Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΑΚΗ
Eνώ εμείς γευόμασταν τα κεράσματα του Γέροντα, εκείνος (ο ΄Αγιος Παίσιος) άρχισε να διηγείται την ιστορία του μικρού Γιωργάκη:«Ο Γιωργάκης λοιπόν, γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο παππούς του, ήταν ναυτικός, καπετάνιος στα καράβια, πολυταξιδεμένος. Κάποτε, πέρασε και από την μακρινή Κίνα. Εκεί, γνώρισε ανθρώπους, που έκαναν θαυμαστά πράγματα κι εντυπωσιακά. Τόσο πολύ γοητεύθηκε ο παππούς, που θα ήθελε κι ο ίδιος, να αποκτήσει αυτές τις ικανότητες, αλλά δεν γινόταν, διότι ήταν αρκετά μεγάλος στην ηλικία. Και για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του, πέρα-σε τότε από τον νου του η ιδέα, να φέρει τον εγγονό του, ο οποίος ήταν σε κατάλληλη ηλικία. Μόλις ήλθε στον Πειραιά, συζήτησε το θέμα με τους γονείς του εγγονού του, πληροφορώντας τους, πως στην μακρινή Κίνα, γνώρισε ανθρώπους με υπερφυσικές ικανότητες, οι οποίοι μπορούσαν, να αναλάβουν την εκπαίδευση του παιδιού, με την προϋπόθεση ο μικρός, να πάει έγκλειστος σε βουδιστικό μοναστήρι του Θιβέτ ήδη από την ηλικία αυτή των δύο ετών. Οι γονείς του παιδιού φυσικά, ήσαν ανένδοτοι και δεν ήθελαν καν να το συζητήσουν.
Ήθελαν, να μεγαλώσουν το παιδί τους, φυσιολογικά όπως μεγαλώνουν τα περισσότερα παιδιά, κοντά στους γονείς, να το μορφώσουν και να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή. Ο παππούς όμως, είχε διαφορετική άποψη. Την τελευταία μέρα, πριν φύγει ταξίδι για την μακρινή Κίνα, έκλεψε το παιδί από τους γονείς του και με τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει στην Κίνα, κατάφερε να φθάσει στο Θιβέτ. Κατάφερε να φθάσει στο βουδιστικό μοναστήρι, όπου έμελλε να ζήσει ο Γιωργάκης, τα υπόλοιπα δέκα τέσσερα χρόνια της ζωής του».
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
Το διάστημα που επισκεφθήκαμε με τον φίλο μου, τον Δημήτρη, τον Γέροντα, ήταν ακριβώς, το διάστημα που τον επισκεπτόταν και ο Γιωργάκης. Καθώς μας διηγείτο ο Γέροντας, έγινε αναφορά και σ’ αυτό το γεγονός, δηλαδή των επισκέψεων του φίλου μας. Εμφανίστηκε μια μέρα ο διάβολος και του λέει ότι πρέπει ν’ αφήσει ήσυχο τον Γιωργάκη, διότι αυτός ανήκει στην ευσέβεια την δική του· τον είχε σφραγίσει με μια, από τις εκατό σφραγίδες τoυ. Όχι, του λέει ο Γέροντας, είναι πλάσμα του Θεού, έχει ψυχή αθάνατη κι έχει δικαίωμα στην σωτηρία, από την στιγμή που είναι βαπτισμένος ορθόδοξος. Εγώ τώρα φεύγω, είπε ο σατανάς, μα το θέμα δεν θα μείνει έτσι· θα ξανάρθω στις δώδεκα, μετά τα μεσάνυχτα. Δεν έδωσε και πολύ σημασία ο Γέροντας, στα λεγόμενα του διαβόλου, καθότι είναι και μεγάλος ψεύτης· και όσο τον περιφρονούμε τόσο το καλύτερο, δίχως βεβαίως να τον αγνοούμε. Την ώρα που έκανε τον κανόνα του ο Γέροντας, ακούει δυνατούς κρότους, πάνω στην στέγη της καλύβας.
