ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ

ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ : ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ 4ου ΑΙΩΝΑ μ.Χ. ΩΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ…

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. - 31 Δεκ 2021 - 19:43

… ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Όταν ο Γαλέριος εξέδωσε το 311μ.Χ. το διάταγμά του για την παύση των διωγμών κατά των Χριστιανών, τους οποίους αυτός και ο Διοκλητιανός είχαν εξαπολύσει για την εξάλειψη από την Αυτοκρατορία της Εκκλησίας του Χριστού, ομολογούσε την δική του αποτυχία και την θριαμβευτική νίκη, των Χριστιανών ομολογητών.

Όταν το 313 μ.Χ. ο Μέγας Κων/νος και ο Λικίνιος εξέδωσαν το διάταγμα των Μεδιολάνων , τότε η Εκκλησία του Χριστού εξήλθε θριαμβευτικά από τον αγώνα των τριών αιώνων διωγμών.

Η νίκη αυτή γέμισε με ενθουσιασμό όλους τους Χριστιανούς από τον απλό πιστό μέχρι τον Επίσκοπο.

Τότε όμως, οι Επίσκοποι της Εκκλησίας, ενθουσιασμένοι από την νίκη, δεν προχώρησαν σε κάτι που ήταν αναγκαίο. Όφειλαν να συγκεντρωθούν σε σύνοδο όλοι οι Επίσκοποι και να αναλογισθούν και να εκτιμήσουν και να προσδιορίσουν τις νέες σχέσεις του θεοίδρυτου αυτόνομου θεσμού της Εκκλησίας με την Αυτοκρατορία, έχοντας το νέο δεδομένο ότι ο Αυτοκράτορας ήταν τώρα ευνοϊκά διακείμενος προς την Χριστιανική πίστη και η Εκκλησία είχε αναγνωρισθεί επίσημα ως νομικό πρόσωπο. Όφειλαν να δουν και το ζήτημα αυτό με την ίδια σοβαρότητα όπως και το ζήτημα των αιρέσεων, όπου με πνευματικό αγώνα είχαν διαφυλάξει την ορθοδοξία απέναντι στις αιρέσεις (γνωστικισμός, μοναρχισμός,μανιχαϊσμός κ.α.).

Θα διαπίστωναν τότε τα εξής:

Ότι αυτόνομα είχαν οργανώσει την ζωή τους οι Χριστιανοί στην Πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων, που περιγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων. Αυτόνομα οι πρωτοϊδυόμενες Εκκλησίες είχε καθιερώσει τον θεσμό της κοινοκτημοσύνης των κοινών γευμάτων “τις αγάπες” και τις “λογίες”.

Ότι λόγω των διωγμών οι θεσμοί αυτοί ανεπαισθήτως είχαν ατονίσει και στη συνέχεια είχαν αντικατασταθεί με την ελεημοσύνη.

Ότι οι Εκκλησίες ως πριν από μισόν αιώνα περίπου είχαν κτήματα ως περιουσία και τα έσοδά των προέρχονταν από τις εισφορές των πιστών. Τώρα όμως έχοντας κτήματα στη διαχείρισή των οι Εκκλησίες, από δωρεές πιστών και του Αυτοκράτορα Κων/νου, ήταν αναπόφευκτο θα εισήγαγαν στην οικονομική λειτουργία της Εκκλησίας τον θεσμό της δουλοπαροικίας (κληρικοπάροικοι), που ήταν χριστιανικά ανεπίτρεπτος με βάση την χριστιανική πίστη στην αδελφοσύνη των ανθρώπων.

Ότι από εδώ και στο εξής όφειλαν τα λόγια και τις υποδείξεις τους προς τους κοσμικούς άρχοντες να είναι μια ολοκληρωμένη “διακονία του λόγου”, ώστε να ανταποκρίνονται πλήρως στη σχετική υποχρέωσή τους, όπως επισημάνθηκε με τα λόγια του Χριστού μας.

“Λέγω δε υμίν ότι παν ρήμα αργόν, ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως”.( Ματθ. Κεφ. ΙΒ 36).

Ότι η αυτονομία της Εκκλησίας έπρεπε να γίνει σεβαστή από την Αυτοκρατορική εξουσία. (Ματθ. Κεφ. ΚΒ 15-22). Ότι αυτό που ως τότε υφίστατο ως δόγμα στη Ρωμαϊκή παράδοση, θρησκείες και Κράτος να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα στο αυτό πρόσωπο ως Αυτοκράτορας και pontifex maximus , Χριστιανικά ήταν απαράδεκτο. Δηλαδή ο χριστιανός ως Αυτοκράτορας που ήταν ο τότε φορέας της κοσμικής εξουσίας δεν μπορούσε να είναι και ανώτατος ιερέας όλων των θρησκειών της Αυτοκρατορίας.

Ότι επομένως όφειλαν επίσημα με απόφασή τους ομόφωνη να παρουσιάσουν στον Αυτοκράτορα το Χριστιανικό δόγμα περί των κοσμικών εξουσιών. Ότι το “άρχειν” προέρχεται από το Θεό και οι κοσμικοί άρχοντες οφείλουν να είναι διάκονοι του Θεού για το καλό των ανθρώπων.(Μαρκ. Κεφ. Ι 42-45 και Κεφ. 13 της προς Ρωμαίους Επιστολή Αποστόλου Παύλου) και επομένως ότι ως προς την νοοτροπία, την πρακτική, τους θεσμούς και νόμους όφειλε πλέον ο Χριστιανός Αυτοκράτορας να βάλει στους στόχους του την εναρμόνισή των με τις χριστιανικές αρχές και αξίες, ώστε να υπάρχει συναλληλία με την δράση της Εκκλησίας.

Δυστυχώς δεν έγινε μια τέτοια διακήρυξη. Ατυχώς διαμορφώθηκε το αντίθετο προς την χριστιανική πίστη πολιτικό δόγμα της “ελέω Θεού Βασιλείας”, που πρώτος στον πανηγυρικό του προς τον Μ. Κων/νο διατύπωσε ο Επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος “….ότι βουλήσει Θεού έσχε το βασιλεύειν” (Ευσέβιος Βίος Μ. Κων/νου Α΄24 & Δ΄24). Χρειάστηκε μισόν περίπου αιώνα να φθάσουμε στην

εποχή του αυτοκράτορα Γρατιανού για να αποποιηθεί ο αυτοκράτορας ως κοινωνική συνεκτική ιδεολογική σπονδυλική στήλη,το αξίωμα του Μεγάλου Ποντίφικα.

Αυτά βεβαίως δεν έγιναν με συνοδική απόφαση, ούτε πριν ούτε στην Α΄Οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας ούτε μετά.

Η έριδα γύρω από την Αρειανή αίρεση είχε απορροφήσει όλη την προσοχή των τότε Επισκόπων.

