Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικής ανάλυσης – αρθρογράφου
Όταν η αλαζονεία παύει να είναι ολίσθημα και γίνεται κυβερνητική γραμμή…
Υπάρχουν κυβερνήσεις που πέφτουν από πολιτικοοικονομικά σκάνδαλα και κυβερνήσεις που πέφτουν από την καταρράκωση των θεσμών και την περιθωριοποίηση της Δημοκρατίας. Υπάρχουν και εκείνες που πέφτουν επειδή έπαψαν να ακούν τον λαό. Την λαϊκή οργή από την οικονομική αφαίμαξη μισθωτών και συνταξιούχων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να πέφτει πρωτίστως από τον τρίτο δρόμο. Από την ώρα που τα νοικοκυριά μετρούν τα ευρώ στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στην αντλία της βενζίνης και στην απόδειξη του ενοικίου (και όχι μόνο), οι εκπρόσωποί της εναλλάσσονται σε μια παράσταση που δεν αντέχει πια να λέγεται “ατυχής διατύπωση”. Ένα λάθος συμβαίνει μία φορά. Όταν επαναλαμβάνεται από διαφορετικά πρόσωπα, με την ίδια περιφρόνηση, μέσα σε λίγες εβδομάδες, έχει όνομα και λέγεται μοτίβο.
Η εβδομάδα που πέρασε το επιβεβαίωσε με τον πιο εύγλωττο τρόπο. Δεν το λέει η αντιπολίτευση. Το είπε η ίδια η Ντόρα Μπακογιάννη, αδελφή του Πρωθυπουργού, στον ΣΚΑΪ στις 22/9 και την επομένη στην ΕΡΤ:
«Βλέπω αλαζονεία σε Υπουργούς του Κυριάκου Μητσοτάκη και θα έλεγα να ξεκαβαλικέψουνε. Έχουμε και τέτοια φαινόμενα και θα πρέπει να κοπούνε και άμεσα».
Όταν καταγγέλλει το φαινόμενο η ίδια η οικογένεια της εξουσίας, δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε “κομματική υπερβολή”.
Τρία πρόσωπα, τρεις δηλώσεις, μία η αίσθηση: Το πρόβλημα είναι ο πολίτης που παραπονιέται…
Το κάδρο της αλαζονείας και της περιφρόνησης:

Ξεκινάμε από τη Βουλή, εκεί όπου οι δηλώσεις γίνονται χωρίς αιδώ.
Ο Δημήτρης Καιρίδης (Βουλευτής της ΝΔ, πρώην Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου), βρήκε τον τρόπο να εμφανίσει ως επιτυχία την αύξηση των ενοικίων, όταν αυτά έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη για νέους, εργαζόμενους και οικογένειες:
«Η αύξηση των τιμών στα ενοίκια είναι δείγμα υγείας της ελληνικής οικονομίας».
Δηλαδή για όποιον πληρώνει το μισό μισθό του σε ένα δυάρι, η “υγεία” αυτή έχει εξαιρετικά συγκεκριμένο πρόσωπο: Αυτό του ιδιοκτήτη που ανεβάζει το μίσθωμα και του ενοικιαστή που αναζητά πιο υποβαθμισμένη – φθηνή γειτονιά, ή πιο μικρό σπίτι, ή τη γονική στέγη.
Ο Γιάννης Λοβέρδος (Βουλευτής της ΝΔ, Υφυπουργός Εξωτερικών), από την πλευρά του, επέλεξε να διαβάσει την κοινωνία μέσα από το πρίσμα του ντελίβερι:
«Πλούσιοι οι ντελιβεράδες και πάμπλουτοι αυτοί που παραγγέλνουν».
Πίσω από αυτή τη ρήση κρύβεται μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Ο διανομέας που κάνει έξι και οκτώ ώρες στη μηχανή, τρέχοντας ασταμάτητα σαν τρελός με κίνδυνο της ζωής του για να βγάλει το μεροκάματο, γίνεται αίφνης “πλούσιος”. Ο καταναλωτής που παραγγέλνει, επειδή δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει μετά από μια εξαντλητική εργάσιμη μέρα, γίνεται “πάμπλουτος”. Η ελληνική εργασία, δηλαδή, είναι πολυτέλεια.
Και ο Άδωνις Γεωργιάδης, σταθερά στην πρώτη γραμμή αυτού του προσβλητικού κάδρου, αναρωτήθηκε:
«Είσαι πάμπτωχος; Έχεις δίπλα το Φάληρο να κάνεις μπάνιο τσάμπα».
Σε άλλη παρέμβασή του, επιμένοντας να αμφισβητεί την ίδια την πραγματικότητα, δήλωσε:
«Αν δεν μπορούσε ο κόσμος να πάρει τα βασικά, δεν θα υπήρχε αυτή η κατανάλωση. Η κατανάλωση πάει πάρα πολύ καλά».
