Δεν είναι ευκαιρία – πιστεύουμε- για τυποποιημένους λόγους και μεγαλόπρεπες παράτες ο γιορτασμός της μεγάλης εθνικής λαϊκής εξέγερσης του ΄21.
Θα ήταν συνεργεία και συνενοχή στη διαστρέβλωση του πραγματικού νοήματος του μεγάλου κοινωνικού και εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του λαού μας, για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη, αν συμμετέχοντες ολόψυχα στο γιορτασμό της, δεν είχαμε πάντα στο νου τις κινητήριες λαϊκές δυνάμεις, τους ουσιαστικούς πρωτεργάτες και μάρτυρες και κύρια τους στόχους για τους οποίους ο λαός μας θα συνεχίσει να αγωνίζεται μέχρι την τελική δικαίωσή τους.
Mετά την επικράτηση της επανάστασης μπήκαν πολλά διλήμματα:
– Επιστροφή στις αρχαίες προγονικές ρίζες ή συνέχεια της Βυζαντινής ιδεολογίας;
– Ανήκουμε στη Δύση ή στην καθ’ ημάς Ανατολή;
– Υιοθετούμε τα δυτικά πρότυπα ή να αναστήσουμε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία;
Οι αγωνιστές της επανάστασης πάλευαν για μια αποκεντρωμένη ή ομοσπονδιακή κρατική οργάνωση έχοντας ως πρότυπο την αρχαία πόλη-κράτος.
Αντίθετα οι περισσότεροι ευρωποσπουδαγμένοι «κομίζοντες φως εκ της Εσπερίας» μάχονταν για την επιβολή μιας κεντρικής εξουσίας και τη δημιουργία ενός εκσυγχρονισμένου κράτους στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα.
Η τάξη που κυριάρχησε ήταν η μερίδα των ξενοφερμένων προνομοιούχων που νέμονταν την εξουσία. Άλλοι θέλουν να μας κάνουν Άγγλους, άλλοι Γάλλους, άλλοι Ρώσους. Ο Μακρυγιάννης γεμάτος αγανάκτηση καταγγέλλει: Οι «ξένοι ανθρωποφάγοι» και οι «πουλημένοι» Έλληνες μας γιόμωσαν φατρίες.
Οι αγωνιστές απ΄ την άλλη πέρασαν στο περιθώριο. Πολλοί απ΄ αυτούς πέθαναν πάμπτωχοι, άλλοι φυλακίστηκαν, άλλοι εκτελέστηκαν. Ήταν για όλους αυτούς τους επιβήτορες της εξουσίας ένα ευκαιριακό εργαλείο, που το παραμέρισαν μετά τη χρησιμοποίησή του.
Ο Τζορτζ Χερμπερτ Γουέλς, στην παγκόσμια Ιστορία θα γράψει γι΄ αυτό:
« Ύβρις για τη χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία. Η Ελλάς ανεκηρύχθη ελευθέρα, δεν επετράπη όμως εις αυτήν να επανέλθει εις τας αρχαίας αυτής δημοκρατικάς παραδόσεις».
Οι βασιλείς στον ελληνικό θρόνο έπαιζαν τον ρόλο σύγχρονου ξένου Μάνατζερ σε τοπική θυγατρική εταιρία. Και εμείς άκριτα, χωρίς δισταγμό, σαν ομολογία πίστης στη δυτικοφροσύνη, ακολουθούμε τυφλά και προσαρμοζόμαστε στις εντολές τους. Δυστυχώς ο εκδυτικισμός, η εισαγωγή του ορθολογισμού και του μιμητισμού σε καθετί ξενόφερτο συγκροτούν και σήμερα το βασικό πιστεύω του “καλλιεργημένου Έλληνα”. Ξένος βασιλιάς, ξένοι θεσμοί, ξένα ήθη, ξένη παιδεία. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το κράτος των Αθηνών, είχε εκπορνεύσει την Ελλάδα στα δυτικά χέρια εφαρμόζοντας εισαγόμενους θεσμούς αντίθετους με την παράδοση του λαού και βάζοντας απότομα τέρμα σε ενδογενή πρακτική αιώνων ελληνικής εμπειρίας. Ζούμε σε ένα κλίμα καλπάζοντος αφελληνισμού που ξεκίνησε από τότε και συνεχίζει μέχρι σήμερα.
Ο Άγγλος ιστορικός A. Toynbee γράφει, ότι οι Έλληνες το 1821 έκαμαν άφρονη ενέργεια κι έχασαν ολόκληρη αυτοκρατορία. Και ότι ήταν οι πρώτοι που μολύνθηκαν από το δηλητήριο του δυτικού εθνικισμού.
Στην αρχή ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας καλά τι διαδραματιζόταν στην πολιτική σκακιέρα της Ευρώπης, δεν ήταν υπέρ της επανάστασης. Γνώριζε πολύ καλά ότι η εξέγερση θα οδηγούσε σε μια κουτσουρεμένη Ελλάδα. Ο Καποδίστριας όπως και ο Κοραής αλλά και άλλοι μορφωμένοι και σπουδαίοι Έλληνες, επεδίωκαν την «εκ των έσω διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την αναβίωση της Ελλάδος σ’ όλη την εδαφική της επικράτεια. Γι’ αυτό το σκοπό εργαζόταν το Φανάρι, οι Έλληνες εφοπλιστές, οι μορφωμένοι Έλληνες οι οποίοι κυριολεκτικά κυριαρχούσαν στην παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία.
Πώς, αλήθεια, χάθηκε αυτή η αυτοκρατορία και συρρικνώθηκε, τελικά, στο προτεκτοράτο του 1832 και μετέπειτα, και, στη συνέχεια, στη σημερινή Ελλάδα; Είναι ένα μεγάλο, τεράστιο ιστορικό πρόβλημα, που αγνοήθηκε, δυστυχώς πό τους ιστορικούς μας. Η Επανάσταση απέτυχε, δεν ολοκληρώθηκε, αφού γρήγορα μπήκε κάτω από τον έλεγχο των ξένων και χωρίς το Ναυαρίνο, ίσως, να είχαμε νέα Ορλωφικά. Έτσι το κρατίδιο που δημιουργήθηκε ήταν απόλυτα ελεγχόμενο από τις «προστάτιδες» δυνάμεις, που όταν κατάλαβαν, ότι ο Καποδίστριας θα τους ανέτρεπε κάποτε τα σχέδιά τους, τον έβγαλαν από τη μέση. Ποιοι όπλισαν τα φονικά χέρια το γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά. Τα ξένα συμφέροντα πραγματοποιούσαν τον πρώτο μεγάλο τους θρίαμβο, πριν ακόμα κατακάτσει η αντάρα της Επανάστασης. Οι Έλληνες που δολοφόνησαν (;) έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής του, θα υποχρεωθούν να δεχτούν τώρα τον Τοποτηρητή των ξένων δυνάμεων. Η παγίδα ήταν στημένη, οι ελπίδες μας ναρκοθετημένες. Και εμείς, πέσαμε θύματά της. Αργότερα ο παρεκτραπείς Όθωνας «απεσύρθη» χωρίς πολλά προσχήματα το 1862 επειδή τόλμησε να αναλάβει απελευθερωτικές και άλλες πρωτοβουλίες δίχως την αγγλική έγκριση. Η Ελλάδα που περιλαμβάνεται στη Μεγάλη Χάρτα του Ρήγα του Βελεστινλή, του εθνομάρτυρα, χάθηκε μπροστά στο όραμα της Ελευθερίας. Προδόθηκε. Τη σκότωσε ο δυτικός σιμούν, η θύελλα της Γαλλικής Επανάστασης, που εκκολάπτει την αρχή των εθνοτήτων και δρομολογεί τη δημιουργία εθνικών – κρατών. Η Ελλάδα, λοιπόν, είναι καταδικασμένη να περιοριστεί στην Αττική και τα πέριξ αυτής. Ο Τουργκένιεφ γράφει σε έκθεσή του προς τον Τσάρο : «Αδύνατο αλλά και επικίνδυνο θα ήταν να δημιουργηθεί μια αυτοκρατορία από όλες τις χώρες τις υποταγμένες σήμερα στην Πύλη. Πιο επιθυμητό θα φαινόταν ο σχηματισμός χωριστών κρατών, μικρών ή μεγάλων, λιγότερο ή περισσότερο ανεξάρτητων, που θα κάλυπταν ολόκληρο το ευρωπαϊκό τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και θα χρησιμοποιούνταν στην προετοιμασία του τέλους της, όταν θα ευδοκούσε γι’ αυτό η Θεία Πρόνοια».