Παρά ταύτα και μέσα στο απαξιωτικό γενικό κλίμα τον 4ο μ.Χ. αιώνα αναδείχθηκαν οι μεγάλοι Επίσκοποι, Πατέρες της Εκκλησίας, που είχαν συνείδηση της ιστορικής ευθύνης των και ανταποκρίθηκαν και στο χρέος τους αυτό.

Ο μακαριστός π. Γ. Μεταλληνός έλεγε χαρακτηριστικά ότι Ορθοδοξία σημαίνει Πατερικότητα και ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι αντλούν το κύρος τους από τους θεούμενους-αγίους που συμμετέχουν σε αυτές (και όχι το αντίστροφο).

Επομένως τα γραπτά των Αγίων Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Νύσσης, Γρηγορίου Θεολόγου, Αμβροσίου, Ιωάννου Χρυσοστόμου, έχουν το ίδιο κύρος με τις αποφάσεις των Οικ. Συνόδων.

Βέβαια, δεν έχουν το χαρακτήρα Κανόνα , αλλά το χαρακτήρα προτροπής, συμβουλής.

Ήταν οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, που υπήρξαν υπέρμαχοι της αυτονομίας της Εκκλησίας και μέγιστες προσωπικότητες της Ιστορίας. Σε μια κοινωνία που οι άνθρωποι είχαν ως κοινωνικό αίτημα το “άρτο και θεάματα”, την διανομή σιταριού και θεάματα τις μονομαχίες τις θηριομαχίες και τις αρματοδρομίες, οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας, τους πρότειναν έναν άλλο τρόπο ζωής, που οπωσδήποτε συνιστούσε για τον κάθε ρεαλιστή μια ουτοπία. Αυτό το γράφω για τους σημερινούς “Επισκόπους” που αρκούνται στον ρεαλισμό σε ότι αφορά την “διακονία του λόγου”. Παραθέτω κατωτέρω την στάση και την δράση των απέναντι στην τότε κοσμική εξουσία.

1. Ο Όσιος Κορδούης γύρω στο 300μ.Χ. έγινε επίσκοπος της Κόρδοβας της Ισπανίας. Από το 303 με 305μ.Χ. είχε υποστεί διώξεις κατά την διάρκεια του διωγμού , αλλά η θαρραλέα στάση του εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και έχαιρε σεβασμού από όλη την κοινωνία των τότε Χριστιανών.

Μετά τον θάνατο του Μ.Κων/νου, συγκρούστηκε με τον υιό του τον Κωνστάντιο Β΄, που από το 337 μ.Χ. ήταν αυτοκράτορας στο Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο οποίος υποστήριζε τον Αρειανισμό.

Σε επιστολή του, που σώζεται από τον Μέγα Αθανάσιο στο έργο του “Περί των γεγενημένων παρ΄ Αρειανών” γράφει προς Αυτοκράτορα Κωνστάντιον τον Β΄ με θάρρος και τον καλεί να μην αναμιγνύεται στα εσωτερικά πράγματα της Εκκλησίας, υπερασπιζόμενος την ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ της Εκκλησίας : “Μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, αλλά μάλλον παρ’ ημών συ μάνθανε ταύτα….. ”.

Αποτέλεσμα της στάσης του αυτής ήταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος να τον καταδίωξει αμείλικτα. Τον υπέβαλε σε πολλές εξορίες και κακοπάθειες. Ο Όσιος όμως, κράτησε όρθιο το ορθόδοξο φρόνημα του μέχρι τέλους. Δίκαια λοιπόν τον εγκωμιάζει γι’ αυτά ο Θεοδώρητος, ο δε Μέγας Αθανάσιος τον τιτλοφορεί πατέρα των Επισκόπων.

2. Ο Άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε περί το 298 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Σε ηλικία 25 ετών χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολούθησε και στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325μ.Χ. Εκεί αναδείχθηκε πρωτεργάτης στην καταδίκη της διδασκαλίας του Αρείου. Το 327 Μ.Χ. είχε γίνει σύνοδος Επισκόπων με πλειοψηφία αρειανιστών, που αποφάσισε την αναίρεση του αφορισμού του Αρείου. Το 328μ.Χ. ο Αθανάσιος εξελέγη Επίσκοπος Αλεξανδρείας και αρνήθηκε να δεχθεί σε κοινωνία τον Άρειο , παρά το γεγονός ότι ο Μ. Κωνσταντίνος είχε ανακαλέσει τον Άρειο από την εξορία του και διέταξε, ο Άρειος να γίνει δεκτός στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας.

Τότε ο Κων/νος κάλεσε σε ακρόαση τον Αθανάσιο. Αυτός ενώπιον του αναδείχθηκε ανυποχώρητος μαχητής της Ορθοδοξίας, ικανός για κάθε θυσία και με αποφασιστικό θάρρος αντιστάθηκε στον Κων/νο, υπερασπιζόμενος την αυτονομία της Εκκλησίας . Ο Κων/νος επεμβαίνοντας στα της Εκκλησίας , τον εξόρισε στους Τρεβήρους της Γαλατίας. Αυτή ήταν η πρώτη του εξορία, που διήρκεσε 2 έτη και 4 μήνες. Οι Αρειανοί όμως Επίσκοποι επέτυχαν να συγκληθεί από τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο σύνοδος Επισκόπων στην Αντιόχεια το 339μ.Χ. Η σύνοδος αυτή επικύρωσε την καθαίρεσή των επανελθόντων από την εξορία Ορθοδόξων Επισκόπων. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι στη συνέχεια εξορίστηκαν από τον Αρειαντιστή Κωνστάντιο. Οι εξόριστοι πήγαν στη Δύση, που υπήγετο στην εξουσία του συναυτοκράτορα Κώνστα. Ο

Αθανάσιος εξορίζεται στη Ρώμη. Εκεί ο επίσκοπος Ρώμης Ιούλιος, συγκαλεί σύνοδο Επισκόπων η οποία κηρύσσει πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας και αθώωσε τον Αθανάσιο. Ο Κωνστάντιος πιέζει τον αδερφό του Κώνστα, να παρατείνει την εξορία του Αθανασίου. Η επιστροφή του Αθανασίου στην Αλεξάνδρεια θα γίνει το 346 μ.Χ. Δηλαδή ο Αθανάσιος έμεινε 6 έτη στην εξορία .

Το 350 μ.Χ. ο Κωνστάντιος γίνεται μονοκράτορας της Αυτοκρατορίας. Οι Αρειανοί επίσκοποι, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό σε σύνοδο επισκόπων καθαίρεσαν τον Αθανάσιο. Στη συνέχεια απεστάλη από τον Κωνστάντιο άγημα 5.000 στρατιωτών με το στρατηγό Συριανό, με σκοπό την εξόντωσή του. Ο Αθανάσιος φυγαδεύθηκε από τους πιστούς του στη έρημο, όπου για έξι χρόνια διαφεύγει τη σύλληψη με τη βοήθεια φιλικά διακείμενων μοναχών. Αν και διωκόμενος ο Αθανάσιος διεξήγαγε εκστρατεία, ώστε να κατασταλεί κάθε αρειανή επιρροή.

