Ἔχοντας πολύ ἀγάπη στά Θεοτοκάρια, πού ἀναφέρονται 64 κανόνες πρός τήν Πανα-γία μας. Σύν Θεῶ, θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλα, μελετώντας το σκέφτηκα νά ἀναφερθῶ στήν ἐνανθρώπηση τοῦ σωτῆρος μας, Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Μητέρας Του· ἀλλά καί τίς τιμωρίες τῆς κολάσεως. Ἀρχίζοντας ἀπό τό Θεοτοκάριον, ὡραιότατον καί χαρμόσυνον τοῦ Κρητός.
Νά ἔχετε ὑπόψη σας, στίς παραπομπές, στό τέλος κάθε τροπαρίου, ὅτι τό πρῶτο γράμμα ἀναφέρεται στόν ἦχο, ἀκολουθεῖ ἡ ἡμέρα, μετά ἡ ὠδή καί ὁ ἀριθμός τοῦ τρο-παρίου. Παράδειγμα. (Α΄ ἦχος, Τρίτη ἡμέρα, α, ὠδή, 1, ὁ ἀριθμός τροπαρίου).
Γιά τίς ἐλλείψεις ζητῶ τήν ἐπιείκειάν σας. Ἐπιμέλεια Κων/νος Δεσπότης.
…Εἶσαι ἡ μόνη, πού γέννησες ἐν χρόνω τόν ἄναρχο Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος. (Α΄ Τρίτη α,1).
…Ἐσύ πού γέννησες τό Φῶς τό ἄδυτο1, τόν λυτρωτή μου, λύτρωσέ με ἄχραντε (ἀμό-λυντε), ἀπό τό σκότάδι καί ἀπό τά αἰώνια βάσανα. (Α΄ Τρίτη α,3)
…Έσύ πού γέννησες γιά μᾶς τό Φῶς τό ἄδυτο καί ἀνέσπερο2. (Α΄ Τρίτη γ,2).
…Σαρκώνεται ἀπό ἐσένα ὁ ἄσαρκος (Θεός), ὅπως ταιριάζει στήν θεότητά Του. (Α΄ Τρίτη η,1).
…Ἐσύ πού γέννησες τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας. (Α΄ Τετ. ε,2).
…Ἀφοῦ γέννησες τήν πηγή τῆς εὐσπλαχνίας ἀξίωσέ με πού μεταλαμβάνω νά ἀπο-λαύσω αὐτήν (τήν εὐσπλαχνία). (Α΄ Πέμπ. α, 4).
…Γέννησε τόν Χριστόν, τήν εὐφροσύνη τῶν θνητῶν. (Α΄ Πέμπ. δ, 1).
…Γιάτρευσε ἀμόλυντε (ἄχραντε) τά πάθη τῆς καρδιᾶς μου, ἡ γεννήτρια τοῦ ἰατροῦ ψυχῆς και σώματος, καί κάνε με μέτοχο τῆς σωτηρίας. (Α΄ Τρίτη η, 4).
…Ἀποδείχτηκες πλατύτερη ἀπό τά οὐράνια χωρώντας ἐναθρωπούμενον Αὐτόν πού δέν χωροῦν τά σύμπαντα καί σέ παρακαλοῦμε ἱκέτευέ Τον. (Α΄ Τετάρ. α,1).
…Νεφέλη τῆς δόξης τοῦ Φωτός μέ τήν κύηση ἔγινες τῆς δόξης τοῦ νοητοῦ Ἡλίου καί ἔδιωξε τά νέφη τῶν παθῶν. (Α΄ Τετάρ. α,3)
1 Πού δέν δύει ποτέ.
2 Λάμπει διαρκῶς
…Ἀνερμηνεύτως συνέλαβες Θεόν καί ὑπερφυσικῶς τόν ἐγέννησες ἀπαλάσσοντας ἀπό τά πταίσματα ὅλους τούς γηγενεῖς (δηλ. τούς ἀνθρώπους). (Α΄ Τετάρ. α,4).
…Γιάτρευσε Δέσποινα ἁγνή τά πάθη τῆς καρδιᾶς μου ἐσύ πού γέννησες τόν ἰατρόν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. (Α΄ Τετάρ. γ,1).
…λυτρωτή μου· τοῦ σκότους με λύτρωσαι· καί βασάνων ἄχραντε τῶν αἰωνίων. (Α΄ Τρί-τη α, 3).
…Σαρκοῦται ὁ ἄσαρκος, ἐκ σοῦ Θεοπρεπῶς. (Α. Τρ. η, 1).