Οι Έλληνες της περιόδου που ακολουθεί, είναι φιλοξενούμενοι στο ίδιο τους το σπίτι. Άλλοι τώρα το διαφεντεύουν. Γιατί αν έλειψαν, στο απελευθερωμένο κομμάτι οι πασάδες της Ανατολής, περίσσευαν οι πασάδες της Δύσης. Η πονηρή διπλωματία από την αρχή του ιερού αγώνα επινόησε δεσμά. Οι ξένοι θερίζουν τους κόπους τους και αυτοί τους θεωρούν προστάτες. Οι καπεταναίοι δεν υποψιάστηκαν τίποτε. Δεν είχαν ιδέα ποιοι και πώς δούλευαν πίσω από την πλάτη τους. Αυτά τα γνώριζαν οι γραμματιζούμενοι, οι λογιότατοι, που τα καλλιεργούσαν μάλιστα και τα προωθούσαν παρασυρμένοι και «εν πολλοίς» ενθουσιασμένοι από τα καινοφανή μηνύματα της Δύσης και του δυτικού Διαφωτισμού. Έτσι η μεγάλη δύναμη της αρχαιότητας ξύπνησε σε μια ασφυκτικά περιορισμένη επικράτεια. Η οικουμενική ελληνική γλώσσα έχει συρρικνωθεί σε τοπική διάλεκτο και η εύθραυστη ασφάλεια της χώρας απειλείται πανταχόθεν. Η νεότερη Ελλάδα των λίγων εκατομμυρίων κατοίκων ευτύχησε να αναδείξει σημαντικούς επιστήμονες, διανοούμενους, καλλιτέχνες – στο εξωτερικό πάντοτε -, αλλά όχι πολιτικούς. Οι διαδικασίες ανέλιξής τους εδώ στο νεοελλαδιστάν είναι σχεδόν πάντα εξωγενείς. Έτσι η Ελλάδα δέχτηκε και δέχεται απανωτά πλήγματα με τη δική τους ανοχή και συνεργασία. Όποιος τυχόν παρεκτραπεί – αυτονομηθεί τους βγει ανυπάκουος και δεν «παίρνει γραμμή» αλλά κάνει του κεφαλιού του, «αποσύρεται» χωρίς πολλά προσχήματα.
Ο Γκουστάβ Λαφρόν, Γάλλος πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα το 1886, ειλικρινής φιλέλληνας, ποιητής, ζώντας σε μια ξενομανή εποχή, που είχαν αλλοτριωθεί τα πάντα, σε σημείο ώστε να γράψει τους εξής χαρακτηριστικούς στίχους:
« Όλα σας είναι φράγκικα, όλα τα ζηλεμένα
κι ελληνικά πια έθιμο δεν έμεινε κανένα.
Φράγκικος είναι ο χορός, φράγκικα τα τραγούδια.
Με Φράγκικα ονόματα βαφτίζουν τα λουλούδια.
Αχ, πέστε μου πού τραγουδούν τα εθνικά τραγούδια
πού οι κοπέλες αγαπούν του κάμπου τα λουλούδια;
Πού το συρτό χορεύουνε με κεντητό μαντήλι
πού έχουν χρώμα κερασιού της γυναικός τα χείλη;
Πού αντηχεί του έρωτος αγροτική φλογέρα
και τ’ αηδόνια κελαηδούν σ’ ελεύθερο αέρα;
Πού ρίχνουν ίσκιο δροσερό αθάνατα πλατάνια
κι αστράφτουν στων παλικαριών τη μέση γιαταγάνια;
Εκεί να τρέξω μια στιγμή να ευφρανθώ. Να ζήσω,
με του βουνού τ’ αρώματα μονάχα να μεθύσω».
Δεν έλειψαν ασφαλώς οι αντιδράσεις. Πυρήνες αντίδρασης έγιναν η Ύ δ ρ α , η
Ρ ο ύ μ ε λ η, η Μ ά ν η.
Ο Κολοκοτρώνης, για την ανάμιξη των ξένων δυνάμεων στην ιερή υπόθεση της ανεξαρτησίας της Πατρίδας μας, σε λόγο του προς τη νεολαία της Αθήνας είπε:
« Ήρθαν και μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμα τους…. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια».
