Ο νους νοεί τον κόσμο με των αισθήσεων τις προσλήψεις ,ανάγκη έχει γέφυρα
μετάγουσα στης χαριτόβρυτης φύσης τη πλοκή.
Αν τούτος ο σκοπός ο κατά φύσιν,απ’ την αναψυχή εις την λίαν καλή Δημιουργία ,έκτοπος γίνει,
εις νοσηρή ο νους οδηγείται σύγχηση όπου αίσθηση κι αισθητό συμπλέκονται ως αυτοσκοπός .
Δύναμη εγείρεται σφοδρή και αυτονομημένη ,των αναγκών παράχρηση ο νους επινοεί
και εις περιβάλλον ανοίκειο κι εχθρικό ,οι φυσικές ανάγκες εις πάθη μεταποιούνται. Πάθος εστί
ψεκτόν,κίνησης ψυχής παρά φύσιν.
Και νέος στη ζωή αν είσαι , τα πάθη μετράνε απέραντους αιώνες ,ακάλεστα έρχονται,
αυτόκλητα φύονται ,ξενιστής γίνεσαι του αρχεγόνου δαίμονος ,απ’την πρώτη στιγμή.
Περικαλλή άμβωνα , περιωπής καθέδρα στο κέντρο της καρδιάς η φαντασία ορθώνει,
όφεις δύο, αντικρυστά περιελίσσονται εις το κυρήκειον που πρέσβης πονηρός κομίζει
αλαζονεία και φθόνος λέγονται ,εκπεσόντες εις παχύτητα νωθρού η μεν καταπιστεύματος ,
εις απίσχνανση του φιλοκαλείν ο δε,αμφότεροι της καρδιάς το αποθετήριο διαγουμίζουν.
Αυτοεγκάθειρκτος ο νους στην κιβωτό αναγκών λαιμάργων ,τα της φιλαυτίας μέσα
δυναστικά μετέρχεται και τον πυρίκαυστον της αυταρεσκείας τύπον, ενδύεται ισοβίως
Ο δε της ζωής του ποταμός εξερεύγεται πλήθος βατράχων κοαζόντων των βάλτων συμφωνία
σε μέτρο ασύνηθες ,οσάκις η ανάγκη κορεσμού από το χάσκον στόμα προσταχθεί
τοσάκις η πληθύς τρόπων ψευδοπίστων , τα ξόδια γίνονται ευθύς σχέσεων ανθρωπίνων,
σε φάλαγγα λαμπαδηφορούσα ,του εγώ οι άσβεστοι δαυλοί ,φως δόλιον διασκορπούν.
Μεταίσθημα στρεβλό και της αλαζονείας πείσμων μόχλευση ,τραγικός του εαυτού εμπαιγμός,
η αυτοεικόνα ,δαψιλής χαρίτων ,ως ολογραφία προβάλει .
Και κομπορρήμων αφηγητής στου Ντόριαν Γκρέυ τα χνάρια ακροπατεί ,
την μέλαινα του πλάνητος μορφή προσκτάται και σε πολιτείες ανθρώπων περιέρχεται,
τούτη την ανάγκη να κορέσει λαχταρά ,περιπαθώς να εναγκαλίζεται της μορφής της
τον δαίμονα ,με την ψυχή σε σήψη,είδωλο ν’αντικρύζει στων παθών το πορτραίτο.
Αν οι περισσότεροι χτίσουν τέτοιο ανθρώπου τύπο ,απεμπολούν ανεπιγνώστως
το θείον της ψυχής εγκαλλώπισμα,δια της ολβίου αγάπης μεταξύ τους να κοινωνήσουν.
Τα επίχειρα οικτρά,απληστία,μισαλλοδοξία,φιλαρχία,περιέργεια,αργολογία,κατάκριση ,οργή,
κρυψίνοια ,αδιαφορία ,ανυπομονησία ,αμέλεια ,όλοι της έχθρας οι μεσότοιχοι ορθώνονται.
Τότε σαν αγέλη βουβαλιών ,αγρίων δρομέων της ερήμου ,που την καταχνιά της σκόνης
και τον περισσό ιδρώτα εισπράττουν ,αναζητούν τροφή δυσεύρετη και λιγοστή για όλους.
Είναι η ώρα που οι πονηροί δημοκόποι, σαγήνη απλώνουν κανόνες θεσπίζοντας ,
του ορυμαγδού να ελέγξουν τάχα την άναρχη όψη
Άλλοτε με νόμους,ισοϋψείς άπαντες να καταλήγουν σε προκρούστεια κλίνη δικαιωματιστών,
που τους ευχύμους βότρεις αποκόπτουν και των χαρισμάτων αποσβένουν το ανάγλυφο.
Το ψεύδος εις κολοφώνα αναβιβάζεται και λέξεις ζώσες που απέμειναν,
εις ταναντία σημαινόμενα βαίνουν,ως θλώσες τρίβοι νοημάτων ετεροαποκλειομένων
το τίποτα, δημιουργική αποκαλείται ασάφεια και ολιγαρκής ,το καθόλου, αφθονία,
εύηχα σημαίνοντα μεγάλου αδελφού προς πειθήνια υποζύγια, να κανοναρχούν τη ροή της
αγέλης εις βουστροφηδόν κίνηση ,όπως στου Όργουελ τη δυστοπία.