…τούς γηγενεῖς πταισμάτων ἀπαλλάτουσα. (Α. Τετ. α,4).
…Τό πέλαγος εὐσπλαχνίας Χριστοῦ ἡ κυήσασα. (Α, Τετ. ε, 2).
…Λαμβάνοντας σάρκα ἀπό τά ἁγνά αἵματά σου ὁ Ὑπερούσιος3 Θεός. (Α, Τετ. ζ, 1).
…Νέος Ἀδάμ ἔγινε μέ τήν δική Του θέληση ἀπό τά καθαρά αἵματά σου ὁ προαιώνων Θεός. (Α΄, Πέμπ. ζ, 2).
…Σαρκώθηκε ὁ Χριστός ἀπό Ἁγνή (Μητέρα), γιά νά δείξει στούς ἀνθρώπος τήν εὐ-θεία ὁδό καί τήν μέχρι θανάτου κάνοντας ὑπομονή. (Β΄ Πέμπ. ε, 3).
…Ἐσύ πού ἄνευ ὠδίνων τόν Χριστόν ἐγέννησες. (Β΄ Πέμπ. ε, 1).
…Τόν ἐβάστασας σωματικῶς καί μέ γάλα τόν ἔθρεψες. (Γ΄ Κυρ.. δ, 2).
Αὐτός πού τά πάντα ἀπό την ἀνυπαρξία ἔφερε στήν ὕπαρξη, ἔρχεται μεταξύ αὐτῶν παίρνοντας ἀπό ἐσένα Παναγία Δέσποινα την σάρκα, για να εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ὑπέρ φύσεως. (Γ΄, Δευτ. γ, 1).
Τόν ἀπό τόν Πατέρα γεννηθέντα ἄνευ μητρός· ὕστερα χωρίς πατέρα πτωχεύοντα στήν γέννηση κατά σάρκα ἀπό ἀμέτρητη φιλανθρωπία ἔτεκες Θεοτόκε πάνω ἀπό κάθε λόγο καί κάθε κατανόηση. (Γ΄ Δευτ.. δ, 3).
…Ἀνέτειλες Δέσποινα Φῶς αἰώνιο, ἄδυτο φέγγος, τόν Μέγα Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης Θεογεννήτρια. (Γ΄ Δευτ.. κάθισμα).
Ἐν χρόνω τόν ἀχρόνως ἀπό τόν Πατέρα γεννηθέντα, πρό χρόνων ἐγέννησες κατά σάρκα ὑπέρλογα καί ὑπέρφυσιν Παρθένε τόν σοφόν Δημιουργό τῶν καιρῶ καί τῶν χρόνων, πού μέ τόν λόγο μέ λυτρώνει ἀπό τά χρόνιά μου πταίσματα. (Γ΄ Τρίτη, ε,3).
3 ὁ Ἀσύλληπτος ἀπό τίς αἰσθήσεις.
…Ἡ προορισθεῖσα αὐτή πού ὁ Θεός προεῖδε πρίν ἀπ’ ὅλους τούς αἰῶνες ὅτι θά γίνει Μητέρα τῆς Εὐσπλαχνίας. (Γ΄ Τετάρτη.. α, 4).
…Σύλληψη ἄνευ σπορᾶς καί γέννηση ἄνευ φθορᾶς εἶχες ξεπερνώντας τήν φύσιν ἀπο-δεικτυομένη τιμιωτέρα πάντων τῶν ποιημάτων. (Γ΄ Πέμπτη.. κοντάκιον).
Μητέρα χωρίς ἄνδρα σέ γνωρίζουμε Θεόνυμφε καί σέ ὀνομάζουμε Παρθένο πού βρέφος ἔτεκες, διότι σέ Σένα ἡ Παρθενία καί ὁ τόκος τά δύο ἀντίθετα ἀπό τήν φύση τους συνυπῆρξαν. (Γ΄ Πέμπτη, ζ, 1).
…Ἐσύ πού ἔτεκες τόν θελητήν τοῦ Ἐλέους Παντελεήμων Παρθένε. (Δ, Κυρ. προσ. 2).