Το 361μ.Χ., αυτοκράτορας ανακηρύσσεται ο Ιουλιανός. Το 362 μ.Χ. εξέδωσε διάταγμα περί επιστροφής των εξορίστων και με βάση αυτό επέστρεψαν στις θέσεις τους οι εξορισμένοι ορθόδοξοι Επίσκοποι, μεταξύ αυτών και ο Αθανάσιος.

Άμεσα και αναπόφευκτα αρχίζει η σύγκρουσή του με τον Ιουλιανό. Ο μεν Ιουλιανός θέλει να επαναφέρει το καθεστώς της “πατρώας θρησκείας”, ο δε Αθανάσιος μάχεται με όλες του τις δυνάμεις για την ενδυνάμωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ενάντια στον παγανισμό. Αποτέλεσμα ο Ιουλιανός το ίδιο έτος 362 μ. Χ. διατάσσει την εξορία του. Ο Αθανάσιος εξορίζεται στη Θηβαΐδα.

Ο Αθανάσιος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όταν σκοτώθηκε ο Ιουλιανός. Προχώρησε απρόσκοπτα το έργο του μέχρι τον Ιανουάριο του 364μ.Χ., οπότε αναδειχθεί Αυτοκράτορας ο Ουάλης ή Βάλης, οπαδός του Αρειανισμού που κατοχύρωσε ως επίσημο το Αρειανικό δόγμα. Ο Ουάλης εκδίωξε από την Αλεξάνδρεια τον Αθανάσιο. Για 4 μήνες ο Αθανάσιος κρυβόταν «εν πατρώο μνήματι». Μέσα σε τέσσερις μήνες όμως, φοβούμενος εξέγερση ο Ουάλης από την αγανάκτηση των κατοίκων της Αλεξάνδρειας, ανακάλεσε από την εξορία τον Αθανάσιο. Έκτοτε μέχρι και τον θάνατο του το 373 μ.Χ. παρέμεινε στη θέση του ως Επίσκοπος Αλεξανδρείας.

Διετέλεσε Επίσκοπος για 46 έτη, εκ των οποίων τα 17 τα πέρασε σε 6 εξορίες που του επιβλήθηκαν από τους Αυτοκράτορες υπερασπιζόμενος την Ορθοδοξία και την ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ της Εκκλησίας.

3. Ο Μέγας Βασίλειος. Γεννήθηκε το 330 μ.Χ., στην Καισάρεια της Καππαδοκίας από ευκατάστατη πολυμελή οικογένεια. Το 352 μ. Χ. πήγε στην Αθήνα όπου παρακολούθησε για 5 χρόνια τις διδασκαλίες φιλοσόφων εκεί γνωρίστηκε με τον Ιουλιανό τον μετέπειτα Αυτοκράτορα.

Το 358 μ.Χ., σε ηλικία 28 χρονών βαπτίστηκε Χριστιανός, και είχε πάρει απόφαση να ζήσει ασκητική ζωή. Προτού γίνει μοναχός, αποξενώθηκε από κάθε περιουσιακό του στοιχείο . Οδοιπορώντας επισκέπτεται γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, όπου πρόβαλε τον κοινοτισμό και τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, ως το 362 μ.Χ.

Το 362 μ.Χ. απεβίωσε ο επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος και ο λαός της Καισαρείας τον επέλεξε Επίσκοπο Καισαρείας.

Το 364 μ.Χ. αυτοκράτορας της Ανατολής αναδείχθηκε ο Ουάλης , που ήταν οπαδός της Αρειανικής αίρεσης και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Την ίδια χρονική περίοδο ο Μ. Βασίλειος ως επίσκοπος , ανέλαβε στην περιφέρεια του στο πλαίσιο της ποιμαντικής του ευθύνης τα πνευματικά ηνία για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών δογμάτων. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα έγραψε και κατήγγειλε στον τότε Πάπα Ρώμης τις εκθρονίσεις των Επισκόπων που δεν μετέστρεφαν στον Αρειανισμό και τις αναγκαστικές επιβολές Αρειανιστών από τον Ουάλη . Στην επιστολή, εξομολογείται την αίσθησή του, πώς ένιωθε σάν νά βρίσκονταν στά χρόνια τού Αντιχρίστου!

Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του πολλούς επισκόπους, θέλησε να κάμψει και το φρόνημα του Μεγάλου Βασιλείου, όταν έμαθε ότι ήταν ανένδοτος Ορθόδοξος.

Έστειλε τότε στην Καισάρεια τον έπαρχο Μόδεστο. Ο Μόδεστος ήταν αδίστακτος και απάνθρωπος. Όλοι στην Ανατολή γνώριζαν τη θηριωδία του.

Στην Καισάρεια ο Μόδεστος εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο. Διέταξε και του έφεραν τον Βασίλειο στην αίθουσα του Διοικητηρίου. Προχώρησε εκείνος προς τον θρόνο αγέρωχα, χωρίς να προκαλεί.

Ο Μόδεστος τεντώθηκε, έβαλε πάγο και σίδερο στη φωνή και έγινε ο εξής διάλογος , που έχει διασωθεί και έχει ως εξής:

“ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πώς τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου;

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δεν ακολουθείς την θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πια οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δεν είναι αρεστό αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθείς με το μέρος μας και να μας έχεις φίλους;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβεί; Τι πρόκειται να πάθω;

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθεις; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχει. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξει και να με βλάψει.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πώς είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρεις;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ:

1.) Δήμευση περιουσίας δεν φοβάται εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρεις τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου.

2.) Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος.

3.) Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λες βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος.

4.) Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ίσως δε συνάντησες ποτέ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν’ αγωνίζεται για την ορθή πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε.”

Σηκώθηκε τότε ο Μόδεστος και πήγε στο Ουάλη και του είπε.

“Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, από τον Επίσκοπο αυτής της Εκκλησίας. Δε φοβάται απειλές. Είναι πιο σταθερός από τους λόγους μας, πιο ισχυρός από την πειθώ μας. Ας απειλήσουμε κανένα δειλό, όχι το Βασίλειο, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Αν θέλουμε αποτελέσματα, πρέπει να καταφύγουμε στον εξαναγκασμό” (να τον εξορίσουν δηλαδή). Ο Ουάλης δεν το τόλμησε. Για να τον μειώσει όμως, χώρισε την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι αρειανοί επίσκοποι έτσι βρήκαν ευκαιρία, να χωρίσουν και την Μητρόπολη σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος τους είπε για την χωρική διάρθρωση της Εκκλησίας ότι, Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΗΝ “ΒΑΣΙΛΕΙΑ”, αλλά η “ΒΑΣΙΛΕΙΑ” ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας.

