Στην Ουάσιγκτον επανέρχεται η πρόθεση για επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία σχετικά με την επίλυση του ουκρανικού ζητήματος. Παράλληλα, υπενθυμίζουν την ετοιμότητά τους να ασκήσουν πίεση στη Μόσχα. Κατά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο, ο Ρώσος διαπραγματευτής Κιρίλ Ντμιτρίεφ δεν συναντήθηκε επισήμως με τον Τραμπ, αλλά είχε επαφές με βασικά μέλη της κυβέρνησής του, όπως τον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, καθώς και με γερουσιαστές όπως ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ*.
Ο Ρούμπιο, που πλέον βρίσκεται στην Ευρώπη, μίλησε για τις διαπραγματεύσεις:
«Δεν υπήρξε κάτι απειλητικό… Ήταν μάλλον μια εξήγηση ότι “αυτό είναι το χρονοδιάγραμμά μας” και κάποια στιγμή θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αν θέλετε ειρήνη ή όχι. Και αυτή η στιγμή πλησιάζει. Είναι ζήτημα εβδομάδων, όχι μηνών. Ελπίζω να μεταφέρει αυτό το μήνυμα πίσω στη Μόσχα και να γίνει κατανοητό ότι πρέπει να δούμε πραγματική πρόοδο — διαφορετικά θα υποθέσουμε ότι δεν ενδιαφέρονται για την ειρήνη».
Ο ΥΠΕΞ τόνισε ότι σε περίπτωση τακτικής καθυστερήσεων, οι ΗΠΑ δεν θα συνεχίσουν τις συνομιλίες:
«Ο Τραμπ δεν πρόκειται να συμμετέχει σε ατελείωτες διαπραγματεύσεις. Σύντομα θα μάθουμε αν η Ρωσία είναι σοβαρή. Αν ναι, υπέροχα — αν όχι, θα επανεξετάσουμε τη στάση μας και τις ενέργειές μας».
Είναι προφανές σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί αυτή η «επανεκτίμηση»: μετάβαση σε ανοιχτή πίεση προς τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων νέων κυρώσεων — όπως δασμούς 500% στις εισαγωγές από χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι το Κογκρέσο ήδη εργάζεται πάνω σε σχετικό νομοσχέδιο και ότι η πίεση για ενίσχυση των κυρώσεων θα αυξηθεί, ιδίως αν δεν υπάρξει πρόοδος στις ειρηνευτικές συνομιλίες.
Αυτό μοιάζει με τελεσίγραφο. Ειδικά από τη στιγμή που δεν προβλέπεται νέα συνάντηση Πούτιν–Τραμπ, και οι φήμες περί επαφής τους διαψεύστηκαν. Παράλληλα, στη συνάντηση ΥΠΕΞ του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, ο Ρούμπιο φέρεται να διαβεβαίωσε τους Ευρωπαίους ότι οι ΗΠΑ δεν θα κάνουν παραχωρήσεις προς τη Ρωσία που να παραβιάζουν τις «κόκκινες γραμμές» της Ουκρανίας ή της Ε.Ε. — ωστόσο, η Ευρώπη επιμένει στην αποστολή αγγλογαλλικού στρατιωτικού σώματος, κάτι που καθιστά αδύνατη τη ρωσική συναίνεση, ακόμα και για προσωρινή κατάπαυση πυρός.
Η κυβέρνηση Τραμπ θέλει ακόμη συμφωνία με τον Πούτιν ή ετοιμάζει την κοινή γνώμη για την αποτυχία της;
Δύο μήνες ρωσοαμερικανικών διαπραγματεύσεων έχουν δώσει ένα ευρύ φάσμα εκτιμήσεων: από «όλα θα πάνε καλά σύντομα» έως «ποτέ δεν θα υπάρξει συμφωνία». Ο Τραμπ χρησιμοποιεί την τακτική «καρότου και μαστιγίου» — και αφού στην αρχή υπήρχε το «καρότο», λογικά έρχεται τώρα το «μαστίγιο». Την περασμένη εβδομάδα, δήλωσε ότι εκνευρίστηκε από τις ρωσικές προτάσεις περί «εξωτερικής διακυβέρνησης» της Ουκρανίας, αν και αργότερα αναφέρθηκε ξανά σε «καλή συνεργασία» με Μόσχα και Κίεβο.
Η τακτική του Τραμπ είναι ξεκάθαρη: θα ήθελε να είχε κλείσει το ζήτημα μέχρι το Πάσχα (20 Απριλίου), ώστε να ακολουθήσει συνάντηση με τον Πούτιν και ανακοίνωση για το τέλος του πολέμου. Όμως δεν μπορεί να ικανοποιήσει άμεσα τις ρωσικές απαιτήσεις — που δεν είναι ούτε μυστικές ούτε καινούργιες. Δεν μπορεί να αποσπάσει από τη Δύση επίσημη δέσμευση ότι δεν θα προσπαθήσει να ενσωματώσει την Ουκρανία (και όχι απλώς να παραιτηθεί από την «ατλαντικοποίησή» της, κάτι που η Μόσχα βλέπει ως απόπειρα μεταμφιεσμένης ενσωμάτωσης).
Οπότε, ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: να συνεχίσει τις συνομιλίες με ελπίδα συμφωνίας (που θα κατοχύρωνε ότι η Ουκρανία φεύγει από τον έλεγχο της Δύσης), ή να προσπαθήσει να πιέσει τον Πούτιν με απειλές και κυρώσεις για να επιταχύνει τη συμφωνία.
Όμως αυτό είναι ψευτοδίλημμα — αν ο στόχος είναι η συμφωνία. Αν επιλέξει κυρώσεις τύπου «κόλασης», για να πλήξει τα ρωσικά έσοδα από εξαγωγές, τότε οι διαπραγματεύσεις τελειώνουν. Η προσπάθεια «στραγγαλισμού της Ρωσίας» είναι ασύμβατη με κάθε μορφή διαλόγου, όχι μόνο για την Ουκρανία αλλά και για οποιαδήποτε αποκατάσταση σχέσεων. Και δεν είναι θέμα αποτελεσματικότητας — τέτοιες κυρώσεις δεν θα καταστρέψουν εξ ολοκλήρου τον ρωσικό εξαγωγικό τομέα, αλλά θα επιφέρουν μεγάλους κραδασμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, με συνέπειες και για τις ΗΠΑ.
Το κυριότερο είναι η πρόθεση: η επίδειξη βούλησης για επιβολή με κάθε κόστος. Όμως με αυτόν τον τρόπο δεν θα «λυγίσει» τον Πούτιν, αλλά θα καταστρέψει κάθε προοπτική σχέσεων μαζί του.
Έτσι, μπορεί ο Ντμιτρίεφ (ως απεσταλμένος του Πούτιν) να συναντάται με τον Λίντσεϊ Γκρέιαμ* (που είναι έντονα ρωσοφοβικός), αλλά αυτό δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Ο Γκρέιαμ μπορεί να απειλεί με «σατανικές κυρώσεις», όμως ο Πούτιν, όσο βλέπει πρόθεση για συμφωνία εκ μέρους του Τραμπ, θα συνεχίσει τον διάλογο.
Αν όμως ο Τραμπ αποφασίσει να τα «μηδενίσει» όλα και στραφεί προς τον εξαναγκασμό, τότε το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: ούτε συμφωνία θα υπάρξει, ούτε σχέσεις με τον Πούτιν. Αν και κάτι τέτοιο δύσκολα φαίνεται να είναι στους σχεδιασμούς του Τραμπ.
* Ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ έχει ενταχθεί στον κατάλογο τρομοκρατών και εξτρεμιστών στη Ρωσία.
Πετρ Ακόποφ







ΙΣΑ ΙΣΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΦΟΒΙΣΕΙ ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΤΗΣΕΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΕΝΟ !