοσμίου πειράματος .Ο Μήκιος συνοφρυώθηκε «Δηλαδή είναι όλα ψεύτικα ;» Ο Σ. κοιτάζοντάς τον εξεταστικά και χαϊδεύοντας την χαίτη του αλόγου απάντησε : «Όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν και σένα υπάρχει και η ελπίδα .Μήκιο θα σου φανεί παράξενο, αλλά είσαι ένα έργο τέχνης σμιλεμένο σε πολύτιμο αλάβαστρο .Απ’όπου κι αν το κοιτάξεις κυκλικά, αποκαλύπτει ευψυχία.Από μπροστά αλαλάζει ελευθερία ή θάνατος, από δεξιά κραυγάζει μολών λαβέ, από αριστερά ψυχή βαθειά κι ενδιάμεσα σ’όλες τις άλλες του κύκλου ώρες αναβλύζει το μύρο της η προαιώνια Ελλάδα .Λένε πως η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη .Αν είσαι αποτύπωμα τέτοιας τέχνης ,η οδύνη είναι μέσα σου παρακαταθήκη ,κληρονομιά σα να λέμε .Άρα οτιδήποτε να συμβεί κακό ,το μοναδικό που θα πάθεις είναι ,να σου μεγαλώσουν τα φτερά.
Ο Μήκιος ανασήκωσε τους ώμους και χτυπώντας το χέρι απαλά στα καπούλια του αλόγου ,προχώρησε το δρόμο του .«Έχω ωραίες ντομάτες ,ωραίες πατάτες, κοκκινογουλάκια ,μπάμιες-μπάμιες.»
«Ω μα τι λέξεις–πλωτήρες είναι αυτές» είπε αποθαυμάζοντας την εικόνα του Μήκιου ο Σ. καθώς εκείνος απομακρυνόταν .Ο Μπ στο μεταξύ κρατώντας τα λαχανικά του ,χάζευε και τους δύο . «Σπουδαία και η σημερινή μέρα .Δόξα τω Θεώ.»
(1)Ο Κυρούλης ,Γ.Ψυχάρη
(2)Αγ. Κοσμά Αιτωλού προφητείες
(3)Καπετάν Μιχάλης ,Ν.Καζαντζάκη
(4)ΧΨ+Α ,Η μαθηματική μορφή του Χ@σε ψηλά κι αγνάντευε
(5)Ο ηλίθιος ,Φ.Ντοστογιέφσκι