Έργο ζωής και σημαντικός σταθμός στην πορεία του Μ. Βασιλείου, απετέλεσε η ίδρυση και λειτουργία ενός φιλανθρωπικού συστήματος, της “Βασιλειάδας”. Η Βασιλειάδα ήταν ένας πρότυπος οίκος με πτωχοκομείο, νοσοκομείο και λεπροκομείο για τη φροντίδα των πτωχών και των ξένων.

4. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Επίσκοπος Νύσσης, γεννήθηκε το 332 μ.Χ. και ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Πήρε την ίδια μόρφωση με τον μεγάλο του αδελφό και βεβαίως είχε πίστη ορθόδοξου χριστιανού . Το 372 μ.Χ. όταν ήταν σαράντα ετών έγινε Επίσκοπος Νύσσης , μιας

κωμοπόλεως της Καππαδοκίας. Το 376 μ.Χ. τον κατηγόρησαν οι αρειανόφρονες ότι η εκλογή του δεν ήταν κανονική και ότι ιδιοποιήθηκε χρήματα της Εκκλησίας. Καθαιρέθηκε ερήμην από σύνοδο Αρειανών Επισκόπων και εκτοπίστηκε από τον έπαρχο διοικητή του Πόντου Δημοσθένη. Επανήλθε από την εξορία στην Νύσσα δύο χρόνια αργότερα, όταν σκοτώθηκε ο Ουάλης. Από την εκδημία του αγίου Βασιλείου ανέλαβε την ηγεσία του αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας. Επιδόθηκε με ζήλο στον δογματικό αγώνα και επέβαλε σε όλους το κύρος του.

Το 379 μ.Χ. έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Αντιόχειας και ανασκεύασε την αίρεση του Απολλιναρίου καθώς και στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο το 381 μ.Χ. όπου αντιμετώπισε αποτελεσματικά τους αρειανούς και τους πνευματομάχους.

Ονομάσθηκε Πατήρ Πατέρων από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Ο Άγιος Φώτιος στήν Μυριόβιβλον αναφέρει ότι ο λόγος του ήταν “λαμπρὸς καὶ ἡδονῆς ὠσὶν ἀποστάζων”. Εξεδήμησε προς Κύριον το 395 μ.Χ..

5. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας το 329μ.Χ.

Ο Γρηγόριος σπούδασε ρητορική και φιλοσοφία στην Καισάρεια, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Στην Αθήνα συνάντησε τον Άγιο Βασίλειο και έγινε αδελφικός του φίλος. Επίσης, εκεί είχε ως συμφοιτητή και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα.

Το 361μ. Χ., ο Άγιος Γρηγόριος επέστρεψε στη Ναζιανζό σε ηλικία 30 ετών. Αφού βαπτίστηκε, έφυγε για την έρημο, όπου συνάντησε τον Βασίλειο και συμβίωσαν ως ασκητές. Επειδή όμως τον κάλεσε ο γέρος πατέρας του επέστρεψε στη Ναζιανζό και κατ’ απαίτηση των εκεί χριστιανών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Ήδη το 362 μ. Χ. ως αυτοκράτορας ο Ιουλιανός εδήλωνε δημοσίως πώς ήταν παγανιστής (εθνικός). Εξέδωσε νόμο “περί παιδείας”, με τον οποίο αφαιρούσε το δικαίωμα από τους χριστιανούς να διδάσκουν τους κλασικούς Έλληνες φιλοσόφους και ποιητές. Σε αντίκρουση της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουλιανού, ο Γρηγόριος έγραψε στο τέλος του 363 αρχές του 364 μ.Χ. δύο Λόγους τον “ Στηλιτευτικὸς πρῶτος κατὰ Ἰουλιανοῦ Βασιλέως” και τον “ Στηλιτευτικὸς δεύτερος κατὰ Ἰουλιανοῦ Βασιλέως” όπου διαμαρτύρεται επειδή ο Ιουλιανός ονομάζει τους Χριστιανούς “σκαιούς και απαίδευτους” και επιστρέφει τους χαρακτηρισμούς γράφοντας ότι “άλλοι ατιμάζουν την Ελληνική παιδείαν”. Επιχειρηματολογεί και αποδεικνύει ότι η λέξη Έλλην δεν σήμαινε τον ειδωλολάτρη αλλά “ότι η λέξις Έλλην υποδηλοί αυτόν όστις ομιλεί μιαν ορισμένην γλώσσαν, ακόμη δε ότι ο όρος “ελληνίζειν σημαίνει πάλιν αυτόν ο οποίος ομιλεί Ελληνικά”. (PATR. CR 35 536& 36 509). Σε ένα σημείο τονίζει με θριαμβευτικό ύφος .

“Πάλιν ἡ Κασταλία σεσίγηται, καὶ σιγᾷ, καὶ ὕδωρ ἐστὶν οὐ μαντευόμενον, ἀλλὰ γελώμενον· πάλιν ἀνδριὰς ἄφωνος ὁ Ἀπόλλων, πάλιν ἡ Δάφνη φυτόν ἐστιν μύθῳ θρηνούμενον”. Με πίστη προβλέπει ότι ο Χριστιανισμός θα υπερνικήσει και στο μέλλον ηγέτες όπως ο Ιουλιανός, με αγάπη και υπομονή. Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού και του Ιοβιανού νέος αυτοκράτορας στην Ανατολή, αναδείχθηκε ο Ουάλης ή Βάλης, χριστιανός οπαδός όμως του αρειανισμού .

Τα επόμενα χρόνια ο Γρηγόριος καταπολέμησε τον αρειανισμό. Με τον φίλο του Μ. Βασίλειο ξεκίνησε μια περίοδο συνεργασίας καθώς συμμετείχαν σε ένα ρητορικό διαγωνισμό διακονίας του λόγου στην Εκκλησία της Καισαρείας με την άφιξη εκεί θεολόγων του Αρειανισμού ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος αναδείχθηκαν θριαμβευτές. Έτσι ο Βασίλειος, το 370 μ.Χ. εκλέχτηκε Επίσκοπος της Καισαρείας της Καππαδοκίας και ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε Επίσκοπος στα Σάσιμα, το 372μ.Χ. από τον Βασίλειο. Αυτή η έδρα δημιουργήθηκε από τον Βασίλειο με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του στη διαμάχη του με τον επίσκοπο Άνθιμο των Τυάνων που ήταν αρειανιστής.

Στα τέλη του 372, ο Γρηγόριος επέστρεψε στη Ναζιανζό για να βοηθήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του στη διαχείριση της επισκοπής του, ως βοηθός του Επισκόπου της Ναζιανζού.