Τί φοβερό μυστήριο καί φρικῶδες θαῦμα; Τί θαυμασιώτατο ἄκουσμα, Κόρη Παρθέ-νος ἀμόλυντη ἀνδρός· καί τροφός καί λοχεύτρια ἔγινες τοῦ πάντων Θεοῦ καί Κτίστου. (Δ΄. Κυρ. ζ, 1)
Υἱόν πού πρίν (γεννήθηκε ἀπό τόν Θεό Πατέρα), δέν εἶχε μητέρα στούς ἔσχατους καιρούς (ἔγινε Ἄνθρωπος), χωρίς πατέρα Κόρη ἔτεκες ὅμοιο μέ τόν Θεό Πατέρα, ἀλλά ὅμοιο καί μέ τούς θνητούς. Ἁπλόν (κατά τήν Θεότητα) καί διπλοῦν (ἔχοντας τήν Θεότη-τα καί τήν ἀνθρωπότητα), αὐτός πού εἶναι ἐκτός ἀπό κάθε σύνθεση, ἀθάνατον καί θνη-τόν τόν ἀσώματο, διπλόν στή φύση καί τήν θέληση. (Δ, Κυρ. θ, 2).
…Γιά νά σώσει τό γένος τῶν ἀνθρώπων· ὁ Υἱός, πού εἶναι συνάναρχος μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα, ὄντας Θεός, (ἔγινε Ἄνθρωπος), χωρίς σέ τίποτε νά ἀλλοιωθεῖ. (Δ΄.Κυρ. προσόμ. 4).
…Ἐσύ πού εἶσαι ἀνωτέρα τῶν Ἁγίων Δυνάμεων, (Ἀγγέλων), ἁγίως ἔτεκες, Παναγία τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐπαναπαύεται στίς ἅγιες τῶν Ἁγίων ψυχές. (Δ΄. Τρίτη, γ, 4).
…Ἐσύ πού ἐκύησες τήν Σοφία τοῦ Θεοῦ καί Θεό, μέ σάρκα τόν Λόγον τόν προάναρχο πού ἑνώθηκε μαζί μας, ἀπό τήν ἁγνότητά σου, γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο. (Δ΄. Πέμπ., ε, 3)
Ἔχοντας σῶμα ἁγνώτατο καί ψυχή παναγία, Παρθένε, ἀξιώθηκες νά ὑποδεχθεῖς τόν Πανάγιο Θεό (τοῦ ἐλέους, τήν πηγή τῆς ἐλεημοσύνης καί ἄβυσσο τῆς θείας συμπά-θειας4, μέ τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός. (πλ:Α΄, Κυρ. α, 2).
…Ἐλέησόν με φιλάνθρωπε καί φιλεύσπλαχνος, μέ τίς εὐχές τῆς γεννησάσης Σε, διότι ἐσύ εἶσαι ὁ Θεός μου καί Κύριος. (πλ. Α, Τετάρτη, ε, 3).
…Τεκοῦσα ἕνα Θεό, ἐξ’ ἑνός Θεοῦ, γεννηθέντα, ἄνευ μητρός, χωρίς καμμία ἀλλοίω-ση·, ἕνα πρόσωπο μέ δύο φύσεις ἑνωμένες ἀσυγχύτως5 Παρθένε ἔτεκες. (πλ Α΄ Πέμπ., η, 3).
4 πλ. Α΄. Κυρ. δ, 1.
…Ἡ τόν ἐκ Φωτός, Φῶς κυήσασα, νεφέλη φωτεινοτάτη φωταγώγησέ μας. (πλ β΄ Τε-τάρτη., ζ, 4).
Ὅπως τόν ληστή γιά μιά φωνή εὐγνώμονα, ἀξίωσες τοῦ Παραδείσου ὑπεράγαθε, ὅπως δικαίωσες τόν Τελώνη πού ἐστέναξε, ὅπως σπλαχνίστηκες τήν πόρνη πού ἐδά-κρυσε, ἔτσι σπλαχνίσουμε καί μένα δωρεάν. (Βαρύς, Κυρ. θ, 1).
Ὅταν ἀναλογιστῶ τήν φοβερά ἡμέρα καί ὥρα τῆς ἀδεκάστου6 Δίκης, τόν πύρινο πο-ταμό καί τόν τριγμό τῶν ὁδόντων, τό σκοτάδι καί τόν τάρταρο, τό σμῆνος τῶν σκω-λήκων καί κάθε ἄλλη τιμωρία γεμᾶτος τρόμο στήν σκέπη σου καταφεύγω. (Βαρύς, Δευτ. η, 2)
Μία ἀπό τίς τρεῖς ὑποστάσεις (Πρόσωπα) τῆς μόνης καί ἀδιαιρέτου Θεότητος καί ἁπλῆς Τριάδος, ἐγέννησες τόν Χριστόν πού πῆρε Ἁγνή ἀπό Σένα τήν ἀνθρώπινη σάρκα, ἑνωμένος μέ ἀνέκφραστη7 ἕνωση, μένοντας ἁπλός ὡς πρός τήν φύση, ὅπως μέχρι πρίν εἶναι Θεός. (Βαρύς, Δευτ., η, 3).