Δηλαδή, εάν υπάρχει κίνηση στο μαγαζί, δεν υπάρχει ακρίβεια; Το γεγονός ότι ο κόσμος δανείζεται, ότι κόβει από την όποια διασκέδασή του, προκειμένου να επιβιώσει, δεν κατανοείται από το κυβερνητικό αφήγημα;
Το στατιστικό μέτρο της Συγγρού και της εθνικής οδού…
Αν η οικονομική ανάλυση από το βήμα της Βουλής προκαλεί το κοινό αίσθημα, τότε η οικονομική ανάλυση στα τηλεοπτικά πάνελ από την κυβερνώσα παράταξη, είναι προκλητικότερη. Ο Βουλευτής Πιερίας της ΝΔ Σπύρος Κουλκουδίνας, ερωτηθείς για την αντοχή των καταναλωτών απέναντι στις αυξημένες τιμές των καυσίμων, επικαλέστηκε ως δείκτη την κίνηση στη λεωφόρο Συγγρού:
«Γεμάτη η λεωφόρος Συγγρού. Η κίνηση στους δρόμους είναι ένας δείκτης. Υπάρχει κανένας δείκτης που να δείχνει ότι η τιμή στην βενζίνη αυξήθηκε, μειώθηκε; Κανένας δείκτης».
Και συνέχισε, ότι:
«όποιος δεν αντέχει να δώσει 10 ευρώ βενζίνη για να πάει και να έρθει στη δουλειά του, χρησιμοποιεί μέσα μεταφοράς».
Ο Βουλευτής δηλαδή, που έχει πληρωμένα από τον ελληνικό λαό τα καύσιμα κίνησής του, κουνάει το δάχτυλό του στον εργαζόμενο, που χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του για βιοποριστικούς λόγους (κυρίως) ενώ η λύση της ακρίβειας δεν είναι δική του υπόθεση, αλλά της κυβέρνησης και την οποία εκείνος (ο Βουλευτής) στηρίζει;
Αλλά και ο πρώην Υπουργός και Βουλευτής Καρδίτσας Κώστας Τσιάρας, όταν δημοσιογράφος του θύμισε ότι ο κόσμος δυσκολεύεται να βάλει βενζίνη ή να ψωνίσει στο σούπερ μάρκετ, απάντησε στον ρ/σ Star Κεντρικής Ελλάδας:
«Επιτρέψτε μου να σας πω ότι κάθε Σαββατοκύριακο που πηγαινοέρχομαι στην εκλογική μου Περιφέρεια, βλέπω μια Εθνική Οδό γεμάτη με αυτοκίνητα, κάτι το οποίο δεν έβλεπα για 20 χρόνια. Υπάρχει υπερκατανάλωση παντού και αυτή είναι μια πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει».
Ας το πούμε ευγενικά: Ένας γεμάτος αυτοκινητόδρομος δεν είναι ισολογισμός νοικοκυριού. Ο άνθρωπος που ταξιδεύει για να δει τους δικούς του, να πάει στη δουλειά του, ή στο νοσοκομείο, δεν είναι αποτέλεσμα “«υπερκατανάλωσης”. Πληρώνει τον φόρο της αναγκαιότητας. Οι κύριοι που βλέπουν τους δρόμους γεμάτους ξεχνούν πως όταν η μετακίνηση είναι υποχρέωση και όχι επιλογή, οι πολίτες δεν σταματούν να οδηγούν. Απλώς σταματούν να ζουν.
Οι διακοπές “στο χωριό” και το “τζάμπα” που πέθανε…
Η Βουλευτής της ΝΔ στο Νότιο Τομέα Αθηνών και πρώην Υπουργός Σοφία Βούλτεψη, αναφερόμενη στους πολίτες που βλέπουν τις διακοπές ως απαγορευμένο είδος, αποφάνθηκε ότι:
«Οι άνθρωποι βρίσκουν διεξόδους. Μπορεί να πάνε στο χωριό και στην ενδοχώρα και όχι στα νησιά που είναι ακριβά».
Αυτή η παραδοχή είναι αποκαλυπτική: Τα νησιά είναι “ακριβά” γιατί έτσι το θέλησε αυτή η κυβέρνηση, και η λύση δεν είναι να γίνουν προσιτά στον ελληνικό λαό, αλλά να πάψουν να τα επισκέπτονται οι Έλληνες. Δηλαδή τα νησιά μας και η ελληνική θάλασσα, γίνονται προνομιακός χώρος για λίγους;
Ακόμη πιο κυνική υπήρξε η Βουλευτής Αχαΐας της ΝΔ και πρώην Υφυπουργός Χριστίνα Αλεξοπούλου. Ερωτηθείσα για τα εξωφρενικά ενοίκια που καλούνται να πληρώσουν οι εκπαιδευτικοί στα νησιά, απάντησε:
«Το τζάμπα πέθανε».
Ο δάσκαλος και η καθηγήτρια που υπηρετούν σε ακριτικά νησιά, και στηρίζουν την ελληνική επαρχία με τον μισθό τους, ζητούν στοιχειώδη στέγη. Η απάντηση της εκπροσώπου της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι ότι, σε ένα κράτος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να τους την εξασφαλίσει, δεν δικαιούνται και να διαμαρτυρηθούν;
“Κακομοίρηδες” και “νοικοκύρηδες”…
Το αποκορύφωμα, όμως, ήρθε από τον Yφυπουργό Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη, που μιλώντας στο Action24 είπε:
«Έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη, υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες».
Υπονοώντας, βεβαίως, ότι η ΝΔ είναι το κόμμα των “νοικοκύρηδων”. Το ΠΑΣΟΚ, με ανακοίνωσή του, κατήγγειλε ένα “νέο κρεσέντο αλαζονείας”, υπενθυμίζοντας στον Υφυπουργό, ότι ασκεί τα καθήκοντά του και απολαμβάνει τα υπουργικά του προνόμια στο όνομα των πολιτών που ονομάζει “κακομοίρηδες”.
Είναι κυβερνητική γραμμή;
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι το κυβερνητικό ύφος. Είναι η ιεραρχία που αποκαλύπτει. Ο “νοικοκύρης” είναι αυτός που ψηφίζει ΝΔ. Ο “κακομοίρης” είναι όποιος δυσκολεύεται, διαμαρτύρεται ή ψηφίζει αλλιώς; Η φτώχεια, δηλαδή, ως προσωπικό ελάττωμα και η διαφωνία ως έλλειμμα αξιοπρέπειας; Ένα κόμμα που χωρίζει τους πολίτες σε “νοικοκύρηδες” και “κακομοίρηδες” δεν κυβερνά έναν λαό. Διαχειρίζεται πελατειακό κράτος.
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα. Ένας Υπουργός που ξεφεύγει είναι πολιτικό ατύχημα; Επτά, οκτώ, εννέα στελέχη σε διάστημα λίγων εβδομάδων, με τα ίδια επιχειρήματα, το ίδιο απαξιωτικό ύφος προς όποιον δυσκολεύεται, δεν συνιστούν ατύχημα. Συνιστούν κουλτούρα. Και η κουλτούρα δεν γεννιέται από μόνη της: Τη διαμορφώνει η κορυφή, είτε με τη δική της στάση είτε με τη σιωπή της.
Ας απαντήσει λοιπόν το Μαξίμου σε απλά ερωτήματα:
- Ποιος από όσους μίλησαν κλήθηκε να ζητήσει συγγνώμη;
- Ποιος αποδοκιμάστηκε δημόσια από τον Πρωθυπουργό;
- Ποιος έχασε τη θέση του γι᾽ αυτό που είπε;
Αν η απάντηση είναι “κανείς”, τότε η γραμμή δεν είναι “εκτός γραμμής”». Είναι η γραμμή.
Αυτή η αλαζονεία δεν προέκυψε ξαφνικά. Καλλιεργήθηκε στο Μαξίμου. Είναι η πολιτική έκφραση μιας Εξουσίας που έχει πειστεί ότι δεν έχει ανταγωνιστή, ούτε λογοδοσία, ούτε όριο. Την είδαμε στη νομοθέτηση, με διατάξεις φτιαγμένες για συγκεκριμένα πρόσωπα και συμφέροντα, όπως είχαμε αναδείξει και στο προηγούμενο σχετικό δημοσίευμά μας, «Φωτογραφικές τροπολογίες και αλαζονεία εξουσίας». Την ίδια νοοτροπία, που θεωρεί τους κανόνες ευέλικτους για τους πολλούς, την ξαναβλέπουμε τώρα στη γλώσσα. Όποιος νομίζει ότι ο νόμος υπάρχει για να εξυπηρετεί, νομίζει εύκολα και ότι ο πολίτης υπάρχει για να ανέχεται.
Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ενοχή. Οι Έλληνες δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν κατανόηση, δηλαδή να αναγνωριστεί ότι το ρεύμα, το ενοίκιο και το ψωμί έχουν γίνει βουνό. Ζητούν συμπάθεια για την οργή τους και όχι μάθημα οικονομικών από όσους έχουν φροντίσει να μην αγγίζει ποτέ τα δικά τους πορτοφόλια η ακρίβεια. Η οργή του πολίτη είναι ο πιο ειλικρινής δείκτης που διαθέτει σήμερα η χώρα, πολύ πιο αξιόπιστος από την κίνηση στη Συγγρού.
Ποιος θα φανταζόταν, μετά από τόσες δεκαετίες, πως το λαϊκό σύνθημα – απαίτηση, “για ψωμί, παιδεία, ελευθερία”, θα ήταν πιο επίκαιρό παρά ποτέ;
Έτσι, όταν η Εξουσία λέει στον πολίτη που δυσκολεύεται ότι «τα πάει καλά», το μόνο που καταφέρνει είναι να τον πείσει ότι έχει πάψει να τον βλέπει. Και μια Εξουσία που δεν βλέπει τον λαό της, δεν θα αργήσει να δει τον λαό να της γυρνά την πλάτη στην κάλπη!!