Το 374 μ.Χ., μετά τον θάνατο των γονιών του, ο Γρηγόριος συνέχισε να διοικεί την επισκοπή της Ναζιανζού αλλά αρνήθηκε να λάβει τον τίτλο του Επισκόπου της Ναζιανζού. Αφού έδωσε την περιουσία του στους φτωχούς, ο Γρηγόριος ζούσε λιτά.

Στην Κωνσταντινούπολη, οι ιερείς του Αρειανισμού είχαν καταλάβει τους πιο σημαντικούς Ναούς.

Το 379 μ.Χ. η Σύνοδος της Αντιοχείας και ο τοπικός Αρχιεπίσκοπος, Μελέτιος, ζήτησαν από τον Γρηγόριο να πάει στην Κωνσταντινούπολη ως ορθόδοξος Επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως. Παρά τους δισταγμούς του, ο Γρηγόριος δέχθηκε. Η εξαδέλφη του, Θεοδοσία, του πρόσφερε μια έπαυλη . Αμέσως ο Γρηγόριος μετέτρεψε την έπαυλη σε Εκκλησία, την οποία ονόμασε “Αναστασία” ( για την ανάσταση της πίστης). Εκεί εξέδωσε 5 ομιλίες για την Αγία Τριάδα.

Οι ομιλίες του Γρηγορίου είχαν μεγάλη πειστικότητα και πολλοί πιστοί πήγαιναν στην “Αναστασία” για να τον ακούσουν. Βλέποντας την αυξανόμενη δημοτικότητα του Γρηγορίου, οι υποστηρικτές του αρειανισμού επετέθησαν το Πάσχα του 379μ.Χ. στο Ναό και προέβησαν σε βιαιοπραγίες τραυματίζοντας τον Γρηγόριο. Ο φιλόσοφος Μάξιμος ο Κυνικός σε μυστική συμμαχία με τον Πέτρο, επίσκοπο της Αλεξανδρείας, προσπάθησε να πάρει τη θέση του Γρηγορίου και να χειροτονηθεί ο ίδιος Επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως. Σοκαρισμένος, ο Γρηγόριος αποφάσισε να παραιτηθεί από τη θέση, αλλά οι πιστοί τον ανάγκασαν να μείνει και έδιωξαν τον Μάξιμο. Τότε το 380 μ.Χ. και πάλι επελέγη ο Γρηγόριος ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.

Σε ομιλία που εκφώνησε στην Κωνσταντινούπολη ενώπιον του αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου και πολλών αρχόντων, επισήμανε τα εξής σχετικά με την νομική θέση των γυναικών:

“Δε δέχομαι αυτή τη νομοθεσία, δεν επαινώ την (κοινωνική) συνήθεια. Οι νομοθέτες ήταν άνδρες, γι’ αυτό η νομοθεσία είναι κατά των γυναικών. Γι’ αυτό και δώσανε τα παιδιά στην εξουσία του πατέρα, αφήνοντας χωρίς φροντίδα το ασθενέστερο” και συνεχίζει.

“Αν εξετάζεις τα χειρότερα, δες: αμάρτησε η γυναίκα (Εύα), το ίδιο και ο Αδάμ. Και τους δύο τους εξαπάτησε ο όφις. Δε βρέθηκε ο ένας πιο αδύναμος και ο άλλος πιο δυνατός. Αλλά εξετάζεις τα καλύτερα; Και τους δύο τους σώζει ο Χριστός με τα Πάθη του. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο και για τη γυναίκα… Λέγεται ότι προέρχεται (ο Χριστός) από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άντρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών”. …και συνεχίζει ο Άγιος Γρηγόριος.

“Ένας είναι ο Δημιουργός του ανδρός και της γυναικός και από μια σάρκα είναι και οι δύο. Προέρχονται από μία εικόνα, και υπάρχει δι’ αυτούς ένας νόμος, ένας θάνατος και μία ανάστασις…..Πως βγάζεις διαφορετικούς νόμους δια σώμα όμοιο και ισάξιο;” (Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΖ’, 6-7).

Εδώ ο άγιος δε δέχεται την τότε υφιστάμενη νομοθετική ρύθμιση της Αυτοκρατορίας. Και θέτει θέμα άλλου κριτηρίου για τους νόμους . Το κριτήριο αυτό γι’ αυτόν είναι το Ευαγγέλιο και όχι η αρχαία παράδοση που ήταν προϊόν του παγανισμού. Το 381μ.Χ. συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Β’ Οικουμενική Σύνοδος .

Τα μέλη της συνόδου ανακήρυξαν τον Γρηγόριο πρόεδρό της . Όταν όμως, ορισμένα μέλη της Συνόδου, που εμφανίστηκαν καθυστερημένα στις εργασίες της, αμφισβήτησαν την εκλογή του , ο Γρηγόριος δεν δίστασε να παραιτηθεί και να επιστρέψει στην έρημο, αφού προηγουμένως εκφώνησε τον περίφημο «Συντακτήριο Λόγο» του. Εκεί πέρασε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του, με προσευχή, μελέτη και συγγραφή.

Ο Γρηγόριος είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση της Τριαδικής Θεολογίας και έγινε γνωστός ως «Τριαδικός Θεολόγος».

6. Ο άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων γεννήθηκε περί το 340μ.Χ. στην πόλη Τρέβηρα .

Σπούδασε λατινική και ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία και νομική. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εγκαταστάθηκε στα Μεδιόλανα και άρχισε να δικηγορεί.

Έτσι έγινε γνωστός και για το ήθος του αγαπητός, από τους κατοίκους των Μεδιολάνων. Ο αυτοκράτορας της Δύσεως Ουαλεντιανός εκτιμώντας τις ικανότητές του και το ήθος του τον διόρισε διοικητή των επαρχιών Λιγυρίας και Αιμιλίας, με έδρα τα Μεδιόλανα.

Σε αυτήν την κυβερνητική θέση ο Αμβρόσιος αναδείχθηκε ικανότατος, αλλά και δίκαιος και φιλόστοργος ανακουφίζοντας τους έχοντας ανάγκη. Έτσι ως κοσμικός αξιωματούχος αγαπήθηκε από το λαό και έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως.

Μετά το θάνατο του ορθοδόξου Επισκόπου των Μεδιολάνων, οι ομάδες των αρειανών επιχείρησαν να καταλάβουν το επισκοπείο και να χειροτονήσουν δικό τους επίσκοπο. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι βρισκόταν σε αμηχανία , λόγω της έκρυθμης κατάστασης, η οποία εξελισσομένη θα προκαλούσε ταραχές και συγκρούσεις.

Ως τοπικός διοικητής ο Αμβρόσιος, βλέποντας την δύσκολη κατάσταση, κατέβηκε στην αγορά, να επιβάλλει την τάξη. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν απρόσμενα. Εξελέγη εκείνος ως Επίσκοπος και μάλιστα, χωρίς να είναι ακόμα βαπτισμένος χριστιανός. Ήταν τότε ακόμη κατηχούμενος.