Ο Μακρυγιάννης, αυτός ο αγωνιστής που υπήρξε ο αυθεντικότατος τύπος γηγενούς Έλληνα αγριεύει και τα βάζει με τους Δυτικοευρωπαίους: «Μπαλαρίνες μας καταντήσατε». Έμεινε έξω από την ακτίνα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, των κηρυγμάτων και των μηνυμάτων της Γαλλικής Επανάστασης, των δυτικών πολιτιστικών επιρροών και προτύπων. Ήταν ο αυτόχθων επίγονος του Βυζαντινού ελληνισμού. Είναι αγράμματος αλλά έχει βαθιά καλλιέργεια και γνήσια λαϊκή παιδεία. Μέσα στην απελέκητη ψυχή του ζούσε ατόφιο το ηθικό βίωμα της κλασικής Ελλάδας, στον τρόπο που το παράστησε η τραγωδία. Η ηθική κορμοστασιά του ανθρώπου αυτού δεν είναι απόσταξη διανοητική. Για το καλό και το κακό τον ειδοποιεί το ίδιο το αίμα του, όπως το μάτι του αετού ξεχωρίζει το αρνί από το κοτρόνι. Η περίπτωσή του εξηγεί πώς ο λαός, με την ενστικτώδη διαίσθησή του, συντηρεί διασφαλίζει τη διαχρονική συνέχεια της γλώσσας μας από τους αρχαϊκούς και χρόνους ως την εποχή μας. Τα κείμενά του αμφισβητούσαν την κατεστημένη ιδεολογία, πολιτική και πνευματική. Μιλούσε για την προδομένη επανάσταση. Αποκάλυπτε τις ξένες επεμβάσεις, την αθλιότητα της Βαυαροκρατίας, τον πρωτογονισμό της Οθωμανικής μοναρχίας, την απληστία και τον δεσποτισμό των εγχώριων αφεντών, την ανομία και την πολιτική διαφθορά. Έδινε άλλη διάσταση στη γνώση σχετικά με μια κρίσιμη περίοδο του εθνικού βίου. Έτσι, ο στηλιτευτικός και βίαιος λόγος του κρίθηκε υπονομευτικός και ανατρεπτικός για τις καθαγιασμένες αξίες. ”Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα στην εποχή του, τότε θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την Παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι τροπαιούχοι του Άδικου Λόγου”. Του ”Άδικου Λόγου” που διαιωνίζεται μέχρι σήμερα επικαιροποιώντας καθημερινά τις κοινωνικές ανισότητες, τη ζωή με ρατσισμό και αδικία. Την αδικία που ανέδειξε ο Αριστοφάνης στις ”Νεφέλες” του, όπου φέρνει σε σύγκρουση τον ”Δίκαιο” με τον ”Άδικο Λόγο”. Τον Λόγο που ανοίγει τον δρόμο προς τις ”πηγές της ζωής και της ελευθερίας”. Πηγές που απομακρύνουν τον άνθρωπο από ανατολίτικης προέλευσης δοξασίες οι οποίες τον κρατάνε δεσμώτη, αδύναμο να κατακτήσει το αυτεξούσιό του. Αδύναμο να επιλέξει την ελευθερία του αρνούμενος κάθε μορφής εξαναγκασμό που τον εμποδίζει να αξιοποιήσει τα χαρίσματά του. Ο νους μου πάει ασυναίσθητα στο κατεστημένο της πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ελίτ των ευνοημένων αυτού του τόπου, που κόβουν και ράβουν διακυβερνητικά σε βάρος των συμφερόντων των πολλών θυματοποιημένων Ελλήνων. « Η διαφθορά και η εξαχρείωση κυριαρχούσε παντού. Τις πρόσοδες της πατρίδος τις κλέβομεν, σε ‘πηρεσία να μπούμεν, ένα βάνομεν στο ταμείον, δέκα κλέβομεν. Η δυτικοφερμένη ψυχαγωγία, ο ευρωπαϊκός ιματισμός, οι μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές στα δυτικά πρότυπα ήταν το πρώτο μέλημα».
Στην Ύδρα, πολλοί Υδραίοι, δυσαρεστημένοι για τον παραμερισμό τους, προσεταιρίστηκαν τον Μιαούλη και σχημάτισαν στην Ύδρα δική τους κυβέρνηση, τη «Συνταγματική Επιτροπή». Η αντίθεση έλαβε πολεμικό χαρακτήρα, και ο ναύαρχος Μιαούλης, αυτός ο ένδοξος ναύαρχος αγωνιστής, αυτός ο θρύλος «στο μεγάλο θυμό του», την 7η Αυγούστου του 1831 πυρπόλησε – ανατίναξε την μεγαλόπρεπη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα», για να μη τα παραδώσει στους κυβερνητικούς. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός της «μεγάλης οργής» του ένδοξου αγωνιστή ναύαρχου Μιαούλη που κάποια μέρα χάνοντας την ψυχραιμία του και πάνω στο μεγάλο θυμό του, πυρπόλησε όχι τουρκικό στόλο, μα τα καλύτερα κομμάτια του δικού μας στόλου, τη φρεγάτα «Ελλάς», τις κορβέτες «Ύδρα» και «Εμμανουήλ», καθώς και το ατμοκίνητο «Καρτερία». μέσα στο ναύσταθμο του Πόρου. Μόνο τα δύο τελευταία σώθηκαν από την καταστροφή. Τα δύο πρώτα απ΄ αυτά ανατινάχθηκαν στον αέρα, εξαιτίας της εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των αγωνιστών – πρωταγωνιστών και πολιτικών, σε ώρες κρίσιμες για την πορεία της χώρας.
Φρονώ ότι δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αποσιωπούνται οι «ιστορικές αλήθειες» που είναι δηλωτικές για όσα πραγματικά έγιναν εκείνες τις κρίσιμες για το μέλλον μας ώρες όσο και αν, καμιά φορά, είναι «πικρές» και που μας απέκρυψαν τα σχολικά βιβλία.
Στη Μάνη, ο χώρος που η Ελλάδα έκανε εδώ ασκήσεις ελεύθερων αναπνοών, οι ορεσίβιοι κάτοικοί της έκαναν μια παμπάλαια επιλογή. Μπορούσαν να διατηρήσουν την ελευθερία τους με το τίμημα να παραμείνουν φτωχοί, διαμένοντας σε φυσικά οχυρά όπου οι κατακτητές της χώρας δεν μπορούσαν να ασκήσουν αποτελεσματικά την εξουσία τους, παρ΄ όλο που αυτά τα άσυλα βρίσκονταν μέσα στα όρια της επικράτειας. Γι΄ αυτό από ΄δω δεν πέρασαν ούτε το Μακεδονικό κράτος, ούτε οι Ρωμαίοι, ούτε οι Οθωμανοί. Εδώ στις βουνοπλαγιές του Ταϋγέτου αυτοί οι πληθυσμοί έκαναν τις αρχές της πόλης – κράτους: ελευθερία, αυτονομία, αυτάρκεια, τρόπο ζωής τους, έμειναν πιστοί στις αρχές της, δεν την απαρνήθηκαν ποτέ. Εδώ σ΄ αυτά τα μέρη αποκαλύπτεται η στερνή της κατοικία. Ο τρόπος ζωής τους, η γλώσσα τους, ο χαρακτήρας τους δείχνουν την αδιάσπαστη συνέχεια από μια απόμακρη εποχή μέχρι σήμερα. Πουθενά αλλού η συνέχεια της Αρχαίας Ελλάδος δεν είναι πιο καθαρή όσο εδώ. Είναι όλοι τους αυθεντικοί τύποι γηγενούς Έλληνα, αυτόχθονες επίγονοι του Βυζαντινού ελληνισμού.
Ήταν φυσικό αυτοί οι ελεύθεροι Έλληνες, ευφυέστατοι και υπερήφανοι ορεσίβιοι, παρά την ανέχειά τους να αντιδράσουν σε αυτή την ξενόφερτη ακρίδα, που ήταν ένα ξένο σώμα στο κορμί της Ελλάδος και που δε σεβάστηκε τίποτα και κανένα.
– Τον «άνθρωπο-σύμβολο» του Αγώνα, τον Πέτρο Μαυρομιχάλη, άντρα ευφυή, γενναίο, ηγεμονικό, διαλλακτικό, που κατά την προεπαναστατική περίοδο επέδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την προπαρασκευή του Αγώνα πάνω σε θετική βάση.
– Τον πρώτο στρατιωτικό και πολιτικό αρχηγό που με δυο χιλιάδες ενόπλους μπήκε στις 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα, συγκρότησε το πρώτο πολιτικό σώμα της επαναστατημένης Ελλάδος, τη «Μεσσηνιακή Γερουσία», και εξέδωσε το πρώτο πολιτικό μανιφέστο, την ιστορική προκήρυξη της Επανάστασης προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς.
– Τον άνθρωπο που κατά τη διεξαγωγή αυτού του Αγώνα έγινε το κυριότερο στήριγμά του, αφού έδωσε για αυτόν γιους και αδελφούς που η παρακολούθηση της δράσης τους εντός και εκτός Πελοποννήσου εξιστορεί ολόκληρο τον αγώνα.