Ἀπάλλαξέ με με Σωτῆρα ἀπό τήν ὀδύνη τοῦ ἅδου κι’ ἀπό τό ἐξώτερο σκότος καί τόν πικρό τάρταρο καί κάθε ἄλλη τιμωρία γιά χάρη τῆς τεκούσης σε ὥστε μαζί μέ τούς Ἀσωμάτους Ἀγγέλους νά σέ δοξάζω. (Βαρύς, Τρίτη., θ, 3).
…Τήν συντετριμμένη καρδία τοῦ Τελώνη, τά δάκρυα τῆς πόρνης, τοῦ Μανασσῆ τήν ἐξομολόγηση καί μετάνοια, τήν θερμότατη ἐπιστροφή τῶν Νινευϊτῶν, δὠρησέ μου Λό-γε ὡς Ἀγαθός. (Βαρύς, Πέμπτη, στ, 1).
…Ὁ μόνος Ἄναρχος καί ἀπό ἄναρχο Θεό Πατέρα) ἀχρόνως γεννηθείς Θεός Λόγος, ἀπό σένα γεννήθηκε τήν καθαρά ἐν χρόνω, μόνη εὐλογημένη καί Κεχαριτωμένη. (Βαρύς, Τετ., η, 3).
Ἐσύ πού ὡς ἐλεήμων ἔλεος θέλεις καί ὄχι θυσία καί μέ τό ἔλεός Σου συγκρατεῖς ὅλα Σου τά ποιήματα, Σωτῆρα μου μόνε ἐλεήμονα, ἐλέησόν με τόν ἀνελεήμονα. (Βαρύς, Κυρ. θ, 1).
Ἡ τεκοῦσα ἄνευ ὠδινῶν καί ἐκτός πάθους τόν Θεόν, τίς ὀδύνες τῆς ἐμπαθοῦς καρ-δίας μου ἐπίσκεψαι δέομαι μέ τήν θεϊκή σου πρόνοια, διότι ἐσύ εἶσαι ἐπίσκεψη καί βοήθεια. (Βαρύς , Πέμπτη, στ. 4).
…Ὅλη ὡραϊσμένη τῶ κάλλει ὡραῖο πάνω ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους τεκοῦσα τόν Χριστόν ἡ ὡραία ἐσύ ἐν γυναιξί. (πλ. δ΄. Κυρ. η, 2).
5 Χωρίς νά συγχέονται
6 ἀμερόληπτος, ἀδωροδόκητος
7 ἀλεκλάλητος, δεν μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ.
Προθυμία νοός, παντοτινό πόθο8, θερμό ἔρωτα μετανοίας, καί φροντίδα ἀληθινή δός μου Πανύμνητε, ὥστε μέ τό ἐδῶ πένθος νά βρῶ ἐκεῖ παρηγοριά αἰώνια. (πλ. δ΄. Δευτ. γ, 4).
Τήν φλόγα τῆς γεέννης καί τόν τρόμο, τό τρίξιμο τῶν δοντιῶν καί τό κλάμα, τόν ἀθλιότατο καί πικρότατο χωρισμό ἀπ’ τήν χορεία καί συντροφιά τῶν ἁγίων, ἀναλο-γιζόμενη, φρῖξε καί στέναξε γιά νά ἐξαλειφθοῦν τά χρέη σου. (πλ. δ΄. Δευτ. Κάθισμα).
…Τόν ἕνα τῆς Τριάδος ἐγέννησες ἄνευ σπορᾶς, σαρκωμένο ἀπό Σένα χωρίς σύγχυση ἤ τροπή. (πλ. δ΄. Τρίτη. η, 2).
Καί τό σκότος καλύπτει καί τό πῦρ μέ φλογίζει τῶν ἔργων μου, τῶν δοντιῶν ὁ τριγ-μός, τοῦ ταρτάρου τό ψῦχος μέ ταράζει, καί πιό πολύ μέ φοβίζουν οἱ σκοτεινές ὄψεις τῶν δαιμόνων. Λύτρωσέ με ἀπ’ ὅλα αὐτά διά πρεσβειῶν τῆς τεκούσης σε. (πλ. δ΄. Τετάρτη. ε, 3).
Πρίν ἤσουν Ἀμήτωρ (χωρίς Μητέρα) πρίν γίνεις καί Ἄνθρωπος, Ἀπάτωρ (χωρίς Πα-τέρα) μετά την σάρκωσιν· εἶσαι Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί Μητέρας σάν Ἄνθρωπος ὑπέρ τόν νοῦ καί τά δύο, στόν Θεό πρέπει νά ἀποδοθοῦν αὐτά τά παράδοξα θαύματα. (πλ. δ΄. Τετάρτη. στ, 4).
Μή λείποντας ἀπό τόν Γεννήτορα ἀχώριστος στό πᾶν , ἀλλά ὁμόθρονος τοῦ Ὑψίστου ὡς Υἱός τοῦ Πατρός μέ τό θεῖο ἐπίσης Πνεῦμα, ἐχώρησες στήν μήτρα τῆς Παρθένου ὑπέρλογα Λόγε, μένοντας ἀληθινά Θεός ἔστω κι’ ἄν τελείως ἐνανθρώπησες. (πλ. δ΄. Τε-τάρτη. η, 3).
Τῶν δοντιῶν καταπονεῖ με ὁ τριγμός καί ὁ ἀτελείωτος σκώληκας τήν ψυχήν μου κατατρώγει, καί τήν συνείδησή μου ταλαιπωρεῖ τοῦ πυρός ὁ ποταμός καί ἀπό μακριά μέ φλογίζει πρίν τόν καιρό του. Γι’ αὐτό φιλάνθρωπε λύτρωσέ με ἀπ’ αὐτά, πρεσβείαις τῆς τεκούσης σε. (πλ. δ΄. Τετάρτη. θ, 3).
Τά πικρά βάσανα καί τόν πόνο, τίς σκληρές καί αὐστηρές μάστιγες, τό ἄφεγγο σκό-τος, τόν ψυχρότατο τάρταρο, τόν πύρινο καί δηλητηριώδη σκώληκα· καί πολύφάγο στόμα του, τόν ἀκόρεστο φάρυγγά του, καί τίς ἀνώνυμες κι’ ἄγνωστες κολάσεις, προ-βλέποντας ψυχή μου μέ στεναγμούς καί δάκρυα, ἱκέτευσε τήν Μητέρα τοῦ Κριτοῦ σου, κραυγάζοντας, Θεοτόκε δός μου συγχώρηση τῶν κακῶν μου, καθώς μέ ἐμπιστοσύνη καταφεύγω στήν σκέπη σου. (πλ. δ΄. Πέμπτη. ζ, 1).
Ὁ οὐράνιος νυμφώνας, τῶν δικαίων χαρά τῆς δόξης, χῶρος στόν νυμφώνα τοῦ Υἱοῦ Σου ντῦσε καί μένα μέ τό ἄξιό Του ἔνδυμα, μήπως μπαίνοντας χωρίς αὐτό μέ δέσουν χειροπόδαρα καί μέ ρίξουν στό πῦρ. (πλ. δ΄.Πέμπτη. η, 1).
8 ἰσχυρά ἐπιθυμία
Ὦ πῶς ζῶ ἀμέριμνος; τόν καιρό τῆς ζωῆς μου! περνώντας ἀφηρημένος, μή βάζοντας
κατά νοῦν τίς πολλές μου ἁμαρτίες, τό ἀναπόφευκτο9 τοῦ θανάτου καί τήν ἀδέκαστη Κρίση. Ὦ ποιός θά μέ λυτρώσει ἀπ’ τό αἰώνιο πῦρ, ἀν ἐσύ Θεέ μου μόνε ὑπεράγαθε δέν μέ εὐσπλαχνισθεῖς; (πλ. δ΄. Πέμπτη, προσόμ., 3).
Εἴδη αἰωνίων κολάσεων, πού ἀναφέρονται:
Βασάνων αἰωνίων.
Γεέννης πῦρ (φλόγα), αἰωνίου.
Θεοῦ καί ἁγίων ὁ πικρότατος χωρισμός.
Δαιμόνων μέ τίς σκοτεινές ὄψεις των, να βλέπεις.
Κλάμα ὀδυνηρόν.
Ὀδόντων τριγμός.
Ὀδύνη ἅδου.
Ποταμό πύρινο, πού φλογίζει αἰώνια.
Σκότος ἐξώτερο.
Σκωλήκων δηλητηριώδη, σμῆνος, πού κατατρώγουν τήν ψυχή καί τήν συνείδηση.
Τάρταρος πικρός καί ψυχρότατος.
Τρόμος.
[·]






