Χριστέ, γιατί γεννήθηκες, τι ήρθες να κάμεις στον κόσμο τούτο;
«Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα κοινό με το Χριστό… Δεν είναι παρά μηχανές, τίποτα παραπάνω …». Βίλχεμ Ράιχ
Χριστούγεννα! Το έθιμο απαιτεί κάποιοι να λένε τα κάλαντα τις μέρες αυτές. Μ’ ένα τρίγωνο ας βγω κι εγώ εδώ πάνω στα αψηλά βουνά. Θέλω τα δικά μου κάλαντα να ψάλλω, που μοιάζουν με …εξάψαλμο, και πάντα σε ήχο πλάγιο και στυφό…
Εδώ είμαι λοιπόν. Στέκω κατάντικρα στο μπλάβο σύννεφο. Νιώθω δυσβάσταχτα μικρός κι αφελής. Μια χρυσαλίδα με χάδι φωτιάς. Διστάζω λίγο, αλλά ας αρχίσω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς! Ένα δαιμόνιο με προστάζει κι επιμένει ότι η κόλαση για μένα «κείται μακράν»…;;;
Ντριν, ντριν, ντριν…λοιπόν…λοιπόν
«Καλήν ημέρα Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας! Αφήστε με να γίνω το στόμα του «χριστεπώνυμου» λαού και στις άνυδρες καρδιές μας να μιλήσει»!
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο φασουλής λαός, ο χωρίς μπούσουλα λαός, ο κακομοίρης λαός, που ψέλνει, που προσκυνάει, που ξεχνάει, που κολακεύει, που τη μια μέρα γεννάει το Χριστό, για να τον σταυρώσει την άλλη.
Που τη μια μέρα υπερψηφίζει τον πολιτικό αρχηγό, για να τον μουντζώνει την άλλη.
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο θεομπαίχτης λαός, που τη μια μέρα ακούει απ’ τον άμβωνα τα λόγια του Ευαγγελίου, για να τα γράψει στα παλιά του παπούτσια την άλλη :
«Και τους κάλεσε ο Ιησούς και τους λέει: Όσοι κυβερνούν τα έθνη τα καταδυναστεύουν». ( Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο)*:
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο αφελής λαός, ο προδότης και προδομένος, ο φτυμένος, ο προσκυνημένος, ο μαζοχιστής, που θα ψάλλει αυτές τις μέρες τα κάλαντα για τους ελέω Θεού «Άρχοντες» που του πίνουν το αίμα, για να το μετατρέψουν σε ρευστό και χρυσάφι, και ν’ αγοράζουν διυλιστήρια και άλλα…
«Ήρθα να βάλω φωτιά στη γη, και τι θα ήθελα περισσότερο από το να έχει ανάψει;». (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο) :
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο από κάτω λαός, ο γονυκλισίας λαός, ο δούλος λαός, το ψωριασμένο κοπάδι. Ο ψωμοζήτης ραγιάς, που στη στρούγκα του έχει κλειστεί. Που τουρτουρίζει απ’ το κρύο. Ο γέρος λαός που παγώνουν τα πόδια του και το στομάχι του τρέμει. Που πληρώνει το πολύχρωμο ρεύμα με μυθώδη ποσά.
Που αμείβει αδρά τους ανά τη χώρα Πασάδες, που ταΐζει με παχύρρευστο μέλι τους Τριακόσιους Κηφήνες και τις στρατιές των δημοσίων υπαλλήλων, για να του βάζουν θηλιές στο λαιμό.
«Κοιτάξτε και φυλάγεστε από κάθε πλεονεξία, γιατί η ζωή των ανθρώπων δεν είναι στα περίσσια υπάρχοντά τους» (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο):
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο καραγκιόζης λαός, που ζητιάνικα σκύβει κι απλώνει τη χέρα του, για ν’ αρπάξει τα κουπόνια και τα επιδόματα πείνας που του δίνει ένας μιαρός πρωθυπουργός.
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο απ’ την άλλη μεριά αδηφάγος λαός, που κλέβει, που νοθεύει τα τρόφιμα, ο ξύπνιος μεσάζοντας, ο μικροαπατεώνας της αγοράς, ο μπακάλης κλεφτοκοτάς που έγινε σουπερμαρκετάς.
