Υπογράφηκε το δεσμευτικό μνημόνιο μεταξύ ΔΕΗ–Amazon Web Services για το data center 300 MW που θα κατασκευαστεί στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης, με ορίζοντα επέκτασης έως και 1 GW, με το οποίο παραδίδεται έκταση, κτίρια, υδροδότηση και ενεργειακές υποδομές με την AWS να τα μισθώνει για 15 χρόνια και να τοποθετεί τους servers.
Η ηλεκτρική ενέργεια θα έρχεται με μακροχρόνια PPA από ΑΠΕ, δηλαδή θα αγοράζεται απευθείας από έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), όπως αιολικά ή φωτοβολταϊκά πάρκα, μέσω ενός σταθερού, μακροχρόνιου συμβολαίου.
Στην αθώα ανακοίνωση κρύβεται όμως η ουσία: Στη θέση του μεγαλύτερου λιγνιτικού σταθμού της χώρας στήνεται «ψυγείο» για την τεχνητή νοημοσύνη της Amazon.
Και μαζί με τη γη παραδίδεται ό,τι έκανε τον σταθμό να λειτουργεί — τα δίκτυα, οι υποδομές και το νερό που έψυχε τις μονάδες.
Όταν το κύκλωμα ύδρευσης των λιγνιτικών πάει στο data center, ο λιγνίτης παύει οριστικά πλέον να είναι έστω εναλλακτική. Δεν είναι «μετάβαση». Είναι «σφράγισμα».
Ο λιγνίτης δεν ήταν ένα «διακοσμητικό» ορυκτό της Δυτικής Μακεδονίας. Ήταν ενεργειακή ανεξαρτησία για όλη την χώρα.
Έδωσε ρεύμα φθηνό και βοήθησε τα μέγιστα στο μεταπολεμικό θαύμα, στα εργοστάσια, στα σπίτια, στην εκβιομηχάνιση της χώρας.
Πρόσφερε όσο τίποτε άλλο στη νεότερη Ελλάδα και κράτησε τη χώρα όρθια όταν το πετρέλαιο ανέβαινε στα ύψη στις διάφορες κρίσεις.
Ο Άγιος Δημήτριος «έσβησε» το 2026. Η Πτολεμαΐδα V κόβει τον λιγνίτη στο τέλος της χρονιάς.
Στη θέση τους μπαίνει ένα data center των 300 MW — και μετά ίσως 1 GW — που όμως δεν θα μπορεί να ανάψει τις λάμπες στην… Κοζάνη.
Η ΔΕΗ λέει ότι το νερό του data center θα είναι μόλις το 0,6% των παλιών αναγκών του λιγνίτη. Ωραία λεπτομέρεια.
Δεν αλλάζει το γεγονός όμως ότι η υποδομή που συντηρούσε την εθνική παραγωγή μεταφέρεται σε έναν μισθωτή υπεράκτιας τεχνολογίας.
Η Ελλάδα έτρεξε να κλείσει μονάδες σαν να ήταν το μοναδικό κράτος-μέλος που είχε «καμινάδα».
Στο ορυχείο της Μαυροπηγής στην Κοζάνη, η κυβέρνηση προχώρησε πρόσφατα στην ανατίναξη τριών γιγαντιαίων καδοφόρων εκσκαφέων διαπράττοντας έγκλημα κατά των Ελλήνων φορολογουμένων.
Μηχανήματα μήκους περίπου 100 μέτρων, ύψους 50 μέτρων και βάρους άνω των 150 τόνων το καθένα, που για δεκαετίες αποτελούσαν σύμβολο της λιγνιτικής βιομηχανίας της Δυτικής Μακεδονίας, εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Η επίσημη εκδοχή μιλά για «απόσυρση παλαιού εξοπλισμού που δεν χρησιμοποιείται πλέον» αλλά πρόκειται για μηχανήματα τα οποία κόστισαν πολύ ακριβά στον ελληνικό λαό για να αγοραστούν.
Για χιλιάδες κατοίκους της περιοχής η εικόνα αυτή δεν είναι απλά «τέλος εποχής».
Είναι η οριστική «ταφόπλακα» στην τοπική οικονομία, που χτίστηκε γύρω από τον λιγνίτη για περισσότερα από 60 χρόνια.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, από το 2019 και μετά, έχει επιταχύνει δραματικά την απολιγνιτοποίηση.
Στόχος ήταν από την αρχή οι μηδενικές εκπομπές άνθρακα μέχρι το 2028-2030, σε ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.
Τώρα που το ρωσικό πετρέλαιο Urals ξεπερνά τα 110 δολάρια, που το ναυτιλιακό καύσιμο διπλασιάστηκε και που ο χειμώνας απειλεί να τινάξει τους οικογενειακούς λογαριασμούς, η χώρα παραδίδει από μόνη της την ενεργειακή της ανεξαρτησία.
Δεν επιτρέπουν να μείνει έστω μία εθνική εφεδρεία με σκοπό να μην μπορεί ποτέ στο μέλλον να επιστρέψει η δυνατότητα να λειτουργήσει η μονάδα.
Ο λιγνίτης «τελείωσε» από πολιτική επιλογή, της συγκεκριμένης κυβέρνησης, παρά το γεγονός ότι πριν από 8 χρόνια ο ίδιος ο πρωθυπουργός θεωρούσε τον λιγνίτη «εγγυητή της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας».