-Λες να είναι αλήθεια και να ήλθε στην ώρα του, στο ραντεβού του, μονολόγησε ο Γέροντας. Βγάζει το ρολόι και τι να δει: Δώδεκα ακριβώς! Άρα, είναι συνεπής στο… ραντεβού του. Την ώρα εκείνη που γινόντουσαν αυτά, o Γέροντας έψαλε το τροπάριο: «Τον σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζωμεν» Όση ώρα έψαλε το τρο-πάριο, οι κρότοι σταματούσαν, μόλις σταματούσε, για να πάρει ανάσα, ξανάρχιζε πάλι. Αυτό κράτησε αρκετή ώρα. -Γέροντα δεν φοβηθήκατε; Ρώτησε ο φίλος μου, ο Δημήτρης. -Τι να φοβηθώ; «Έχω μαζί μου Τον Χριστό, Την Παναγία, και τον φύλακα άγγελό μου». Τι να φοβηθώ; «Εάν είναι ο Θεός μαζί μας, κανείς δεν είναι εναντίον μας. Υπάρχει πιο μεγάλη δύναμη, από Τον Παντοδύναμο Θεό; Είμαστε παιδιά, ενός Επουράνιου Πατέρα, που ότι κι αν ζητήσουμε στο όνομα του Ιησού Χριστού, θα μας το δώσει, αν πρόκειται για την σωτηρία μας».
Δίχως αμφιβολία, τρομάζει κανείς στο άκουσμα του αοράτου και ορατού πολέμου με τον διάβολο! Έτσι έγινε με εμένα και τον φίλο μου, τον Δημήτρη. -Γέροντα, του λέω, σε μας γιατί δεν εμφανίζεται ο διάβολος;-Αχ, καλό μου παιδί, έχει τόσα μέσα και τόσους τρόπους, για να πετύχει τον σκοπό του, που όταν δεν καταφέρει να πετύχει τον σκοπό του με αυτά, τότε μόνον εμφανίζεται. Για παράδειγμα, αν θέλει να σε ρίξει στην αμαρτία, σου βάζει μια ιδέα στο μυαλό· εσύ την καλλιεργείς, συγκατατίθεσαι και στο τέλος ενδίδεις. Εμφανίζεται μόνο σε ανθρώπους, που είναι πολύ προχωρημένοι πνευματικά και αντέχουν στην θέα του διαβόλου. Επετράπη, με παραχώρηση του Θεού στο Μέγα Αντώνιο, να δει τις παγίδες του διαβόλου και τρόμαξε ο ασκητής της ερήμου.
-Ποιος άραγε δύναται να ξεφύγει από τόσες παγίδες, αναρωτήθηκε.
-Μόνο ο ταπεινός μπορεί να ξεφύγει, απάντησε ο Θεός.
-Πώς είναι Γέροντα ο διάβολος; Ρώτησα από περιέργεια.
-Εύχομαι, παιδιά μου, όσοι θα πάνε στην κόλαση, να μην βλέπουν το πρόσωπό του, γιατί είναι απαίσιο και φοβερό. Τα αυτιά μου βούιξαν και ο ήχος διαπέρασε όλο μου το κορμί, λες και το διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Τι ήταν αυτό που άκουσα; Να βλέπεις ένα θέαμα απαίσιο, φοβερό δίχως ημερομηνία λήξης, αιώνια παντοτινά. Αν φανταστούμε την αιωνιότητα σαν έναν ωκεανό και ένα πουλί με το ράμφος του, να κουβαλά-ει σταγόνα -σταγόνα, σε κάποιο άλλο σημείο το νερό, κάποια χρονική στιγμή θα τελείωνε.
Τώρα όμως τι γίνεται; Να ζεις αιώνια και να βλέπεις ένα θέαμα απαίσιο και φοβερό. Πρέπει να φροντίσουμε τώρα, όσο έχουμε καιρό, να αγωνιστούμε, να αποκτήσουμε αρετές ταπείνωση, υπακοή, αγάπη, πίστη, αγαθοσύνη, απλότητα, για να κερδίσουμε με την χάρη Του Θεού, την αιώνια βασιλεία, την ετοιμασμένη από καταβολής κόσμου. Η συζήτηση προχωρούσε ομαλά και το ενδιαφέρον μεγάλωνε σιγά -σιγά: «Ερχόταν τακτικά ο Γιωργάκης, είπε ο Γέροντας, και συζητούσαμε τις αλήθειες της Ορθοδοξίας. Μια μέρα, έφεραν τον Γιωργάκη κάποιοι μοναχοί για να τον βοηθήσω. Με ρώτησε, τι δυνάμεις έχω και τι μπορώ να κάνω.