– Αυτόν τον αγωνιστή – και όχι μόνο – τον έκλεισαν φυλακή και εκτέλεσαν τον γιο του κάτω από το παράθυρο της φυλακής του για τη δήθεν δολοφονία του Καποδίστρια. Αργότερα ο Όθων για να καταπνίξει τις αντιδράσεις των ελεύθερων Μανιατών εναντίον της Βαυαροκρατίας έφτασε να γκρεμίσει τους Πύργους τους γιατί διαιώνιζαν, λέει, τον ατίθασο της Μάνης χαρακτήρα. Την ενιαία, αδιαίρετη, και αδούλωτη Μάνη στα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς – για να δαμάσουν τις αντιδράσεις της, εφαρμόζοντας την αρχή του διαίρει και βασίλευε – τη χώρισαν στα δύο, σε Λακωνική και Μεσσηνιακή Μάνη, με τη ίδια λογική που στον εμφύλιο μας χώρισαν σε δεξιούς και αριστερούς. Έτσι όπως χώρισαν σε ανατολική και δυτική τη Γερμανία, σε βόρεια και νότια την Κύπρο, σε διάφορα κράτη τη Γιουγκοσλαβία. Επί πλέον της πέταξαν λάσπη, αμαυρώνοντας το όνομά της, με τη ρετσινιά της δολοφονίας του Καποδίστρια. Ποιοι έστησαν όμως την προβοκάτσια; Αυτοί ασφαλώς που ωφελήθηκαν. Αυτοί που για τόσα χρόνια τώρα κρατούν στο foreign office ερμητικά κλειστό τον φάκελο Καποδίστριας.
Οι κραυγές – φωνές διαμαρτυρίας από τους ανθρώπους των γραμμάτων δεν έλειψαν.
Ο Παπαρρηγόπουλος, παρατηρεί ότι «το έθνος ανεδείχθη εν τοις χρόνοις της δουλείας υπέρτερον». Διότι, παρότι αιχμάλωτο σε βάρβαρο δυνάστη, δημιούργησε θεσμούς και πολιτισμό, είχε παιδεία ελληνική και όχι ξένη, ελληνόφωνη. Είχε το πνεύμα της κοινότητας και της αδελφότητας. Όπου αδελφότης εκεί και ισότης, όπου δε ισότης εκεί αριστοκρατία και προνομιούχος τάξις χώραν ουκ έχει. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα οι ελληνικές κοινότητες βρίσκονται σε μια καταπληκτική άνοδο. Η Παιδεία και η εκδοτική δραστηριότητα, τα σχολεία, το εμπόριο και οι θάλασσες είναι δικές τους. Αυτά όμως τώρα – και άλλα πολλά – θεωρήθηκαν προϊόντα δουλείας και πετάχτηκαν στο καλάθι των αχρήστων. Οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι, με τον νοσηρό ευρωπαϊσμό τους, τη δυτικο-λαγνεία τους, έγιναν οι αληθινοί Ιμπραήμ που σάρωσαν κυριολεκτικά τους θεσμούς και τις παραδοσιακές αξίες, χωρίς, φυσικά, να έχουν τίποτε δικό τους να βάλουν στη θέση τους, παρά κραδαίνουν συνεχώς ξένα πρότυπα. Το πρωτοβάθμιο κύτταρο της Δημοκρατίας ήταν οι κοινότητες, που με το σχέδιο «Καποδίστριας» (θα τρίζουν τα οστά του Καποδίστρια), στις μέρες μας, δέχτηκαν την τελευταία μαχαιριά, αφού διαλύθηκαν συνενώνοντάς τες σε μεγάλους Δήμους. Όλες ή σχεδόν όλες οι αδυναμίες μας σήμερα προέρχονται ακριβώς από τη βίαιη και αταίριαστη αυτή συμβίωσή μας με αυτό το κρατίδιο – προτεκτοράτο, που μας είναι εντελώς ξένο. Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια το ελλαδικό κράτος των ξένων «προστατών» αποκόπηκε εντελώς από την παράδοσή του. Το ελεγχόμενο πανταχόθεν μεταπρατικό κρατίδιο με μιμητική συμπεριφορά που προέκυψε από την Επανάσταση, όχι μόνο δεν ήταν εκείνο που είχαν οραματιστεί οι επαναστάτες και το εν δουλεία Γένος, αλλά έγινε πολύ σύντομα επικίνδυνο. Από τη γέννησή του δεν ήταν ελληνικής κατασκευής και προέλευσης. Οι Βαυαροί οργάνωσαν ένα κράτος με βαυαρικές – γερμανικές δομές, συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό, τυραννικό για τον πολίτη του. Στην Εκκλησία λ.χ. του μοναδικού και αυθεντικού φορέα της αρχαίας δημοκρατικής παράδοσης της Εκκλησίας του Δήμου, οι Επίσκοποι ουσιαστικά διορίζονται και η Ιερά Σύνοδος έχει κεφάλι της, ορθόδοξη αυτή, τον καθολικό Όθωνα και την προτεστάντισσα Αμαλία. Στο ορθόδοξο εκείνο βασίλειο βασίλευαν καθολικός βασιλιάς και προτεστάντισσα βασίλισσα, που έκαναν ό,τι ήθελαν, αλώνιζαν μέσα και έξω από την αυλόδουλη και διορισμένη Ιερά Σύνοδο. Βέβαια, ας θυμίσουμε, το πρώτο-πρώτο που γίνεται είναι η αποκοπή του νέου κράτους από τη θηλή της μάνας του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Υπό τους Βαυαρούς το ελλαδικό κρατίδιο όντας στο σπίτι του, είναι έκθετο, σε ξένα χέρια. Ο εξοβελισμός του Κοινοτικού πνεύματος, του πνεύματος αδελφότητας που έσωσε κυριολεκτικά τον ελληνισμό κατά την τουρκοκρατία, και η εισαγωγή του γερμανικού συγκεντρωτισμού και αυταρχισμού στην κεντρική εξουσία παρέλυσε τα πάντα και αποξένωσε το λαό από θεμελιώδη δημοκρατικά του δικαιώματα. Ο κοινοβουλευτισμός μεταφυτεύτηκε εκ της Εσπερίας στο νεοσύστατο και κηδεμονευόμενο εκείνο κρατίδιο από την Ευρώπη, όχι στη βάση, αλλά στην κορυφή, ενώ στη βάση είχαν αφαιρεθεί προαιώνια απαράγραπτα δημοκρατικά δικαιώματα, αυτά του Κοινοτισμού, του αληθινού δηλαδή ελληνικού Κοινοβουλευτισμού. Με λίγα λόγια, το ελλαδικό κρατίδιο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα γερμανικό κρατίδιο μεταφυτευμένο στις πανάρχαιες ελληνικές εστίες. Μια αποικία των Βαυαρών και ,ων μεγάλων δυνάμεων. Στην πραγματικότητα η Ελλάδα δεν απελευθερώθηκε ποτέ! … Άλλαξε «αφεντικά»!… Από υπόδουλη στους Οθωμανούς έγινε υπόδουλη στος Γερμανούς… Έφυγαν οι Οθωμανοί και στη θέση τους ήρθαν οι Γερμανοί χειρότεροι και φονικότεροι. Από την πρώτη στιγμή της λεγόμενης απελευθέρωσης έγινε αυτό που στην Ιστορία έμεινε ως Βαυαροκρατία. Η ελλάδα «βιάζεται» από τη Γερμανία, από την πρώτη στιγμή της υποτιθένης απελευθέρωσής της μέχρι σήμερα. Από την εποχή που Βαυαροί χωροφυλάκοι δολοφόνησαν τους ήρωες του ΄21 μέχρι σήμερα. Μαζί με τον Όθωνα κατέφτασε ένας στρατός «μπράβων» … Πάνω από 4.000 βαυαρούς στρατιώτες που απαιτούσαν μισθούς Βαυαρίας συν τα «εκτός έδρας» από μια Ελλάδα που έβγαινε από πόλεμο διαλυμένη, εξουθενωμένη , κατεστραμένη ήρθαν οι «μπράβοι» για να «κονομήσουν», επαγγελματίες σπιούνοι, ζαχαροπλάστες, ζυθοποιοί και πόρνες. Ώθησαν την Ελλάδα στον δανεισμό από τους τοκογλύφους της Ευρώπης για να τα φέρει βόλτα στα έξοδα του εκλεκτού τους Όθωνα και της συνοδείας του. Η πολιτική της «εμφύτευσης» του Όθωνα και η τεχνική ελέγχου της χώρας μας – μέσω χρέους – αφαρμόστηκε με απόλυτη ακρίβεια.
