Τὴν μνήμη του τιμᾶμε στὶς 15 Φεβρουαρίου.
Ὁ Ἅγιος τῆς Βίτσας Ζαγορίου, μακαριστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Βαλαδῆμος (+ 15 Φεβρουαρίου 1960), ὑπῆρξε πρότυπο ἐργατικότητος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ βοηθᾶ τοὺς ἀνέργους σὲ ἐξεύρεση ἐργασίας. Ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὸ Μονοδένδρι, στὸ ἐρειπωμένο τότε, ὅπως, δυστυχῶς, καὶ σήμερα, Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο τόσο στὴν ἀνακαίνισή του ὅσο καὶ στὴν ἀνακαίνιση ψυχῶν τῆς γύρω περιοχῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν καθαρὴ μυστηριακὴ ζωή. Ἐρείπιο βρῆκε τὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὶς φθορὲς καὶ τὶς λεηλασίες, ἐρείπια καὶ τὶς ἀκατήχητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τῆς γύρω περιοχῆς, ποὺ τὶς ἀγαποῦσε σὰν κάτι ἀτίμητο, ἀφοῦ καὶ αὐτές, ὅπως ὅλων μας, ἦσαν ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ΄ 15). Μὲ τὴν φιλεργατικότητα του ὁ Γέροντας ἀνακαίνισε τὰ κτίρια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυε τὶς ψυχὲς σὰν μαγνήτης, γιὰ νὰ τὶς πλύνει καὶ νὰ τὶς θεραπεύσει σταδιακὰ ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη τους.
Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ εὐλογία Θεοῦ, χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται σκέπτεται πονηρὰ καὶ γίνεται βάρος στὸν κοινωνικό του περίγυρο. Ὁ ἄνεργος ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὸν ἄεργο, γιατί, ἐνῶ αὐτὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργάζεται, οἱ συνθῆκες τῆς κάθε ἐποχῆς δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ βρεῖ ἐργασία.
Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν σταυροφόρος ἱερομόναχος. Τὸν Σταυρό, ὅμως, τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸν θεωροῦσε κόσμημα ἐπιδείξεως. Τὸν φοροῦσε μέσα του διακριτικὰ καὶ τὸν σήκωνε στοὺ ὤμους του ἀγόγγυστα ὡς Κυρηναῖος ψυχῶν. Γνώριζε ὅτι κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο χωρὶς νὰ σηκώσει μὲ χαρὰ τὸν σταυρό του. Κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν καθαρίζεται καὶ δὲν σώζεται χωρὶς παστρικὴ ἐξομολόγηση. Κανεὶς δὲν ὁδηγεῖται στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο μὲ γλέντια καὶ πανηγύρια. Χρειάζεται νὰ ἀκολουθήσει καὶ τὰ βήματα τοῦ Ἐσταυρωμένου στὸν ἀνηφορικὸ Γολγοθᾶ τῆς ζωῆς. Τὰ φίδια, ἔλεγε ὁ Γέροντας, στὰ πνευματικά του παιδιά, ὅταν βγοῦν ἀπὸ τὶς τρῦπες τους οἱ ἄνθρωποι τὰ σκοτώνουν. Ὅταν κάθονται μέσα χοντραίνουν. Οἱ ἁμαρτίες μας μοιάζουν μὲ φίδια. Ὅταν τὶς ἐξομολογούμαστε βγαίνουν ἀπὸ μέσα μας καὶ ψωφοῦν. Ὅταν, ὅμως, δὲν τὶς βγάζουμε μένουν μέσα μας καὶ μεγαλώνοντας μᾶς τσιμποῦν καὶ μᾶς ρίχνουν τὸ δηλητήριο τοῦ θανάτου.
Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἀναγεννημένος πνευματικὰ καὶ γνώριζε ὅτι ἡ ἐργασία, τόσο ἡ σωματικὴ ὅσο καὶ ἡ πνευματική, ἀποτελεῖ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δῶρο Tου πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐργασία εἶναι πάντοτε εὐχάριστη, ἀφοῦ ὁ σκοπός της δὲν εἶναι νὰ δυσαρεστεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἄσχετα ἂν πολλοὶ λέγουν ὅτι ἡ δουλειὰ εἶναι δουλεία, ἀλλὰ νὰ τοὺς προξενεῖ εὐχαρίστηση.
Ἄλλο, ὅμως, πράγμα, νὰ μὴ θέλει κάποιος νὰ ἐργασθεῖ, καὶ ἄλλο νὰ ἐπιζητεῖ ἐργασία καὶ νὰ μὴν βρίσκει. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ἀεργία γίνεται ἀνεργία καὶ εἶναι ἔμπονη. Ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία ἐνσκύπτει στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Θεία παραχώρηση.
Γιὰ θεραπεία τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς μάστιγας τῆς ἀνεργίας ὁ καλὸς Θεὸς ἔδωσε τὴν χάρη στὸν φίλεργο Γέροντα Ἰάκωβο, νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του νὰ εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ἔτσι, ὅσοι ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἐργασία γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς.
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας






