Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικού αναλυτή – αρθρογράφου
Η Ελλάδα εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολυεπίπεδη κρίση που ουδέποτε αντιμετωπίστηκε με σοβαρότητα, στρατηγικό σχέδιο και εθνική αποφασιστικότητα. Το μεταναστευτικό δεν υπήρξε ποτέ μόνο ένα ανθρωπιστικό ζήτημα. Ήταν και παραμένει ζήτημα εθνικής ασφάλειας, κοινωνικής συνοχής, δημογραφικής αντοχής και γεωπολιτικής σταθερότητας.
Και όμως, οι ελληνικές κυβερνήσεις – η καθεμία με τον δικό της τρόπο – απέτυχαν να διαχειριστούν αποτελεσματικά την κατάσταση.
Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα άνοιξε διάπλατα τα σύνορα σε μια περίοδο που η Ευρώπη βρισκόταν ήδη σε κατάσταση σοκ από τις μαζικές μεταναστευτικές ροές του 2015. Η πολιτική των «ανοιχτών συνόρων», οι ιδεοληψίες περί κατάργησης των εθνικών ορίων και η πλήρης αδυναμία ελέγχου της κατάστασης δημιούργησαν ένα εκρηκτικό περιβάλλον στα νησιά του Αιγαίου και στον Έβρο.

Εθνικό έγκλημα Τσίπρα – Ρουμπάτη στη Θράκη
Από τη Μόρια μέχρι τα Δωδεκάνησα, από τη Θράκη μέχρι το κέντρο της Αθήνας, από τη Γαύδο μέχρι τη Μακεδονία οι τοπικές κοινωνίες βρέθηκαν να σηκώνουν ένα βάρος δυσανάλογο των δυνατοτήτων τους.
Το Τυμπάκι και η Μόρια ήταν η αρχή
Ωστόσο, η πολιτική αλλαγή του 2019 δεν έφερε την ανατροπή που πολλοί περίμεναν.
Η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, συνέχισε σε μεγάλο βαθμό τη λογική της διαχείρισης αντί της αποτροπής. Νέες δομές δημιουργήθηκαν, υπερδομές επεκτάθηκαν, ενώ η συζήτηση μεταφέρθηκε από την προστασία των συνόρων στη «διαχείριση ροών».
Και όλα αυτά τη στιγμή που η Τουρκία χρησιμοποιούσε και συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μεταναστευτικό ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης απέναντι στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Ο Ερντογάν και η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών…
Μέτρα πολέμου με τον αόρατο εχθρό
Η Άγκυρα ουδέποτε έκρυψε τις επιδιώξεις της.
Η πολιτική της Τουρκίας δεν περιορίζεται μόνο στις παραβιάσεις του εναέριου χώρου ή στις προκλήσεις στο Αιγαίο. Εδώ και χρόνια εφαρμόζει μια συστηματική στρατηγική πίεσης προς την Ελλάδα μέσω της εργαλειοποίησης μεταναστευτικών πληθυσμών.
Ο Έβρος το 2020 υπήρξε ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη.
Χιλιάδες άνθρωποι μεταφέρθηκαν οργανωμένα στα Ελληνοτουρκικά σύνορα υπό την ανοχή – αν όχι υπό την καθοδήγηση – του τουρκικού κράτους. Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη όχι με μια αυθόρμητη μεταναστευτική πίεση, αλλά με μια υβριδική επιχείρηση.
Ο έχων την τιμή να υπογράφει το άρθρο αυτό, είχε προειδοποιήσει εδώ και χρόνια μέσα από την αρθρογραφία του για τον κίνδυνο μετατροπής του μεταναστευτικού σε εργαλείο αποσταθεροποίησης της χώρας. Σε κείμενά του ήδη από το 2018 και το 2021 έκανε λόγο για οργανωμένη τουρκική πίεση στην Θράκη και στον Έβρο, ενώ κατήγγειλε την υπολειτουργία κρίσιμων μηχανισμών ασφαλείας και τις πολιτικές επιλογές που – όπως υποστήριζε – αποδυνάμωναν την ελληνική αποτρεπτική ικανότητα.
Παράλληλα, σε αλλεπάλληλα άρθρα του αναδείκνυε τις αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών απέναντι στην επέκταση δομών φιλοξενίας στον Έβρο και Δωδεκάνησα επισημαίνοντας ότι οι κάτοικοι αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι από το κεντρικό κράτος.
Η τουρκική στρατηγική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο…
Ο πλούτος του Αιγαίου αλώνει τα νησιά του
Το μεταναστευτικό όμως δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τη συνολική στρατηγική της Τουρκίας.
Η Άγκυρα ακολουθεί σταθερά εδώ και δεκαετίες μια επεκτατική πολιτική που αποσκοπεί στη συνδιαχείριση, στη συνεκμετάλλευση και τελικά στη γεωπολιτική συγκυριαρχία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι πιέσεις για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και οι συνεχείς προκλήσεις απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά.
Αποτελούν κομμάτια ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου.
Κι όμως, την ίδια στιγμή που η Τουρκία θέτει συνεχώς νέες διεκδικήσεις, το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (1982 – Montego Bay) είναι απολύτως σαφές σχετικά με τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου στις θαλάσσιες ζώνες τους.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η έλλειψη νομικών επιχειρημάτων.
Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την άσκηση μιας σταθερής και μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής.
Οι προειδοποιήσεις Σαμαρά και Καραμανλή…
Πότε θα το τερματίσει ο Αντώνης Σαμαράς;
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι δημόσιες διαφοροποιήσεις ιστορικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Οι παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά για το μεταναστευτικό, τα Ελληνοτουρκικά και τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας δεν αποτελούν πρόσφατο φαινόμενο. Ήδη από την πρώτη κυβερνητική θητεία Μητσοτάκη οι διαφοροποιήσεις του ήταν συνεχείς, ενώ τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκαν σε ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τα εθνικά θέματα και τις σχέσεις με την Τουρκία.
Αντίστοιχα, και ο Κώστας Καραμανλής έχει κατά καιρούς στείλει μηνύματα προβληματισμού για την πορεία της εξωτερικής πολιτικής και τη συνολική στρατηγική της χώρας.
Ο υπογράφων, μέσα από διαδοχικά άρθρα του στο egerssi.gr, υποστήριζε εδώ και χρόνια ότι η εσωτερική ένταση στην κεντροδεξιά παράταξη συνδέεται ακριβώς με την αίσθηση ότι η κυβέρνηση απομακρύνεται από μια πιο παραδοσιακή γραμμή εθνικής αποφασιστικότητας.
Ακήρυχτος πόλεμος Σαμαρά – δυναμιτίζει το Μαξίμου
Η Ευρώπη τώρα αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο…
Το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι σήμερα πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν να παραδέχονται – έστω και έμμεσα – ότι η πολιτική της ανεξέλεγκτης ή ανεπαρκώς ελεγχόμενης μετανάστευσης δημιούργησε σοβαρές κοινωνικές, πολιτικές και ζητήματα ασφαλείας σε ολόκληρη την Ήπειρο.
Το πρόσφατο δημοσίευμα με τίτλο «Αλλάζει “ρότα” η Ευρώπη μετά την αθρόα μετανάστευση; Σχέδιο για τη δημιουργία mega-κέντρων απέλασης σε τρίτες χώρες» αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μεταστροφή.
Η Ευρώπη φαίνεται πλέον να αναζητά πιο αυστηρές πολιτικές ελέγχου, επιστροφών και αποτροπής, αναγνωρίζοντας ότι το προηγούμενο μοντέλο απέτυχε.
Η έκρηξη στο Μπέλφαστ δείχνει τι φοβάται πλέον η Ευρώπη…
Πόσο απέχουν τα γεγονότα της Γαλλίας από την Ελλάδα;
Και ενώ στις Βρυξέλλες συζητούνται πλέον mega-κέντρα απέλασης μεταναστών σε τρίτες χώρες και τίθεται σε εφαρμογή από τις 12 Ιουνίου το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στη Βόρεια Ιρλανδία αποτυπώνουν το αδιέξοδο της πολιτικής που ακολουθήθηκε επί σειρά ετών.
Το Μπέλφαστ βίωσε δεύτερη συνεχόμενη νύχτα σοβαρών ταραχών, με συγκρούσεις, εμπρησμούς κατοικιών και επιθέσεις κατά μεταναστών, γεγονότα που προκάλεσαν έντονη ανησυχία στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Ανεξάρτητα από το πώς ερμηνεύει κανείς τα επεισόδια, ένα είναι πλέον σαφές:
Η κοινωνική πίεση που συσσωρεύτηκε τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτική και κοινωνική κρίση.
Και η Ευρώπη αρχίζει να αναζητά λύσεις τις οποίες πριν από λίγα χρόνια χαρακτήριζε αδιανόητες.
Μόνο που για την Ελλάδα αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται καθυστερημένα.
Η χώρα μας βίωσε εδώ και πάνω από δέκα χρόνια τις συνέπειες μιας κρίσης που άλλαξε την καθημερινότητα ακριτικών περιοχών, επιβάρυνε κοινωνικές δομές, ενέτεινε την ανασφάλεια και δημιούργησε βαθύ αίσθημα εγκατάλειψης σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Προδοσία κατά της Ελλάδος η αθρόα λαθρομετανάστευση
Η Ελλάδα χρειάζεται πλέον μια συνολική εθνική στρατηγική.
Μια στρατηγική που θα προστατεύει αποτελεσματικά τα σύνορα, θα αντιμετωπίζει την εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία, θα στηρίζει τις τοπικές κοινωνίες και θα επαναφέρει την έννοια της εθνικής κυριαρχίας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η Ελλάδα προειδοποιούσε εδώ και χρόνια.
Ο Έβρος του 2020, η Μόρια, τα Δωδεκάνησα, οι συνεχείς μεταναστευτικές πιέσεις από τα τουρκικά παράλια και οι παρεμβάσεις ανθρώπων που προειδοποιούσαν εγκαίρως για τις γεωπολιτικές διαστάσεις του προβλήματος αντιμετωπίστηκαν συχνά με ειρωνεία ή αδιαφορία.
Σήμερα όμως η ίδια η Ευρώπη συζητά απελάσεις, κλειστές δομές εκτός ευρωπαϊκού εδάφους και αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το πρόβλημα υπάρχει.
Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να ακολουθεί τις εξελίξεις ή αν θα αποφασίσει επιτέλους να τις προλάβει!!