Ο Παπαδιαμάντης, αρχίζει τον δικό του πόλεμο κατά της πνευματικής αλλοτρίωσης του κρατιδίου και του εξανδραποδισμού του. Στον τύπο της εποχής, γράφει: «… Η λεγόμενη ανωτέρα τάξη να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλει να εγκλιματισθεί εδώ. Να γίνει προστάτρια των πατρίων, και όχι διώκτρια. Να ασπαστεί και να εγκολπωθεί τις εθνικές παραδόσεις. Να μη περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιό, και ό,τι εγχώριο, ό,τι ελληνικό. Να καταπολεμηθεί ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός… Nα μη χάσκωμεν προς τα ξένα…». Σε άλλο απόσπασμα : «…Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητριοί του ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους… Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησηις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας. Τις ημύνθη περί πάτρις; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος».
Ο Κόντογλου, μέσα στο Παρίσι έγραψε ένα βαθύτατα ελληνικό έργο. Τα Παρίσια δεν ξελόγιασαν τον Κόντογλου. Ούτε οι διάφορες σχολές και τεχνοτροπίες, οι καλλιτεχνικές παρεούλες, θεόκουφος στους θορύβους για πρωτοπορίες και άλλα παρόμοια. Όταν έφτασε στη Ελλάδα τα ΄χασε. Εκείνος έφερνε μέσα του πλούσια και αδιάσπαστη την παράδοση του Γένους μαζί με το θεόδοτο τάλαντό του, παράδοση που εδώ είχε εγκαταλειφθεί στα αζήτητα της Ιστορίας, προδομένη και περιφρονημένη. Κάναμε κράτος! Γίναμε Ευρωπαίοι! Ποιος μας πιάνει! Κι άρχισε τότε να ξεθάβει, να νεκρανασταίνει τη χαμένη Ελλάδα, να τη βγάζει από το καβούκι της. Και με το λόγο του και με το χρωστήρα του. Και κάνει επανάσταση και στα δύο. Και στη ζωγραφική και στον πεζό λόγο. Η βυζαντινή ζωγραφική παίρνει από τότε το δρόμο της και εκτοπίζει σιγά-σιγά τη φράγκικη, που είχε καταλάβει τους ναούς από τον καιρό των Βαυαρών. Με το μαστίγιο του λόγου αγωνίζεται να μας ξαναφέρει κοντά στις ρίζες μας, να μας ξαναδώσει τη χαμένη ταυτότητά μας. « …Η μάνα μας η Ελλάδα που έθρεψε με το αστείρευτο ,γάλα της τις Ιταλίες και τις Γαλλίες, τόσο μαράθηκε, λοιπόν, ώστε να την αρνιόμαστε, και να πηγαίνουμε να μας θρέψει η γειτόνισσα; Να, που έχουμε και παραέχουμε απ’ όλα! Μα εμείς θέλουμε να είμαστε πνευματική αποικία…». Αλλού διαβεβαιώνει: «…. Εμείς όμως, δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της παράδοσης. Μα θα πίνουμε απ΄ αυτό το καλό νερό, και θα καλούμε να πιούνε κ΄ οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας…». Και αλλού επίσης γράφει: « Οι κήρυκες του εξευρωπαϊσμού, ό,τι είναι ελληνικό το βλέπουνε σαν φτωχό, τιποτένιο, και ό,τι έρχεται από έξω το θεωρούνε θαυμαστό, εξαίσιο… Αλλά, οι δυστυχείς, πού να πάρουνε είδηση τι είναι η Ελλάδα! Ελλάδα ακούνε, κ’ Ελλάδα δεν βλέπουνε! Η Ελλάδα είναι πλούτος γης, κ’ εσείς είσαστε οι φτωχοί, σαρακοστιανοί, οι άνθρωποι με τα στενά κολάρα και με τις μπανέλες…» τους αποκρίνεται και ότι «λογαριάζουνε χωρίς τον νοικοκύρη», γιατί «από στεριά κι από θάλασσα βγαίνει φωνή και βόγκος: Θέλουμε να ζήσουμε ελληνικά!» Ελλάδα χωρίς ζωή ελληνική, είναι Ελλάδα πεθαμένη…».
Ο Τερτσέτης, ο δικαστής που αρνήθηκε να υπογράψει, μαζί με τον Πολυζωίδη, τη θανατική καταδίκη του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και των άλλων καπεταναίων, παρά τις πιέσεις των βασιλικών κύκλων και τις διώξεις που υπέστη από την αντιβασιλεία, δε μπόρεσε να αποκρύψει την πικρία του στον τραγικό του λόγο: «το Ναυαρίνο και ο Μαιζών έσωσαν την ελευθερία. Αλλά πόσο κατέβηκε η αξία της». Παρατηρεί επίσης πως: «Οι λογιότατοι έβλαψαν πολυτρόπως, έφεραν παρακαίρως εις την νεανική ζωή του έθνους στοιχεία ξένα, είτε της αρχαίας Ελλάδος, είτε της ευρωπαϊκής κοινωνίας, στράβωσαν τον δρόμο του έθνους και έπνιξαν την φυσική του ανάπτυξη, και η ίδια η μάθηση και προκοπή των λογιότατων στάθηκε σπόρος άκαρπος, μη σπειρόμενος πρεπόντος…». Και αλλού «…από ατζαμήτικους νόας μη ειδήμονας, δηλαδή της Ευρώπης και της Ελλάδος, εισήχθη παρακαίρως, και αστόχως … ο πολιτισμός της Ευρώπης». Για τον λάτρη της Ευρώπης Τερτσέτη, η έμφαση πέφτει στις λέξεις παρακαίρως και αστόχως. «Όχι βέβαια να σκλαβωθούμε από τα έθνη της Ευρώπης, αλλά να τα ομοιάσουμε».
O Περικλής Γιαννόπουλος, ζητεί επανάσταση, που να μεταμορφώνει «τον Τουρκοραγιά, τον Παληορωμιόν, τον χωριατοπολίτην και τον απεχθέστατον, χυδαιότερον και ρυπαρότερον φ ρ α γ κ ο ρ α γ ι ά ν εις ΕΛΛΗΝΑ».
