Διά νά καταδείξωμε ὅτι, ὅλοι αὐτοί οἱ ἅγιοι καί ὁμολογητές καί πλῆθος ἄλλων, δέν ἐπολέμησαν ἁπλῶς τήν αἵρεσι τῆς Εἰκονομαχίας, ἀλλά ἀπετειχίσθηκαν ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τούς αἱρετικούς Πατριάρχες καί Ἐπισκόπους, θά ἀναφέρωμε ἕνα χαρακτηριστικό περιστατικό ἀπό τόν βίο τοῦ ὁσίου Νικήτα, ἡγουμένου τῆς μονῆς Μηδικίου.
Ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Ἀρμένιος (813-820) ὅταν ἀνανέωσε τήν Εἰκονομαχία καί συνοδικῶς τήν ἐπεκύρωσε ὡς ὀρθόδοξο πίστι τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε τόν ἅγ. Νικηφόρο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καί συνοδικῶς πάλι ἐγκατέστησε τόν εἰκονομάχο Θεόδοτο (814-820). Ἐβασάνισε ἐν συνεχείᾳ καί ἐξόρισε ὅλους τούς Ἐπισκόπους καί ἡγουμένους, οἱ ὁποῖοι δέν ἐδέχθησαν τήν Εἰκονομαχία καί τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τόν Πατριάρχη Θεόδοτο. Ὅταν εἶδε, ὅμως, ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό δέν ἐκέρδισε τίποτε, ἄλλαξε γνώμη καί ἐσκέφθη νά ἐξαπατήση τούς Πατέρες, ὥστε νά ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικά μέ τόν Πατριάρχη. Πρός τοῦτο ἀνέθεσε τήν ὑπόθεσι στόν μορφωμένο καί ἔμπιστο γραμματέα καί σύμβουλό του Ἰωάννη, τόν ἐπιλεγόμενο Γραμματικό καί Λεκανομάντη, μετέπειτα τελευταῖο εἰκονομάχο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (837-842). Τά ὑπόλοιπα τῆς διηγήσεως καί τό πῶς ἐξαπάτησε τούς Πατέρες καί αὐτόν τόν ὅσιο Νικήτα, τά δανειζόμεθα ἀπό τό βιβλίο «Οἱ ἅγιοι τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας», ἔχοντα ὡς ἑξῆς:
«Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ (Λέων ὁ Ἀρμένιος) βεβαιώθηκε ὅτι ὅλοι ἦσαν ἕτοιμοι νά πεθάνουν παρά νά προδώσουν τήν
ἀλήθεια καί ὅτι οὔτε ἡ βία, οὔτε ὁ ἤπιος τρόπος δέν ἴσχυε σέ τίποτε, ζήτησε νά πετύχη μέ τήν πονηρία καί τήν ὑποκρισία.
Αὐτήν τήν φορά κι ὁ Ἅγιος Νικήτας ἀκόμη ξεγελάστηκε.
»Ὁ Λέων ὁ Ἀρμένιος τοῦ εἶχε στείλει, καθώς καί σέ κάθε ἡγούμενο, τόν μυστικό σύμβουλο τοῦ παρείσακτου Πατριάρχη, τόν ἱκανό Ἰωάννη Λεκανομάντη. Αὐτός ἐξέθεσε στόν Ἅγιο Νικήτα ὅτι ἡ ἀντίστασις τῶν μοναχῶν ἦταν ἄσκοπη, γιατί στηριζόταν σέ μιά δυσάρεστη παρεξήγησι, διότι, ἔλεγε, ὁ πατριάρχης μας τιμᾶ τίς εἰκόνες, ἀλλά δέν τίς λατρεύει.
Ἐλᾶτε στό παρεκκλήσιό του. Θά βρῆτε ἐκεῖ εἰκόνες καί θά δῆτε καί σεῖς ὅτι τίς σέβεται καί θά τίς σεβασθῆτε καί σεῖς μαζί του. Θά ἀκούσετε τίς ἐξηγήσεις του καί θά ἱκανοποιηθῆτε. Ἔτσι θά ἀποκατασταθῆ μεταξύ μας ἡ εἰρήνη. Κάνοντας αὐτή τήν προσπάθεια θά εὐχαριστήσετε τόν αὐτοκράτορα καί δέν θά ἔχετε καμία ὑποχρέωσι ἀπέναντί του. Δέν ἐπιθυμεῖ ἀπό σᾶς παρά τό δεῖγμα αὐτό τῆς συμφιλιώσεως γιά νά ἐπιστρέψετε ὅλοι ἐλεύθεροι στά μοναστήρια σας.