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο από πάνω λαός, ο άπληστος μιζαποδόχος πολιτικός, ο κοβιντοκράτης WEFικός τρομοκράτης, ο εμπρηστής των βουνών ολιγάρχης, ο διαπλεκόμενος κυβερνητικός, ο κομπογιαννίτης κρατικός λειτουργός, ο μεγαλογιατρός φακελάκιας, ο Pfizerάκιας τηλεγιατρός, ο δικαστής και ο δικηγόρος της αρπαχτής, ο Πετσοταϊσμένος παρουσιαστής, ο καναλάρχης φεουδάρχης, ο μεγαλοεργολάβος νταβατζής, ο τραπεζίτης ληστής…
«Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, αλλά η καρδιά του είναι πολύ μακριά από μένα». (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο):
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο κενός και γελοίος λαός, η καταναλωτική μηχανή, το -με ειδικές ανάγκες- παιδί των πολυεθνικών, που το μόνο που έμαθε είναι να χτίζει βουνά από κοπριά και σκουπίδια.
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ένας λαός «χριστιανικός», που διοργανώνει κούφιες γιορτές, που παίζει με τα παιγνίδια των πολυεθνικών, που στολίζει χριστουγεννιάτικα δέντρα, που ανάβει εκατομμύρια λαμπιόνια, που γεμίζει τις πλατείες με «Χριστούς» και με «φάτνες» από ακριβό πλαστικό, την ίδια ώρα που χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν από πείνα στον κόσμο.
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο «υψιπετής» λαός, ο «πονόψυχος» χριστιανικός λαός, που ταρακουνάει τα σύμπαντα όταν ένα σκυλί θανατωθεί, ενώ για τα αθώα παιδιά της Γάζας που δολοφονούνται κατά χιλιάδες, δεν μιλάει κανείς!
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο λαγόψυχος λαός, που οι ξαφνικίτιδες γύρω του θερίζουν, και δεν ανοίγει, το μέχρι χτες μασκοφορεμένο στόμα του, κανείς!
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο αφελής και μωρόπιστος, που περιμένει τους ηγέτες της εκκλησίας να σώσουν τον κόσμο, αλλά εκείνοι:
«Πλαταίνουν τα φυλαχτάρια τους και μακραίνουν τα κρόσσια, στις άκρες των ρούχων τους». (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο):
Εγώ είμαι τούτος ο λαός, ο χάννος λαός, ο τρισάθλιος λαός, που πληρώνει μισθούς «ιερούς» και συντάξεις «αγίων», που ανάβει κεριά, που αγοράζει χρυσοποίκιλτες μίτρες και δεσποτάδων βελούδινους μανδύες, με συρόμενες επί του εδάφους …ουρές!
Θλίψη, θλίψη, θλίψη και οργή θανατερή.
Καλήν ημέρα άνθρωποι, αν είναι ορισμός σας… Πότε θα εξαγνιστούμε, πότε θα καταλάβουμε, πότε θα γίνουμε απλοί σαν τον Χριστό;
Καλήν ημέρα άνθρωποι… «Πότε θα πάμε, πέρα από τις αμμουδιές και τα βουνά, να χαιρετήσουμε τη γέννηση της καινούργιας ημέρας, τη νέα σοφία, τη φυγή των τυράννων και των δαιμόνων, το τέλος της μεγάλης απάτης, να λατρέψουμε –οι πρώτοι- τη γέννηση του νέου ανθρώπου πάνω σε τούτη την έρημη γη»;* *
Ηλίας Σιαμέλας
* Οι Ευαγγελικές περικοπές είναι απ’ το βιβλίο «Τα Ευαγγέλια», σε μετάφραση Άγγελου Βλάχου, εκδ. «ΙΚΑΡΟΣ»
** Ρεμπώ, «Μια εποχή στην κόλαση», σε παράφραση.
Φωτό: Φιγούρες του Γιώργου Χαρίδημου, «Τα κάλαντα του Καραγκιόζη».
Παρώρεια Αρκαδίας