Ο Γ. Σκαρίμπας, στο βιβλίο του «Το 21 και η αλήθεια» παρατηρεί: Μεταξύ δουλείας και δουλείας δεν υπάρχει καμία διαφορά. Με το να κάνεις μια επανάσταση κι αποτινάξεις το ζυγό δεν έκανες τίποτα. Το ΄21 αυτό έκανε. Το να μη ξαναπέσεις σε ζυγό – αυτό είναι επανάσταση.
Γι΄ αυτό, εκείνο του Γιάννη Ψυχάρη ότι «ο ελληνικός λαός, δύο μεγάλους και άσπονδους γνώρισε εχθρούς: τους Τούρκους και τους δασκάλους» εγώ θα τόλεγα έτσι:Τους διανοούμενους και τους λογίους του …
Το 21 έγινε, όχι μόνο χωρίς τη θέληση των διανοουμένων και λογίων του, αλλά ενάντια και σε περιφρόνηση προς δαύτους…Μόνο ένας Φεραίος, μόνο αυτός προανάκρουσε τη Λευτεριά κρατούσα σπάθα. Οι άλλοι, αυτοί μακροημέρευσαν – πάντα τις «ελληνικούρες» τους κοπανώντας… Η επανάσταση εκράγηκε, σπασμωδική, αυθόρμητη και ανοργάνωτη, χωρίς ηγεσία και κατά τόπους.
Κι ενώ, στη μια της πλευρά (την εθνική) αυτό θριάμβευσε, στην άλλη της (την κοινωνική) ήρθε καπάκι…Οι Τούρκοι έφυγαν και ήρθε … ο Όθωνας! Η κατάκτηση τόσκασε και εγκαταστάθηκε η Κατοχή των δημοσίων υπαλλήλων (μια κατοχή κι αυτή – πλην μόνιμη) που μεταχειρίστηκε το Νόμο σαν στυλιάρι. Το «κρυφό σχολειό» έγινε Πανεπιστήμιο περίλαμπρο, όπου βρόντηξαν κι άστραψαν οι γλωσσαμύντορες και οι Προφεσόροι βγάζουν μάτια. Πατρίκιοι και πρίγκηπες Βυζαντινοί, «Δικέφαλοι» που αντίς κορώνα… φόραγαν φέσι… φέσι αυτοί, καλπάκι ο Καποδίστριας, κι ο Κοραής γραβάτα α-λά Μπάυρον. Οι «μολεμένοι Φαναριώτες» όπως τους έλεγε ο Μακρυγιάννης έφεραν εν μέσω του αγώνα μαζί με τον Μακιαβελισμό και τη διχόνοια. Μετέφεραν συνάμα οι αθεόφοβοι, και την ξεπουλητική τους ειδικότητα. Πράγματι, προηγουμένως (στα πριν το 21 και επέκεινα), αφού είχαν ξεπουλήσει το Βυζάντιο στους Φράγκους, στους Γενοβάτες και στους Τούρκους (και τότε τελωνεία και μονοπώλεια, και τότε «διομολογήσεις» και προνόμοια) στην Τούρκικη ύστερα ΠΟΛΗ, εξακολουθούσαν τον … εκπληστηριασμό και της Τουρκιάς, κάνοντας … τη μέτρηση απ’ τα’ ανάποδα. Τ ρ έ, Ν τ ο ύ ο, Ο ύ ν ο !…
Εκεί να βλέπεις τελωνεία και μονοπώλεια!… Εκεί να βλέπεις σύξυλες Βοσνίες και Ερζεγοβίνες! Σιδηρόδρομοι, λιμάνια, «αντιβασίλεια», προνόμοια, «ετεροδικίες» και γιοφύρια, «οθωμανικές Τράπεζες», χαρτόσημα, προμήθειες σάπιων πολεμικών και … φέσιων θράσων, όλ’ αυτά, κι άλλα στο σφυρί!…
Στον αγώνα, όσοι «κατέβηκαν» κουβάλησαν και την επιτήδεια τέχνη της ξεπούλας!… Μια μορφή ξεπουλήματος, ήταν και τα κόμματα που έκαμαν : Ρωσσόφιλο, Αγγλόφιλο, Γαλλόφιλο, ακόμα και … Αυστρόφιλο – του Μέττερνιχ!. Η μαχόμενη Ελλάδα άφησε τ’ άρματα, οι κλέφτες τα γιαταγάνια, τα Ευαγγέλια οι ιερείς, για να αλληλοτρώνε ο ένας τον άλλο … Με το σφυρί οι Φαναριώτες – «δημοπράτορες» – κατακύρωναν στους πλειοδότες την Ελλάδα. Τα αστραποβολήματα του 21, οι εκατόμβες του και οι νίκες του, εξαργυρώθηκαν από τα «κατεστημένα» των καιρών τους. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχήνανε πιο ακόμα. Μετά ήρθε ο Όθωνας, με τη Βαυαρική Αντιβασιλεία. Το ‘21 είχε αποτύχει… Η κρατική γραφειοκρατία σφίχτηκε στο λαιμό του έθνους σαν χταπόδι. Τα «εθνικά κτήματα», τούρκικα πριν την Επανάσταση του ’21, αντί να μοιραστούν αμέσως ύστερα από την απελευθέρωση στους αγωνιστές και στους αγρότες, ή αρπάχτηκαν από τους δυνατούς, ή χρησιμοποιήθηκαν από τον Όθωνα και την αυλή του για να δημιουργηθεί μια κάστα δυνατών, στήριγμα του θρόνου». Τι λοιπόν, ημπορώ να τους είπω … Να τους κράξω ίσως ατίμους, κλέφες; Αλλ’ αυτοί το έχουν για προτέρημα!
Ο Δημήτρης Φωτιάδης, γράφει: Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μια δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα, πρέπει να σκύψει σε άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καριοφύλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στα απομνημονεύματα των αγωνιστών – του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σπυρομίλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.
Ιστορικοί και λόγιοι, βλέπουν όχι την φυσική καθάρεια όψη των πραγμάτων μας, αλλά τα ανστραμμένα, στις λούμπες είδωλά τους.
Ο Μιχ. Χαραλαμπίδης, στο βιβλίο του ΠΡΟΛΕΧΘΕΝΤΑ παρατηρεί: «… Η άγνοια της Βυζαντινής ιστορικής περιόδου και των σταυροφοριών, μας καθιστά υφισταμένους της δυτικής ευρωπαϊκής πολιτικής και πολιτιστικής εισβολής και αποτελεί τη μορφωτική βάση του επαρχιωτισμού μας σε σχέση με την Ευρώπη. Το τεράστιο μορφωτικό κενό για την ανατολικομεσογειακή διάσταση του ελληνισμού σε όλες τις ιστορικές περιόδους, αρχαία, ελληνιστική, βυζαντινή, οθωμανική, μας καθιστά σαν λαό, αλλά ακόμη και σαν ηγεσίες, άοπλους μορφωτικά απέναντι στις επιδιώξεις και τα επεκτατικά σχέδια των νέων σουλτάνων της Άγκυρας…».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, σε συνέντευξή του στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ παρατηρεί:
«Πρέπει να σκεφτείς ότι η επανάσταση ξεκίνησε από έξω, από τους Έλληνες του εξωτερικού απ’ τις παραδουνάβιες περιοχές και από έναν αξιωματικό του Τσάρου, τον Υψηλάντη. Συνεχίστηκε από τους Έλληνες και τελείωσε από τους ξένους, δηλαδή ήταν μια επανάσταση που κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε».
