Σε ορισμένους γραπτούς διαγωνισμούς (π.χ. ΑΣΕΠ) εφαρμόζεται το μέτρο της αρνητικής βαθμολόγησης.
Αυτό σημαίνει ότι ένας εξεταζόμενος, που απαντά λανθασμένα σε μια ερώτηση, χάνει περισσότερες βαθμολογικές μονάδες από το αν δεν απαντούσε στη συγκεκριμένη ερώτηση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, σε όσο περισσότερες ερωτήσεις απαντήσει σωστά ένας εξεταζόμενος, τόσο μεγαλύτερη βαθμολογία πρέπει να λάβει. Ομοίως, σε όσο περισσότερες ερωτήσεις απαντήσει λανθασμένα, τόσο μικρότερη βαθμολογία πρέπει να λάβει.
Θεωρούνται 2 εξεταζόμενοι, που διαγωνίζονται στα ίδια θέματα ενός γραπτού διαγωνισμού.
Τα θέματα αποτελούνται από 100 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής και κάθε ερώτηση βαθμολογείται με 1 μονάδα. Αν κάποιος εξεταζόμενος απαντήσει λανθασμένα σε μία ερώτηση τότε η βαθμολογία του μειώνεται κατά 1,5 μονάδες (αρνητική βαθμολόγηση). Ο εξεταζόμενος Α δεν απαντά σε καμία ερώτηση, οπότε λαμβάνει βαθμό 0 (μηδέν).
Ο εξεταζόμενος Β απαντά λανθασμένα σε 10 ερωτήσεις και δεν απαντά στις υπόλοιπες 90, οπότε λαμβάνει βαθμό -15% (μείον δεκαπέντε τοις εκατό). Επειδή η βαθμολογία ενός γραπτού δεν επιτρέπεται να είναι αρνητικός αριθμός, τότε και ο εξεταζόμενος Β λαμβάνει βαθμό 0. Αν και οι 2 εξεταζόμενοι δεν έχουν απαντήσει σωστά σε καμία ερώτηση και έχουν απαντήσει λανθασμένα σε διαφορετικό αριθμό ερωτήσεων, έχουν λάβει τον ίδιο βαθμό. Επομένως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η αρνητική βαθμολόγηση είναι αντισυνταγματικό μέτρο, με τον τρόπο που εφαρμόζεται. Η αντισυνταγματικότητα αυτή, μπορεί να αρθεί με 2 τρόπους:
α) Να μην εφαρμόζεται σε κανένα διαγωνισμό το μέτρο της αρνητικής βαθμολόγησης.
β) Να επιτρέπεται η βαθμολογία ενός γραπτού να είναι αρνητικός αριθμός. Σε αυτήν την περίπτωση, ο βαθμός του γραπτού ενός εξεταζόμενου μπορεί είτε να είναι θετικός αριθμός είτε να είναι 0 είτε να είναι αρνητικός αριθμός.