Ο Αμβρόσιος το θεώρησε ως κλήση από το Θεό να αναλάβει την εκκλησιαστική διακονία και αποδέχτηκε τη θέληση του λαού. Έτσι αμέσως βαπτίστηκε και σε οκτώ ημέρες χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Ακολούθως στις 7 Δεκεμβρίου του 364 μ. Χ. χειροτονήθηκε Επίσκοπος των Μεδιολάνων.

Πρώτη του ενέργεια ήταν να απαλλαγεί από τη μεγάλη περιουσία του, την οποία μοίρασε στους φτωχούς και το μόνο που κράτησε ήταν τα ενδύματά του και τα βιβλία του. Εργάστηκε στη συνέχεια δραστήρια για την ανόρθωση της τοπικής εκκλησίας του.

Μειλίχιος και πράος άνδρας. Απέναντι όμως στους ισχυρούς του κόσμου, όταν χρειάστηκε ήταν άτεγκτος ελεγκτής των. Συγκεκριμένα όταν η χήρα του αυτοκράτορα Ουαλεντιανού του Α΄ Ιουλίνη, η οποία συμπαθούσε τους αρειανούς, το 385 μ.Χ., ζήτησε μέσω του υιού της να παραχωρήσει ο Αμβρόσιος ναό στους αρειανούς, έξω από την πόλη, ο Αμβρόσιος ως Επίσκοπος θεώρησε το αίτημα προδοσία της Ορθοδοξίας και αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αυτοκρατορικό αίτημα. Ο αυτοκράτορας θεώρησε προσβολή την άρνησή του και γι’ αυτό έστειλε στρατιώτες, την ώρα της Θείας Λειτουργίας να συλλάβουν τον Αμβρόσιο. Ο Αμβρόσιος έμεινε γαλήνιος και ατάραχος. Οι πιστοί προειδοποίησαν ότι θα στασίαζαν εάν συλλαμβάνονταν και οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τον συλλάβουν. Έτσι αναγκάστηκε ο αυτοκράτορας να ανακαλέσει τη διαταγή του.

Όμως η βασιλομήτορα επανήρθε με αίτημά της, ένα χρόνο μετά, για παραχώρηση ναού στους αιρετικούς αρειανούς. Ο Αμβρόσιος αρνήθηκε και πάλι .

Ο αυτοκράτορας οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη και την εξορία του ηρωικού και απείθαρχου Επισκόπου.

Ο Αμβρόσιος έμεινε κλεισμένος στο ναό, φρουρούμενος από πιστούς χριστιανούς για πολλές ημέρες. Τότε ο αυτοκράτορας υποχρεώθηκε να ανακαλέσει τη διαταγή του, μπροστά στην ηρωική στάση του Αμβροσίου και στον κίνδυνο στάσεως από τον πιστό λαό των Μεδιολάνων.

Ο Αμβρόσιος απαγόρευσε και την παραμονή και κοινωνία του πανίσχυρο αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ μέσα στο Ιερό Βήμα, δείχνοντας την ανωτερότητα της ιερατικής εξουσίας, η οποία πηγάζει από το Θεό, λέγοντάς του “Έξιθι βασιλεύ…Η αλουρίς (πορφύρα) γαρ βασιλείς ουχ ιερείς ποιείν” .

Ήταν η συμπεριφορά αυτή μια ενσυνείδητη πράξη του Αγίου Αμβροσίου ότι ο Αυτοκράτορας δεν ήταν πλέον ο Μεγάλος Ποντίφικας της Αυτοκρατορίας, αλλά ότι όφειλε ως χριστιανός να σέβεται την Αυτονομία της Εκκλησίας .

Αλλά το γεγονός, που έκαμε γνωστό το ηρωικό φρόνημα του Αμβροσίου, ήταν ο δριμύς έλεγχος που άσκησε στον Θεοδόσιο. Το 390 μ.Χ. έγινε στάση στη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο στρατηγός της πόλεως Βουδέριχος και στρατιώτες της φρουράς του. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος θύμωσε και αποφάσισε να τιμωρήσει σκληρά και παραδειγματικά τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Διέταξε γενική σφαγή σε συγκέντρωση μεγάλου πλήθους των κατοίκων που έγινε στον ιππόδρομο. Φονεύτηκαν περισσότεροι από επτά χιλιάδες αθώοι πολίτες. Μετά από λίγο καιρό βρέθηκε στα Μεδιόλανα και μετέβη με την πολυπληθή συνοδεία του στο μητροπολιτικό ναό της πόλεως να εκκλησιαστεί.

Ο Αμβρόσιος πληροφορήθηκε την προσέλευση του αυτοκράτορα, πήρε το Ιερό Ευαγγέλιο και τον περίμενε στη θύρα του ναού. Όταν εκείνος πλησίασε τον έλεγξε δριμύτατα για το αποτρόπαιο έγκλημά του και του απαγόρευσε την είσοδο στο ναό! Του ζήτησε να μετανοήσει ειλικρινά και να ζητήσει δημόσια συγνώμη!

Όλοι περίμεναν να οργιστεί ο αυτοκράτορας και να δώσει διαταγή για την τιμωρία του Επισκόπου, ο οποίος τόλμησε να του εναντιωθεί και να τον ταπεινώσει δημόσια με αυτόν τον τρόπο.

Αλλά ο έλεγχος του Αμβροσίου λειτούργησε λυτρωτικά. Ο Αυτοκράτορας άρχισε να συνειδητοποιεί το μεγάλο αμάρτημά του, μετανόησε και άρχισε να τρέμει σύγκορμα και να κλαίει με λυγμούς. Ο Αμβρόσιος του επέβαλε επιτίμιο οκτάμηνης αποχής από τη Θεία Ευχαριστία. Τον κοινώνησε τα Χριστούγεννα, ύστερα από δημόσια εξομολόγηση!

7.Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 349 μ.Χ.

Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από την μητέρα του Ανθούσα. Σπούδασε στην Αντιόχεια στη σχολή του Λιβάνιου ρητορική και του Ανδραγαθίου φιλοσοφία. Ακολούθησε θεολογικές σπουδές , στη μεγάλη θεολογική σχολή της Αντιόχειας. Το επάγγελμα του συνηγόρου το άσκησε για λίγους μήνες. Το εγκατέλειψε και βαπτίστηκε Χριστιανός. Το 371μ.Χ. χειροθετήθηκε αναγνώστης και το 372 μ.Χ., ακολούθησε τον μοναχισμό ως τρόπο ζωής. Βίωσε έξι χρόνια μοναστικής ζωής με σκληρή άσκηση. Το 381μ.Χ., χειροτονείται διάκονος και το 386μ.Χ. πρεσβύτερος. Ως πρεσβύτερος ήδη αρχίζει να αναπτύσσει έντονη συγγραφική και ποιμαντική δράση. Ιδρύει ευαγή ιδρύματα, όπως πτωχοκομεία και γηροκομεία και καθιερώνει συσσίτιο. Η φήμη για την ρητορική και ποιμαντική του ικανότητα εκτοξεύεται πολύ πέραν της Αντιοχείας.