Σχετικά με την αρχική στάση της εκκλησίας διευκρινίζει:
«Το Πατριαρχείο τότε λίγο πριν την επανάσταση, έκανε μια σειρά από σχολεία σε όλες τις Παραδουνάβιες περιοχές, στην Ιταλία, στην Ιωνία. Περίμενε με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ελευθερωθεί όλος ο ελληνισμός, όχι ένα ελλαδικό κομμάτι…»
«Υπάρχει μια θεωρία του Κιτσίκη που λέει ότι αν οι Τούρκοι, Σέρβοι, Έλληνες και Σύριοι είχαν κάνει ομοσπονδία, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μεγάλη δύναμη. Επειδή όμως το πήρανε χαμπάρι οι Δυτικοί, ότι μπορεί να συμβεί αυτό το «πετσοκόψανε». Πρόκειται περί ενός πολύ σημαντικού ζητήματος που μας απασχολεί ακόμα και σήμερα. Αυτό οραματιζόταν ο Ρήγας. Όταν μιλάει για ελευθερία δεν αναφέρεται μόνο στους Έλληνες. Λέει: Βούλγαροι, Τούρκοι, όλοι. Όλα αυτά καταστραφήκανε με τον Κοραή».
«Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτή η κουβέντα, απλά την πνίγουμε εδώ γιατί δεν μας συμφέρει. Εμείς είμαστε ένα δυτικό τσογκλανοκρατίδιο, ενώ η μοίρα μας και η θέση μας ήταν στην Ανατολή». «…Εδώ, εμείς, χθες βγάλαμε τη Φουστανέλα. Πότε φόρεσαν ευρωπαϊκά ρούχα οι Έλληνες; Χθεσινά είναι αυτά τα πράγματα, ούτε δυο αιώνες».
Για τον απαράδεκτο ρόλο των Δυτικών και την επιρροή τους στην διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητάς μας αποκαλύπτει:
«Το νεοσύστατο κρατίδιο στήθηκε με βάση ξένα λεφτά. Οι Ευρωπαίοι μας πήραν στα σοβαρά όταν πήραμε το πρώτο δάνειο από την Αγγλία. Από τότε άρχισε το Σίτι να λέει: Μήπως εκεί μπορούμε να κάνουμε καλές επενδύσεις; Μήπως μπορούμε να στήσουμε μια τράπεζα;…».
Ο Χρήστος Γιανναράς, γράφει: Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «καταστροφή» του Ελληνισμού (ιστορικό τέλος της ελληνικής πρότασης πολιτισμού και παραγωγής πολιτισμού) με την ίδρυση του κοραϊκού – βαυαρικού κράτους. Το κράτος αυτό προκαθορίστηκε να είναι μεταπρατικό, να παράγει μίμηση. Η οργάνωση, οι θεσμοί, οι λειτουργίες του ήταν και παραμένουν δάνεια, πιθηκισμός ξένων προτύπων αλλότριων αναγκών και εθισμών. Η «ελληνικότητά» του ήταν και είναι ένα άσαρκο εθνικιστικό ιδεολόγημα, εξ ορισμού ανίκανο να παραγάγει ετερότητα πολιτισμού.
Ο Λιαντίνης, στο βιβλίο του Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ (Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ) διαπιστώνει: Στο ξελλήνισμα του ελληνισμού ξεχωρίζω τρία δαιμονικά: Ο νοητός ήλιος του χριστιανισμού, η οθωμανική συννεφιά και η ευρωπαϊκή ομίχλη.
– Είναι παράδοξο. Ωστόσο το σχίσμα του Φωτίου δεν ήταν μια πράξη πολιτικής ή πνευματικής εκλογής. Ήταν το έργο φυσικής ανάγκης. Ο ελληνικός ήλιος αποφάσισε για ό,τι φαίνεται δουλειά του πατριάρχη ή του άκτιστου … φωτός. Ότι η Ορθοδοξία είναι μια αίρεση, κάτι δηλαδή που έχει δικό του λόγο αλλά βρίσκεται σε αντιδικία με την κρατούσα ιστορική τάξη, οι ξένοι το ’χουνε χωνέψει. Ο Επιτάφιος πνίγεται στα μύρα του Ανθεστηρίωνα. Βρίσκεις τον Πλούταρχο και τον Πλάτωνα ζωγραφισμένους δίπλα σε χριστιανούς αγίους στη Μονή του Διονυσίου, και τον άγιο Βάκχο στα ψηφιδωτά του Δαφνιού.
– Για την οθωμανική σκλαβιά είναι πολύς ο φλόμος που χύθηκε στο ποτάμι της ελληνικής ψυχής εκείνα τα σταματημένα χρόνια. Για να καθαριστούν πάλι οι πληγές και η κοίτη του θα χρειαζότανε τόσος καιρός ανάρρωσης και λησμονιάς όσο κράτησε εκείνη η αφελλήνιση.
– Μετά το Σηκωμό, εκεί που θα ’πρεπε η φτωχή Ελλάδα να περπατήσει μονάχη, και να «μελετήσει» την καταστροφή και τη δόξα της – εννοώ να αφεθεί στο διάλογό της με την φωτονερόπετρα – το νιτερέσο και η επήρεια της Ευρώπης επιδείνωσαν τη λοιμική. Σήμερα το κακό δεν έχει κράτο. …σε μια ώρα που το έθνος καταποντιζότανε σαν την παλαιά Ατλαντίδα, τούρκος και φράγκος το παράστεκαν, όπως ο δικαστής και ο δήμιος τον κρεμασμένο.
Ο Σεφέρης, – διαβάζουμε στο προαναφερθέν βιβλίο – μιλά για «ευρωπαϊκό ελληνισμό» και για «ελληνικό ελληνισμό». Ο ποιητής συνειδητοποίησε την ερημιά του μέσα στον τόπο του, και διατύπωσε τη μεγάλη ιδέα, το ξεχώρισμα του ελληνισμού στο ευρωπαϊκό και στο ελληνικό του είδος.
Έγραψε για τον εαυτό του : «να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό». Τι είναι ο ελληνικός ελληνισμός, δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να το εξηγήσει. Τον διαισθάνουνται, λέει ο Σεφέρης.
Πώς; από τι; Μπορεί από τα νεύματα, από χειρονομίες, από πράξεις που τις κατάπιε η σιωπή, από τη φωτονερόπετρα και τα έργα της: τραγωδία. Οι μαύροι τοίχοι της κάμαρης του Κάλβου στην Άγγλία. Οι μορφές και – κυπαρίσσια του Γκρέκο. Τα νυχτέρια στην Κρήτη ιστορώντας ατύπωτο τον Ερωτόκριτο, όπως την πριν τον Πεισίστρατο Ιλιάδα. Τα λόγια του Κολοκοτρώνη, όταν ο Δεσπότης της Άρτας τον φοβέρισε με το πασουμάκι του: – Και μη μου βροντάς το πόδι, γιατί βροντώ το σπαθί και σου κόβω το κεφάλι. Το τραγούδι του Μακρυγιάννη, να σκορπίσει τις Ερινύες από το κεφάλι του Γκούρα. Το δάχτυλο και το δαχτυλίδι της Λιογέννητης. Ο Πανσέληνος στον ουρανό και στον Άθω. Το μανιάτικο μοιρολόι. Ο αστερισμός του Σταυρού. Το θιαμπόλι του Ψηλορείτη. Η Τριχερούσα το τέρας. Ο θρήνος του γκιώνη. Η ωραία Μυρτώ του Ελύτη. Τα αχαμνά του Καραϊσκάκη.