»Ὁ ἅγιος Νικήτας ἀντιστάθηκε πολύ. Ἀλλά οἱ ἄλλοι ἀρχιμανδρῖται, κουρασμένοι ἀπό τή μακρά φυλάκισι, τόν ἐβεβαίωναν ὅτι δέν τούς ἐζητεῖτο τίποτε τό ἀντίθετο ἀπό τήν
πίστι καί ὅτι δέν ὑπῆρχε τίποτε τό κακό σ’ αὐτό τό διάβημα τῆς ἁπλῆς συμφιλιώσεως. Ὁ Ἅγιος στό τέλος ὑπεχώρησε.
»Μέσα στό παρεκκλήσιο τοῦ ψευδοπατριάρχου ὑπῆρχαν πράγματι εἰκόνες, ὅπου ὅλοι μαζί τίς ἐτίμησαν. Κατόπιν ἐτέλεσαν τή θεία Λειτουργία κατά τήν ὁποία ἐκοινώνησαν.
»Μετά τό γεγονός αὐτό τούς ἔδωσαν τήν ἐλευθερία τους καί γύρισαν στά μοναστήρια τους.
»Ὁ Ἅγιος Νικήτας, ὅμως, δέν ἐβιάστηκε νά ἐπιστρέψη στό Μηδίκιο. Σκεπτόμενος τή δυσάρεστη ἐπίδρασι πού θά προξενοῦσε στό λαό αὐτή ἡ κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, αἰσθάνθηκε τή συνείδησί του νά βασανίζεται ἀπό τύψεις.
Σκέφθηκε στήν ἀρχή νά ἀποσυρθῆ σέ κάποιο μέρος ἄγριο μακρυά ἀπό τούς ἀνθρώπους, γιά νά περάση ἐκεῖ σέ μετάνοια τίς ὑπόλοιπες ἡμέρες.
»Γιά τόν σκοπό αὐτό ξεκίνησε γιά τήν Προκόνησο (Μαρμαρᾶ), ἀλλά προτοῦ ἀκόμη φθάση ἐκεῖ, ἄλλαξε γνώμη. Τό λάθος, σκέφθηκε, πρέπει νά ἐπανορθωθῆ ἐκεῖ ὅπου ἔγινε.
»Ἄλλαξε δρόμο καί ἐπέστρεψε στό Βυζάντιο καί σέ μιά πλατεία, χτυπώντας τό στῆθος του, ἐξομολογεῖτο τό λάθος του ἐλεεινολογώντας τή δειλία του καί αὐτοκατηγορούμενος γιά παρανομία.
»Ὁ αὐτοκράτωρ τόν κάλεσε καί τόν ἐρώτησε, γιατί δέν γύρισε στό μοναστήρι του, τώρα πού εἶναι ἐλεύθερος. Μάθετε, τοῦ ἀπήντησε ὁ Ἅγιος, ὅτι ἀποδοκιμάζω ὅσα ἔκαμα ἀπό δειλή ἀνθρωπαρέσκεια. Μπορεῖτε νά μέ κάμετε ὅ,τι θέλετε, δέν θά μέ κάμετε ποτέ ν’ ἀλλάξω γνώμη.
»Ὁ ὅσιος Νικήτας μπῆκε ξανά στό κελλί τῆς φυλακῆς, κατόπιν ἐξορίσθηκε στό νησάκι τῆς Ἁγίας Γλυκερίας “ἐν τῷ Ἀκρίτᾳ”» (Μοναστήρια καί Ἅγιοι τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, σελ. 54-56).
Εἶναι ἀνάγκη στήν πολύ παραστατική αὐτή διήγησι νά παραθέσωμε καί μία οὐσιαστική προσθήκη παρμένη ἀπό τόν βίο τοῦ ὁσίου Νικήτα, ἀπό τόν μέγα Συναξαριστή.
Ἀναφέρονται λοιπόν στό σημεῖο τῆς ἐξαπατήσεως τοῦ ὁσίου τά ἑξῆς: «Ἐξέρχεται λοιπόν ὁ πρᾶος καί ἄκακος, ἀλλά μετά ζήλου. Καί μεταβαίνει μετά τῶν Πατέρων πρός τόν Θεόδοτον (τόν εἰκονομάχο Πατριάρχη), ὅπου, τελουμένης
τῆς ἱερουργίας, προετίθεντο τά Ἅγια, τῶν ὁποίων ὅμως δέν ἠδύνατο νά μετάσχῃ τις, ἐάν δέν ἔλεγε, λέγοντος ὁμοίως καί τοῦ Θεοδότου, τό “Τοῖς μή προσκυνοῦσι τήν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀνάθεμα”. Τούτων οὕτω πραχθέντων ἀπηλευθερώθησαν ἀπό τάς φυλακάς καί ἐπανῆλθον ἕκαστος εἰς τήν Μονήν του. Ἀλλ’ ὄχι καί ὁ τήν τελικήν νίκην ἐπιτυχών μετά τήν νομισθεῖσαν ἧτταν, ὁ Ὅσιος, λέγω, Νικήτας. Διότι οὗτος
δέν ἐπανῆλθεν εἰς τήν Μονήν του» (Μέγας Συναξαριστής, Ἀπρίλιος, σελ. 64).
