Σκοπός της ισραηλινής πυραυλικής επίθεσης στο Ιράν στις 13 Ιουνίου ήταν η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Αυτό δεν αποκρύφθηκε: ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου, απευθυνόμενος στον λαό του Ιράν (και όχι του Ισραήλ), είπε στους Ιρανούς ότι οι Πέρσες και οι Εβραίοι ήταν καλοί γείτονες από την εποχή του Μεγάλου Κύρου, οπότε τους κάλεσε να ανατρέψουν τους αγιατολάδες, ώστε να αποκατασταθούν ξανά αδελφικές σχέσεις με το Ισραήλ. Αυτά είναι μεν λόγια, αλλά οι πρακτικές ενέργειες επιβεβαιώνουν τα πραγματικά κίνητρα του Τελ Αβίβ. Η εξόντωση της στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν υπερβαίνει κατά πολύ τον στόχο της καταστροφής του πυρηνικού του προγράμματος. Πολύ περισσότερο, ξεπερνά την ιδέα της πίεσης προς την Τεχεράνη για διαπραγματεύσεις. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ντόναλντ Τραμπ: πώς να κάνεις τώρα συμφωνία, όταν έχουν σκοτώσει όλους όσους συμμετείχαν στις προηγούμενες;
Ωστόσο, η εξόντωση της στρατιωτικής ηγεσίας αποτελεί έμμεση απόδειξη του μεγέθους της εσωτερικής σύγχυσης και αστάθειας στην Τεχεράνη. Αυτό τονίστηκε επανειλημμένα τόσο στο Τελ Αβίβ όσο και στη Δύση: το Ισραήλ δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει μια τέτοια επιχείρηση χωρίς εκτεταμένο δίκτυο πρακτόρων στο εσωτερικό του αντιπάλου. Κι αν οι ίδιοι οι Ιρανοί είναι πρόθυμοι να δίνουν στις εχθρικές υπηρεσίες πληροφορίες για τους εσωτερικούς τους αντιπάλους, τότε το καθεστώς των αγιατολάδων έχει χάσει κάθε στήριξη και έχει σαπίσει εκ θεμελίων: αρκεί να το αγγίξεις με το δάχτυλο (ή με πύραυλο), και θα καταρρεύσει. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονται και οι εκκλήσεις προς τον Ίλον Μασκ να ενεργοποιήσει το “Starlink” πάνω από το Ιράν για να επισπευσθεί η δημοκρατική επανάσταση, και η υπόσχεση του ίδιου του Μασκ να το κάνει άμεσα.
Το ποια είναι η πραγματική εσωτερική κατάσταση στο Ιράν, ας το αφήσουμε στους ειδικούς του Ιράν. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η γενικότερη τάση. Στον αέρα της παγκόσμιας πολιτικής κυκλοφορεί σαν ιός η ιδέα ότι οι εξωτερικοί στόχοι μιας χώρας μπορούν να επιτευχθούν μέσω αλλαγής καθεστώτος στη χώρα-στόχο. Αν το καθεστώς δεν αλλάζει από μόνο του, τότε πρέπει να του “βοηθήσουν”. Αρχικά με ψυχολογικό-επικοινωνιακό πόλεμο και με επιχειρήσεις στρατολόγησης στην ελίτ της εξουσίας (οι λεγόμενες “χρωματιστές επαναστάσεις”). Αν αυτό δεν αποδώσει, τότε με οικονομική πίεση (κυρώσεις). Κι αν ούτε οι κυρώσεις λειτουργήσουν — τότε με τη δύναμη των όπλων.