Άλλοτε πλήττουν τις αισθήσεις ,μ’ανόσιους κι ανούσιους αλαλαγμούς πικρού αλάστορος,
είτε την φύση σε χαμέρπειας τα βάθη κρημνίζουν ,είτε έπεα πτερόεντα απαριθμούν.
Στην ιστορία συνωστίζουν σκοπιμοτήτων αντιστηρίγματα ή αναιρούν θυσίες δοξαστικές,
πόθος τους είναι ,έτσι, το παρόν να ελεγχθεί και το μέλλον δεσμώτης χαλεπής μοίρας
ν’αποκάμει
Πολλοί φιλίκοοι,μεμιάς, κήρυκες γίνονται διαπρύσιοι κι απολογητές μιας γκρίζας νεφέλης,
δίχως τον λόγο να γνωρίζουν λατρεύουν την δουλεία τους ,πιονιέροι ένθερμοι και πιόνια ,
όπως στου Χάξλεϋ το Θαυμαστό το κόσμο το καινούριο.
Η λησμοσύνη ολοένα ξαστοχά αρχαίους τρόπους να προσμίξει στη φρόνηση των συγχρόνων,
θησαύρισμα γενιών παλιών που δίδεται στις νέες τελεστικώς ,προκειμένου ν’ακουστεί:άμμες δε
γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες
Η παρακμή σαν το σκουλήκι στο κέντρο της σάρκας του καρπού εγκαταβιώνει,
καταχθόνια τιτρώσκει την ικμάδα και στης συγκομιδής την ώρα ο καρπός δε φτάνει,
μοιάζει μ’ ανθρώπου αναχώρηση μια μέρα απ’ τη ζωή τούτη ,χωρίς είδηση να έχει πάρει καν τι
του συνέβη ,ισοβίως ενδεής από τον ζείδωρο χυμό που ξεδιψά την ψυχή με νόημα και σφρίγος.
Όλοι όσοι τα άκρα των αισθήσεων αναπεπταμένα έχουν σε τούτη τη κραιπάλη
ή ραθυμούν ακκιζόμενοι με της παρακμής την απερήμωση,θύτες μαζί και θύματα είναι
Ο νους σε προσταγές αισθήσεων εγκυστωμένος ,είναι θεληματάρης κι αργοπεθαίνει ,
αφήνει μέσα στης χλαπαταγής την ασήμαντη δόξα ,τελευταίους σπαραγμούς.
Σαν τα θαλάσσια θηλαστικά όπου μια σύγχηση στον πλου ξεβράζει σε νερά αβαθή ,
θηριώδη δε καθώς είναι ,αχώρετα ,σβήνουν μακράν του βάθους που τους πρέπει.
Με το νου ραφίδα ακάματη κι ελεύθερη ,κεντιέται ο καμβάς της ζωής
σ’όποια μορφή και σ’όση πλησμονή , του καθενός η ενδιάθετη ορμή υπαγορεύσει.
Ο κόσμος όμως αφειδώλευτα κινδύνους απεργάζεται και θάνατον όζει,
κάθε στιγμή ,δίκρανα ορθώνονται καυδιανά ,αψίδες όχι νίκης μα ήττας ολοτελούς.
Κι αν την αξιωσύνη ν’αντιληφθείς της ήττας την ευτέλεια ,δεν έχεις ,τούτο από μόνο του αρκεί για
ν’αποκάμεις γρήγορα, αλληλοδιάδοχα τρυπούν πολλών ηττών τα κέντρα μέχρι που να πονέσεις.
Ο πόνος τότε είναι ασφαλής ερμηνευτής πως βρίσκεσαι επί εδάφους σαθρού ,ασθενικού,
ζωή και πόνος είναι οδοί ασύμβατες,αν τμηθούν την βεβαιότητα κατακτάς πως λαθεύεις.
Ανώτερης τέχνης είναι προοίμιο, αν τούτο τον πόνο αφήσεις αδάμαστο εις της ψυχής τα πάθη,
ν’ακούσει μεσ’την χλαλοή ,μιας φράσης αχνό ψιθύρισμα ελπιδοφόρο την διέξοδο να δείχνει:
Ίδε ο Άνθρωπος …κι αυτή του ευαγγελισμού σου είναι η στροφή ,τότε αναβλέπεις στης Εμμαούς
το δρόμο γυμνός και τετραχηλισμένος ,τον νουν εις ουρανόν μεταθείς , μετάνοιαν να πορευθείς
ολόκληρον καλείσαι.
Τότε κι άλλοι λόγοι λαγαροί στεντόρεια πια ακούγονται, σε αρχαίου κάλλους βίωμα ανεκλάλητο
καλλούν και τον αναφή Λόγο προ οφθαλμών ασπίλων αποκαλύπτουν:
Εγώ ειμί η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή…Τι έχεις ο ουκ έλαβες;ει δε και έλαβες ,τι καυχάσαι ως μη
λαβών; … Διό αποθέμενοι το ψεύδος λαλείτε την αλήθεια έκαστος με τα του πλησίον αυτού, ότι
εσμέν αλλήλων μέλη… Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει…
Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω,εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν και
εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’αυτού και αυτός μετ’εμού… Ναι ,έρχου Κύριε Ιησού!