Ἄς θαυμάσωμεν λοιπόν μετά ἀπό ὅλη αὐτήν τήν διήγησι τήν ὁμολογία τοῦ ὁσίου Νικήτα καί ἄς τήν συγκρίνωμε μέ τήν ἰδική μας ἐποχή. Ἐνῶ δηλαδή στό ναό πού προσῆλθε ὑπῆρχον εἰκόνες τίς ὁποῖες τιμοῦσαν, ἐνῶ ἐκφωνοῦσαν πρίν κοινωνήσουν τήν ὁμολογία «Τοῖς μή προσκυνοῦσι τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀνάθεμα», ἐνῶ τελικά ἀφέθη ἐλεύθερος, αὐτός μέ αὐτήν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνία ἐθεώρησε ὅτι ἐπρόδωσε τήν πίστι καί, ὡς ἐκ τούτου, δέν ἐπέστρεψε στή μονή του ποτέ πλέον ὡς ἡγούμενος, ἀλλά τόν μετέφεραν μετά τήν ὁμολογία του καί τόν μαρτυρικό του θάνατο νεκρό οἱ μοναχοί του. Αὐτή τήν ἐξαπάτησι τῶν ἡγουμένων πολύ τήν ἐκατηγόρησε στίς ἐπιστολές του ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅπως ἐπίσης ἐπήνεσε καί τήν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπανόρθωσι διά νέου ἀγῶνος καί ὁμολογία τοῦ ὁσίου Νικήτα. Γράφει ὁ ὅσ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἐπίσκοπο Μιλήτου Ἰγνάτιο, περί τοῦ ὁσ. Νικήτα:
«Πάντως γάρ ἔγνως ὅσοι καί πηλίκοι οἱ κατά τάς ἁμαρτίας μου ὠλισθηκότες· ἐφ’ οὓς τίς οὐ στενάξειεν δάκρυον; καί γε ἐπί τῷ Μηδικιώτῃ, συληθέντι ἐκ τῶν περί Ἰωσήφ οἰκονομίας χάριν ἠσεβηκέναι εἰς Χριστόν. Τοῦτο δέ, ὦ θεόσοφε, ἀπηχές πάνυ καί ἔκτοπον· ἐάν γάρ τις τό κακόν ἐν προσχήματι ἀγαθοῦ ποιῇ, διπλοῦν ἐργάζηται τό ἁμάρτημα, ὅτι αὐτός τε τό οὐκ ἀγαθόν ποιεῖ καί κέχρηται οἱονεί παραπετάσματι τῷ τοῦ ἀγαθοῦ ὀνόματι, φωνή ἐστι τοῦ θείου Βασιλείου.
Οὕτω μέν ἐκεῖνοι πρός τῇ οἰκείᾳ πτώσει καί πολλοῖς ἄλλοις ὄλισθος γενόμενοι, πλήν ὅτι ὁ Μηδικιώτης, ἐπιγνούς τήν ἧτταν, καί ὡμολόγηκεν ὠλισθηκέναι καί μεταμεμέληται σφόδρα, ὡς μεμάθηκα, καί διά τοῦτο φυγάς ᾤχετο, μέγιστον δεῖγμα μετανοίας καί ὠφελείας ἐγκαταλείψας τοῖς τε οἰκείοις φοιτηταῖς καί τοῖς εὖ φρονοῦσιν» (Ἐπιστ. 267, Ἰγνατίῳ ἐπισκόπῳ Μιλήτου, Φατοῦρος, 395, 15).
Δηλαδή ὁ ὅσιος θεωρεῖ, καί τό ὅτι ἐξαπατήθηκε ὁ ὅσ. Νικήτας, ὡς πτῶσι περί τήν πίστι καί δι’ αὐτό, κατά τόν ὅσιο, ἡ μετάνοιά του ἔγινε «μέγιστον δεῖγμα μετανοίας καί ὠφελείας».
Ἀπό ὅλα αὐτά βλέπομε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, πού ἐδραστηριοποιοῦντο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἦτο διά τούς Πατέρες μεγίστη πτῶσις καί προδοσία τῆς πίστεως. Σήμερα ὅμως αὐτό ὀνομάζεται σύνεσις, διάκρισις καί ἀποφυγή σχίσματος.