Το 387μ.Χ., οι κάτοικοι της Αντιόχειας στασίασαν και συνέτριψαν τους ανδριάντες της οικογενείας του αυτοκράτορα. Ο Αρκάδιος έδωσε αυστηρές διαταγές να τιμωρηθούν αμείλικτα. Οι αυτοκρατορικοί επίτροποι έφθασαν στην Αντιόχεια και άρχισαν με φυλακίσεις και βασανισμούς το τιμωρητικό τους έργο. Αντίθετα προς την εντελώς παθητική αντιμετώπιση των διώξεων από τις κοσμικές αρχές των Αντιοχέων, ο Χρυσόστομος ξεσήκωσε τους μοναχούς και ιερείς της Αντιοχείας και εκείνοι πρόβαλαν ηρωική αντίδραση. Ήταν μια υπέροχη αναίμακτη εξέγερση των μοναχών και ιερέων εναντίον των κρατικών αρχών. Περιεκύκλωσαν το δικαστήριον και ζητούσαν να αναβληθεί η δίκη, ή να καταδικασθούν αυτοί αντί εκείνων! Κατόπιν αυτών οι δικαστές απεφάσισαν “μη την καταδικάζουσαν εξενεγκείν ψήφον, άλλ’ εις την του βασιλέως γνώμην αναβαλέσθαι το τέλος”.

Τοιουτοτρόπως, χάρις εις την επέμβασιν, παρρησίαν και αυτοθυσίαν των μοναχών και των ιερέων της Αντιοχείας, ανεβλήθη η δίκη . Δίκαια χαρούμενος ο Χρυσόστομος έλεγε “τα ενταύθα γεγενημένα ακούσεται μεν ο βασιλεύς, ακούσεται δε πάσα οικουμένη, ότι τοιούτοι την Αντιοχέων πόλιν οικούσι μοναχοί, ως αποστολικήν επιδειξάμενοι παρρησίαν”. Ο επίσκοπος Αντιοχείας Φλαβιανός, πήγε στην Κων/πολη, συνάντησε τον αυτοκράτορα και τον έπεισε να δώσει χάρη στην Αντιόχεια και το λαό της.

Η φήμη για το ζήλο και την ευγλωττία του Ιωάννη, τον έκανε γρήγορα γνωστό στην Αυτοκρατορία, φθάνοντας μέχρι και την Αυλή του αυτοκράτορα. Το 397μ.Χ. πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και το Φεβρουάριο του 398μ.Χ., με σύμφωνη γνώμη κλήρου και λαού, χειροτονείται ο Ιωάννης από τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.

Τότε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσδιόρισε την σχέση του ως Πατριάρχη προς την βασιλική εξουσία ως εξής : “η περιοχή της βασιλικής εξουσίας είναι ένα πράγμα ορισμένον η δε περιοχή της ιερατικής εξουσίας εν άλλο, είναι δε η δευτέρα επικρατεστέρα της πρώτης”.

Από τη νέα θέση ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναπτύσσει ευρύτατο ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο.

Στο πρόσωπο του η χριστιανική ρητορική τέχνη επρόκειτο να βρει τον μεγαλύτερο θεράποντά της.

Έχοντας ως αρχή ότι “τα δημοσίως λεγόμενα και πραττόμενα δημοσίως και ελέγχονται” ( ΕΠΕ 23. 393) καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, στιγματίζει τη σπατάλη, στηλιτεύει την ανηθικότητα και τη διαφθορά, την επίδειξη των πλουσίων και των αρχόντων, καταδικάζει τις αυθαιρεσίες του πολιτικού συστήματος, στρέφεται σε βάρος του διεφθαρμένου κλήρου, πάντα με παρρησία και χωρίς να κατονομάζει πρόσωπα για να μην κηλιδώνονται προσωπικότητες, αλλά να στιγματίζονται οι πράξεις. Στέκεται δίπλα στους αδυνάτους, τους ταπεινούς, τους αδικημένους, τους απλούς καθημερινούς ανώνυμους συνανθρώπους του, που η υπεροψία και η αδικία των δυνατών συχνά καταδυνάστευε.

Υπήρξε θερμός ζηλωτής της Χριστιανικής πίστεως, αυστηρός ασκητής στην προσωπική του ζωή, υπόδειγμα θυσίας και αυταπαρνήσεως. Αυτό ήταν που τον οδήγησε στο να μη δύναται να ανεχθεί παρουσία ιδιοτελών ανθρώπων στην Εκκλησία και σκανδαλοποιών κληρικών. Αυτή η στάση του τον έφερε σε ρήξη και με μεγάλο μέρος του κλήρου, που δεν άντεχε την σκληρή κριτική του. Ο Ιωάννης έλαβε δραστικά μέτρα εναντίον των κληρικών εκείνων που πλούτιζαν από την ιερατική τους ιδιότητα, ή είχαν ζωή αργόσχολη και κοσμική με έμφαση στις απολαύσεις και εκείνων που ζούσαν με “συνεισάκτους”, δηλαδή τους μοναχούς ή επισκόπους που συζούσαν με τις θεωρούμενες “αδελφές” τους. Έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην καθαρότητα του βίου και ήταν αμείλικτος με τους ιερείς, διακόνους και μοναχούς που αποδεικνύονταν ανάξιοι, ενώ τους αδιόρθωτους τους απέβαλε παντελώς από τις τάξεις του κλήρου.

Με την δράση του αυτή κατέκτησε τις καρδιές του λαού, αλλά προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων από εκείνους που θίγονταν . Έτσι δημιουργήθηκε ένα έντονο εναντίον του κλίμα ιδιαίτερα στο περιβάλλον της Αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Η συσσωρευμένη αντιπάθεια σε βάρος του, από μέρους των αρχόντων, των πολιτικών και των εκκλησιαστικών παραγόντων της εποχής, εκδηλώθηκε, όταν ο Ιωάννης ήλεγξε την Αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία παράνομα οικειοποιήθηκε το χωράφι μιας φτωχής χήρας. Επιπρόσθετα, όλοι οι ανωτέρω έψαχναν διαρκώς αφορμές για να τον συκοφαντήσουν ως Επίσκοπο. Η αφορμή βρέθηκε και ήταν η ανέγερση ενός λεπροκομείου και η οικονομική ζημία με την οποία θα επιβαρύνθηκαν τα κτήματά τους. Ο κορυφαίος που συνύφανε τις σαθρές κατηγορίες σε βάρος του για την αποπομπή του, ήταν ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας. Ο