Για κάποιο λόγο —παρά τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών— παραμένει στους λήπτες αποφάσεων σε διάφορες χώρες η πεποίθηση ότι η εξωτερική πίεση οδηγεί στην κατάρρευση των πολιτικών καθεστώτων. Ακόμη και με στρατιωτική δύναμη. Κι όμως, η μόνη αποδεδειγμένα αποτελεσματική μέθοδος αλλαγής καθεστώτος με τη βία είναι η κατάληψη της χώρας, όπως έκαναν οι ΗΠΑ στο Ιράκ ανατρέποντας τον Σαντάμ Χουσεΐν. Αν όμως απλώς κηρύξεις πόλεμο και βομβαρδίζεις ελπίζοντας πως ο λαός θα ξεσηκωθεί και θα ανατρέψει την εξουσία, τότε συμβαίνει το αντίθετο. Αυτό ονομάζεται “συσπείρωση γύρω από τη σημαία”. Ο λαός που βομβαρδίζεται αισθάνεται ότι είναι ενιαίο έθνος και ενώνεται γύρω από την ηγεσία του — όσο κι αν προηγουμένως είχε παράπονα απ’ αυτήν.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου θα έπρεπε να το καταλαβαίνει αυτό από το προσωπικό του παράδειγμα: πριν την επίθεση της ΧΑΜΑΣ τον Οκτώβριο του 2023, η κυβέρνηση του βρισκόταν υπό κατάρρευση — οι στοιχηματικές εταιρείες έπαιρναν στοιχήματα για το πόσο θα αντέξει και για το πότε ο ίδιος θα καταλήξει στη φυλακή μετά την απομάκρυνση του. Σήμερα, η γραμμή του Μπ.Νετανιάχου στο Ισραήλ είναι απόλυτη και μονοπώλιο — κι αυτό οδήγησε και στην επίθεση κατά του Ιράν.
Καμιά φορά, οι κυβερνήσεις δημιουργούν μόνες τους την εικόνα εξωτερικής απειλής για να αναστρέψουν τις τάσεις εσωτερικής διάλυσης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα δίπλα μας: η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της. Το φάντασμα της “ρωσικής απειλής” έγινε πανάκεια για να συγκρατήσουν κάπως την κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την κατάρρευση της δημοτικότητας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Οι χώρες της Βαλτικής, χωρίς τη “φρικτή Ρωσία”, απλώς θα έχαναν τον λόγο ύπαρξής τους.
Στις περιπτώσεις όμως όπου η απειλή επίθεσης είναι πραγματική και όχι κατασκεύασμα, τα πυρηνικά όπλα είναι η καλύτερη εγγύηση κατά οποιασδήποτε “διεθνούς ενθάρρυνσης” εσωτερικών αλλαγών δια της στρατιωτικής βίας. Τα δεινά του Ιράν οφείλονται στο γεγονός ότι δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα (και βομβαρδίζεται για να μην αποκτήσει). Η Ρωσία, βλέποντας τι γίνεται στο Ιράν, θα ήταν καλό να δει τον εαυτό της εκεί. Το 2022 της κηρύχθηκε πόλεμος — οικονομικός — και “βομβαρδίστηκε” μέσω κυρώσεων. Και εκεί υπήρξε η ίδια ανόητη προσδοκία: ότι ο λαός, εξοργισμένος από τις στερήσεις, θα ξεσηκωθεί και θα ανατρέψει τον Πούτιν.
Αν η Ρωσία δεν ήταν πυρηνική υπερδύναμη, οι Ρώσοι θα είχαν βομβαρδιστεί όχι με κυρώσεις, αλλά με βόμβες.
Η πυρηνική τριάδα έχει την ικανότητα να περιορίζει τον τυχοδιωκτισμό και να συνετίζει τα φλογερά μυαλά των πολιτικών. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα είναι η Λευκορωσία, στην οποία πριν δύο χρόνια ετοιμαζόταν σχεδόν ανοιχτά μια εισβολή από εθνικιστές — το τάγμα Καλινόφσκι. Οι υποστηρικτές του σχεδίου στη Βαρσοβία και το Κίεβο πίστευαν ότι με την εισβολή της εξόριστης αντιπολίτευσης, εκατομμύρια Λευκορώσοι θα έβγαιναν στους δρόμους να υποδεχτούν τους “απελευθερωτές” με λουλούδια και να ανατρέψουν τον Λουκασένκο. Η εγκατάσταση ρωσικών πυρηνικών όπλων στη Λευκορωσία έκλεισε αυτό το σχέδιο με ηχηρό “κλικ”. Η Πολωνία έκτοτε φέρεται σιωπηλά και μετρημένα. Η πυρηνική ιδιότητα είναι το καλύτερο επιχείρημα απέναντι σε όσους προσδοκούν να λύσουν τα εξωτερικά τους προβλήματα παρεμβαίνοντας στα εσωτερικά σου.
Αλεξάντερ Νόσοβιτς