Δεν ξέρω τι είναι ο ελληνικός ελληνισμός. Ξέρω όμως, τι τον ξεχωρίζει από τον ευρωπαϊκό ελληνισμό. Πόσοι συλλογίστηκαν τάχα ανάμεσα στους έλληνες λόγιους και σοφούς που τρέχουνε στην Ευρώπη και μας κομίζουν τα φώτα της – από την εποχή του Ιανού Λάσκαρη και του Μάρκου Μουσούρου ως τα σήμερα – με ποιο τρόπο και για ποιο λόγο ταξίδεψαν ο Πλάτων στην Αίγυπτο, και Σόλων στη Λυδία, και ο Ηρόδοτος στην Ανατολή, και ο Άναρχις στους Σκύθες; Και προπαντός αυτό: τι είδαν και τι έφεραν από κει στην Ελλάδα; Τίποτε θα ΄λεγα. Γιατί όλα τα φορτία των οραμάτων και των ακουσμάτων που συγκόμισαν από τους γεωμέτρες του Νείλου και τους αστρολόγους της Χαλδαίας, σαν τα ΄φεραν και τα χτύπησε το ελληνικό φως, έχασαν την ξενοτικιά τους ασχήμια. Και λάβανε τα απλά ελληνικά σχήματα. Τον άλογο βίο ο λόγος τον χώνεψε στη χαρά και στη χάρη του έλλογου μύθου. Για τους αρχαίους ο «ελληνικός ελληνισμός» δεν υποχρεώθηκε στο ρεζίλεμα να αντικατασταθεί σε κάποιον «βαρβαρικό ελληνισμό». Ήταν απλά ο ελληνισμός. Ή σωστότερα η Ελλάδα.
Ο Βάρναλης, νοιώθει κι αυτός στη χώρα του ξένος. Στο ποίημα του ΤΥΧΕΡΟΣ διαβάζουμε: « Στη χώρ’ αυτή που τήνε λέω δικιά μου
ξένος είμαι και τυχερός που ζω!»
Και αλλού αναφωνεί: Είμαι ντόπιος, με κάναν ξένο οι ξένοι.
Στο «ΑΙΔΩΣ, ΑΡΓΕΙΟΙ …» απευθύνεται στο Μακρυγιάννη με αυτά τα λόγια :
Μακρυγιάννη, οι πληγές σου από τα βόλια
τρέχαν αίματα κι όμπυο ολοζωίς,
μα τώρα διπλοτρέχουνε, Πατέρα,
της ψυχής σου οι πληγές από ντροπή.
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, σε εμπνευσμένη του αγόρευση στις 18.1.1867 παρατηρεί: «Το Βασίλειο ήταν η στενόχωρος ειρκτή της ψυχής της Ελλάδος, το ζοφερόν καταγώγιον, όπου άσπλαγχνοι δεσμοφύλακες προσεπάθησαν να θάψωσι».
Αυτό το Βασίλειο-προτεκτοράτο, οι ήρωες του΄21, παγιδευμένοι σε άγνωρους και σατανικούς μηχανισμούς, το ανέχτηκαν κατ΄ οικονομία, σαν μία αρχή. Δεν ξέχασαν ποτέ τα σύνορα του δικού τους κράτους. Επαναστάτησαν όχι για να κάνουμε ένα εθνικό κράτος, αλλά για να διαχειριστούμε την Οθωμανική αυτοκρατορία που άρχισε να καταρρέει. Δέχτηκαν, όμως – τι άλλο μπορούσαν να κάνουν – το ελεγχόμενο πανταχόθεν κρατίδιο ως μια νησίδα ελεύθερη που θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν τον αγώνα για την ολοκλήρωση των πόθων τους, που η Επανάσταση είχε διαψεύσει.
Ο Γιάννης Ρίτσος, μας περιγράφει παραστατικά, με μια εικόνα, όλα όσα έγιναν εκείνα τα χρόνια.
Αδιακρίτως
Πίσω απ’ τ’ αρχαίο τείχος,
Μεσ’ απ’ τις πολεμίστρες,
Μεσ’ απ’ τις τρύπες που άφησαν πεσμένες πέτρες,
οι νεκροί
μ’ άγρια, διασταλμένα μάτια παρατηρούσαν
τον έφηβο κυνηγό που κατουρούσε
πάνω σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο.
Ώστε, λοιπόν, αν ψεύδεται η ζωή,
κι ο θάνατος ψεύδεται.
Ο Παλαμάς, στο ποίημά του, ΟΙ ΛΥΚΟΙ, μας παρουσιάζει παραστατικά την κατάσταση:
Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.
Οι λύκοι! Οι λύκοι!
Κ’ οι βοσκοί ανάξιοι, λύκοι και σκύλοι, κ’ οι αντρείοι, δειλοί.
Στης Πολιτείας τη μάντρα οι λύκοι! Παντού είναι λύκοι!
Η αντιστοιχία με το σήμερα δεν αποτελεί παραδοξολογία. Είναι η σύγχρονη έκδοση, η σύγχρονη επανέκδοση και αναπαραγωγή εκείνων ακριβώς των γεγονότων της μακρινής εκείνης εποχής. Οι «ίδιοι» άνθρωποι, την ίδια διαγωγή έδειξαν και δείχνουν, μπρος σε κάθε ανάλογη περίπτωση. Η Ιστορία θα επαναληφθεί!
Μετά την απελευθέρωση το ΄45 από τους Γερμανούς, οι Άγγλοι θα φέρουν το βασιλιά και τους δικούς τους πολιτικούς, ενώ η Εθνική Αντίσταση θα τεθεί υπό διωγμό και όλοι οι αγωνιστές που συνδέονταν περισσότερο με την παράδοση της χώρας δηλαδή με την κλεφτουριά της Τουρκοκρατίας, θα κυνηγηθούν σαν ληστές. Ο κόσμος που αγωνίστηκε για να γίνει η χώρα ελεύθερη και όχι ένα αγγλικό προτεκτοράτο το πλήρωσε ακριβά. Άλλος φυλακή, άλλος εξορία, άλλος ντουφέκι, άλλος έφτυσε και τον βάλαν να γλείψει.
Αλλά και κατά την μεταπολίτευση το ΄74 με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας έχουμε την επιστροφή στην εξουσία των παλαιοκομματικών, που ανέλαβαν την ευθύνη να μας εμπεδώσουν το «ανήκομεν εις την Δύσιν» και ότι «η Κύπρος είναι μακράν» ενώ τους αντιστασιακούς, άλλους, τους έβαλαν στο περιθώριο και άλλους, τους έβγαλαν από τη μέση…
Σήμερα με τα μνημόνια, την επιτροπεία, μας δείχνουν καθαρά και ξεκάθαρα ποιος κάνει κουμάντο σε αυτή τη χώρα. Ποια εθνική κυριαρχία; ο δημόσιος πλούτος, οι τράπεζες, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, όπου ‘ναι η γη μας και τα σπίτια μας περνάνε σε ξένα χέρια. Γινόμαστε ξένοι στον τόπο μας, αδέλφια!