Θεόφιλος κατηγόρησε τον Ιωάννη για εσχάτη προδοσία, επειδή σε ομιλίες του στην Ιεζάβελ, υπονοούσε την Αυτοκράτειρα Ευδοξία. Συνεκλήθη σύνοδος Επισκόπων (παρωδία), στην οποία παρευρέθησαν οι μισοί Επίσκοποι, που αποφασίστηκε η έκπτωσή του. Διατάχθηκε από τον Αυτοκράτορα η εξορία του, που όμως ανακλήθηκε λόγω του φόβου που προκάλεσε στην αυλή η αντίδραση του λαού. Μετά από λίγο ήρθε νέα αφορμή για την δεύτερη και μόνιμη εξορίας του. Αυτό συνέβη γιατί ο Ιωάννης και πάλι δεν έπαψε το φλογερό κήρυγμα του, ασυμβίβαστος προς τη ανηθικότητα, την ειδωλολατρεία, τον κοσμικό έκλυτο βίο. Αποκορύφωμα υπήρξε η νέα δριμεία κριτική που άσκησε ο Χρυσόστομος στην Ευδοξία για ένα άγαλμα της, το οποίο ανήγειρε στον περίβολο του ναού της Αγίας Σοφίας, στο οποίο τελούνταν και διάφορες Διονυσιακού τύπου εκδηλώσεις. Αυτή τη φορά, εκφώνησε λόγους όπου αποκαλούσε την Ευδοξία Ηρωδιάδα και ο Αυτοκράτορας Αρκάδιος τον εξόρισε οριστικά, αφού προηγήθηκε απόφαση συνόδου “εν Δρύ” έκπτωσής του. Είχε προηγηθεί και δύο φορές απόπειρα δολοφονίας του. Ο Ιωάννης το μόνο που πάντα ζητούσε ήταν να κριθεί από Οικουμενική σύνοδο. Το βαρύ αυτό κλίμα τον υποχρέωσε σε εγκλεισμό στο επισκοπείο του επί δύο μήνες. Ο ανώτερος κλήρος άσκησε έντονη πίεση στον αυτοκράτορα ο οποίος εν τέλει εξέδωσε διάταγμα εξορίας του Ιωάννη. Οι υποστηρικτές του ήταν έτοιμοι να τον υπερασπιστούν, ενώ στρατιώτες είχαν εντολές να τον συλλάβουν και αν υπάρξουν αντιδράσεις, να κατασταλούν άμεσα. Τότε παραδόθηκε ώστε να μην προκληθούν αιματοχυσίες. Αφού εμφανίστηκε στους υποστηρικτές του επισκόπους, τους αποχαιρέτησε τους συνέστησε να διατηρήσουν ενωμένη την εκκλησία ώστε να μην προκληθεί σχίσμα και να εξήλθε κρυφά.

Οδηγήθηκε στο χωριό Κουκουσός, στα σύνορα Καππαδοκίας και Αρμενίας. Από εκεί συνεχίζει το ποιμαντικό του έργο. Γράφει πλήθος επιστολών, συμβουλεύει, κατευθύνει, ενισχύει, παρηγορεί και τονώνει πολλούς Χριστιανούς. Είναι ένα ταξίδι πόνου, απογοητεύσεων και διωγμών. Όπου όμως εμφανίζεται, πλήθος λαού και κλήρου τον υποδέχεται με θέρμη.

Αυτό το γεγονός όμως εξοργίζει περισσότερο το περιβάλλον του αυτοκράτορα, το οποίο έβλεπε να αναπτύσσεται ένα ευρύτατο ενδιαφέρον υπέρ του εξόριστου Επισκόπου. Ο Αρκάδιος αποφασίζει περαιτέρω απομάκρυνση του στην Πιτυούντα, παρά τις προσπάθειες του Πάπα Ιννοκέντιου να επιστρέψει, ώστε να ακουστεί από σύνοδο. Οδοιπορεί για τρεις μήνες προς τον τόπο της εξορίας του, υπό αυστηρή επιτήρηση, αλλά τελικά ποτέ δεν θα φθάσει, γιατί θα τον προλάβει ο θάνατος. Βαριά άρρωστος πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 407μ.Χ. καθ᾽ οδόν προς την εξορία.

Ο Χρυσόστομος άφησε ογκωδέστατο συγγραφικό έργο.

Για το φαινόμενο της εξουσίας, πιστεύει ότι η απομάκρυνση των πρωτοπλάστων από τον Θεό προκάλεσε την “πνευματική διάσπαση”, “την εσωτερική αντινομία”, που εκδηλώνεται μεταξύ ανθρώπων με αντιπαλότητα, διαμάχες και πολέμους. Η αντιπαλότητα οδηγεί στην επιβολή του ενός στον άλλο, διότι λησμονείται ένεκα της αμαρτίας, ότι οι άνθρωποι είναι όλοι ομότιμοι μεταξύ τους.

Ο Xρυσόστομος ενώ εξηγεί με επιχειρήματα, ότι το άρχειν και το άρχεσθαι αποτελεί θεία τάξη, αναγνωρίζει ότι πολλοί άρχοντες είναι ανάξιοι και μάλιστα τύραννοι. Γι’ αυτό το λόγο ξεκαθαρίζει άμεσα ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του άρχειν, που είναι θέλημα Θεού, και της εκλογής των αρχόντων , που ανήκει στην ευθύνη των ανθρώπων. Αρνείται ότι ο κάθε άρχοντας είναι “ελέω Θεού” και δεν “χειροτονείται” (εκλέγεται) από το Θεό, ο οποίος έθεσε μόνο την “τάξιν του άρχεσθαι”.

Αυτή ήταν η στάση και το φρόνημα των Πατέρων της Εκκλησίας μας του 4ου μ.Χ. αιώνα απέναντι στις κοσμικές εξουσίες .

Συγκρίνετε το φρόνημα και την στάση των ανωτέρω Αγίων της Εκκλησίας μας , όπως αναδεικνύεται από τα ανωτέρω, με τα αντίστοιχα εκείνων, που σήμερα θεωρούνται διάδοχοί των. Των σημερινών Επισκόπων που αντί να επιζητούν να τους αποκαλούν Επισκόπους, ανέχονται να τους αποκαλούν με τον τίτλο του Δεσπότη, γνωρίζοντας ότι σύμφωνα με την Χριστιανική πίστη ο μόνος δεσπότης είναι ο Θεός.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Loading...

Συμπληρώστε το e-mail σας για να λαμβάνετε τα νέα από το Triklopodia πρώτοι!:

Στείλε μας το άρθρο σου

Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο “Triklopodia.gr”, μπορεί να μας ενημερώσει, στο “triklopodia@hotmail.gr” ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα.

Στην Τρικλοποδιά ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ triklopodia@hotmail.gr