Η πιο επικίνδυνη λέξη: “τυχαίος”
Ο Alexander Bartosh, ρώσος στρατιωτικός αναλυτής, δεν γράφει για ένα σκόπιμο, προγραμματισμένο πυρηνικό ολοκαύτωμα. Αυτό είναι το τρομακτικό. Γράφει για έναν πυρηνικό πόλεμο που θα ξεσπάσει κατά λάθος, από παρερμηνεία, από κυβερνοεπίθεση σε ραντάρ, από τεχνική αποτυχία σε σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Και προειδοποιεί: αυτή η πιθανότητα αυξάνεται κάθε μέρα.
Το περιβάλλον: Υβριδικός πόλεμος, Sarmat και “γκρίζα ζώνη”
Το άρθρο του Bartosh είναι ψύχραιμο, τεχνικό, και γι’ αυτό ακριβώς τρομακτικό. Τοποθετεί το Τακτικό Πυρηνικό Όπλο (TЯО / TNW) στο επίκεντρο της υβριδικής σύγκρουσης – όπου η γραμμή μεταξύ ειρήνης και πολέμου έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Σε αυτό το περιβάλλον:
-
Η Ρωσία δοκιμάζει επιτυχώς τον Sarmat (πύραυλο που δεν μπορεί να αναχαιτιστεί).
-
Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ αναπτύσσουν τη νέα «πολυτομεακή στρατηγική αποτροπής-2035».
-
Η Ουκρανία (και άλλα μη-πυρηνικά κράτη) χρησιμοποιούνται ως «χώρες-καμικάζι» στα σύνορα της Ρωσίας, επιτιθέμενες με συμβατικά όπλα σε ρωσικά κέντρα διοίκησης, αεροδρόμια και συστήματα ραντάρ.
Ο μηχανισμός του “τυχαίου”: Πώς ένα λάθος γίνεται καταστροφή
Ο Bartosh περιγράφει δύο βασικά σενάρια ακούσιας πυρηνικής κλιμάκωσης:
-
Κυβερνοεπίθεση σε συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης (EWS): Μια επιτυχημένη κυβερνοεπίθεση (ή ακόμα και μια παρεμβολή / ηλεκτρονικός πόλεμος) στα ρωσικά ραντάρ πρώιμης προειδοποίησης θα μπορούσε να δημιουργήσει την ψευδή εικόνα μιας επικείμενης μαζικής πυραυλικής επίθεσης από τη Δύση. Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η απόφαση για αντιποίνων θα έπρεπε να ληφθεί σε λίγα λεπτά. Η λογική: «καλύτερα να χτυπήσουμε πρώτοι, παρά να χάσουμε την ικανότητα αντιποίνων».
-
Επίθεση σε “στρατηγικές” συμβατικές υποδομές: Εάν η Ουκρανία (ή proxy δυνάμεις του ΝΑΤΟ) χτυπήσουν κέντρα διοίκησης, αεροδρόμια που φιλοξενούν πυρηνικά βομβαρδιστικά, ή ραντάρ που ανιχνεύουν πυραύλους, η Ρωσία μπορεί να θεωρήσει αυτή την επίθεση ως προπαρασκευή ενός πυρηνικού χτυπήματος («τύφλωση» του συστήματος) – και να απαντήσει πυρηνικά προτού «χαθεί η ευκαιρία».
Ο Bartosh είναι ξεκάθαρος: «Η πιο επικίνδυνη μηχανή κλιμάκωσης είναι όταν μια τεχνική αποτυχία ή μια επιτυχημένη εχθρική επίθεση σε ραντάρ ή αεροδρόμιο φορέων πυρηνικών όπλων μπορεί να προκαλέσει πυρηνική απάντηση.»
Η λογική του παραλογισμού: “Δεν θέλαμε, αλλά έτσι έγινε”
Το άρθρο εισάγει μια ψυχρή φράση-κλειδί: «Мы не хотели, но так получилось» – «Δεν το θέλαμε, αλλά έτσι έγινε». Αυτή η φράση, λέει ο Bartosh, μπορεί κάλλιστα να είναι ο επικήδειος του σύγχρονου πολιτισμού. Γιατί ο πυρηνικός πόλεμος δεν θα ξεσπάσει επειδή κάποιος ηγέτης είναι τρελός. Θα ξεσπάσει επειδή τα συστήματα είναι εύθραυστα, οι χρόνοι αντίδρασης είναι συμπιεσμένοι, η ασάφεια είναι τεράστια, και ο φόβος της απώλειας της ικανότητας αντιποίνων είναι συντριπτικός.
Το ρωσικό δόγμα: “Κλιμάκωση για αποκλιμάκωση”
Ο Bartosh αναλύει τη ρωσική έννοια της «κλιμάκωσης για αποκλιμάκωση» (escalate to de-escalate): η απειλή ή και η περιορισμένη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων για να αναγκάσει τον αντίπαλο να αποσυρθεί. Αυτή η λογική, όμως, προϋποθέτει ότι ο αντίπαλος θα συμπεριφερθεί ορθολογικά. Σε ένα περιβάλλον υβριδικού πολέμου, κυβερνοεπιθέσεων, και παραπληροφόρησης, η ορθολογική απόκριση δεν είναι εγγυημένη.
Το άρθρο του Bartosh (svpressa) δεν είναι ρητορική απειλή. Είναι ανάλυση κινδύνου από στρατιωτικό εμπειρογνώμονα. Και το συμπέρασμα είναι παγωμένο: η πιθανότητα ενός πυρηνικού πολέμου που ξεκινά κατά λάθος, από λάθος, από τεχνική αποτυχία ή κυβερνοεπίθεση είναι πλέον υψηλότερη από οποιαδήποτε στιγμή από την κρίση των πυραύλων της Κούβας (1962). Η γραμμή μεταξύ υβριδικής σύγκρουσης και πυρηνικής καταστροφής έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Τα ραντάρ, τα συστήματα διοίκησης, και οι αλυσίδες απόφασης είναι εύθραυστα. Μια κυβερνοεπίθεση, μια λανθασμένη ένδειξη, μια δήλωση που παρερμηνεύεται – και μπορεί να έχουμε το «δεν το θέλαμε» σε παγκόσμια κλίμακα.