Εγώ του απάντησα πως δεν έχω καμία δύναμη, όλη η δύναμη είναι του Θεού. Ο Γιωργάκης, θέλοντας να επιδείξει την δύναμή του, συγκέντρωσε το βλέμμα του σε μια μεγάλη πέτρα, που βρισκόταν σε κάποια απόσταση και η πέτρα έγινε θρύψαλα. Τότε, σταύρωσα μια μικρή πέτρα και του είπα να την σπάσει και αυτή. Αυτός συγκεντρώθηκε, έκανε τα μαγικά του, αλλά δεν κατάφερε να την σπάσει. Τότε, άρχισε να τρέμει και οι σατανικές δυνάμεις, που νόμιζε ότι έλεγχε, μη μπορώντας να σπάσουν την πέτρα, στράφηκαν εναντίον του και τον εκσφενδόνισαν μέσα στο ρέμα. Τον μάζεψα σε άθλια κατάσταση. Μια άλλη φορά, ενώ συζητούσαμε, ξαφνικά σηκώθηκε, μου έπιασε τα χέρια και μου τα γύρισε προς τα πίσω. Αν μπορεί, ας έρθει να σ’ ελευθερώσει ο Χατζεφεντής, μου είπε. Το αισθάνθηκα σαν βλασφημία. Κούνησα έτσι λίγο τα χέρια μου και τινάχθηκε πέρα.
Μετά, σαν αντίδραση πήδησε ψηλά και πήγε να με χτυπήσει με το πόδι του, αλλά το πόδι του σταμάτησε κοντά στο πρόσωπό μου, σαν να βρήκε ένα αόρατο εμπόδιο! Με φύλαξε ο Θεός! Την νύχτα τον κράτησα και κοιμήθηκε στο κελλί μου. Οι δαίμονες, τον έσυραν μέχρι κάτω στον λάκκο και τον έδειραν, για την αποτυχία του. Το πρωί σε κακή κατάσταση, τραυματισμένος, γεμάτος αγκάθια και χώματα, ομολογούσε: Με έδειρε ο Σατανάς, γιατί δεν μπόρεσα να σε νικήσω. Κάποια άλλη μέρα λοιπόν, που είχε έρθει ο Γιωργάκης και συζητούσαμε στην αυλή της καλύβας μου, εμφανίστηκε ένα φίδι. Αυτό το ευλογημένο, με επισκεπτόταν τακτικά.
Ερχόταν κι έπινε νερό, από ένα βαρέλι, που είχα στην αυλή. Μόλις το είδε ο Γιωργάκης, όρμησε κατ’ ευθείαν κατ’ επάνω του, με σκοπό να το σκοτώσει. -Τι πας να κάνεις, ευλογημένε; Του είπα. -Θα μας τσιμπήσει, άφησέ με να το σκοτώσω, ξέρω πού ακριβώς πρέπει να το χτυπήσω, για να πεθάνει ακαριαία. Γνωρίζω πού ακριβώς, πρέπει να κτυπήσω το κάθε ζώο, ακόμη και την μέλισσα, για να τη σκοτώσω. -Όχι, ευλογημένε, δεν θα μας πειράξει. Έρχεται τακτικά κοντά μου, πίνει νερό, το ταΐζω και φεύγει. Πλάσμα του Πανάγαθου Θεού, είναι κι αυτό».
Ο Γέροντας, είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την φύση και τα πλάσματά της. Ζούσε θαρρείς, σε μια προπτωτική κατάσταση. Αγαπούσε τόσο πολύ τα πουλιά, μιλούσε μαζί τους, κουβέντιαζε, τα θεωρούσε ψαλμωδούς του Δημιουργού. Θεωρούσε και τον εαυτό του μέλος της φύσης, σε προ πτωτική κατάσταση. Ο άνθρωπος, ήταν πλασμένος να ζήσει στον παράδεισο, μαζί με τα ζώα, τα πτηνά, τα φυτά, σε μια αρμονική κατάσταση. Αυτό που ζούμε σήμερα, είναι η μεταπτωτική κατάσταση και το μεθύστερο θέλημα του Θεού.
Η παρακοή, έγινε η αιτία, που ο άνθρωπος ζει την κατάσταση της δυσαρμονίας, έγινε εχθρός των ζώων και της ίδιας της φύσης. Τα ζώα, δεν ήταν άγρια όπως είναι σήμερα και δεν υπήρχε η έχθρα, ανάμεσα στα πλάσματα Του Θεού. Οι επισκέψεις του Γιωργάκη, γινόταν όλο και πιο τακτικά. Το ίδιο και οι επισκέψεις του διαβόλου. Δεν μ’ άφηνε σε ησυχία, έλεγε ο Γέρων Παΐσιος· o πόλεμος από αόρατος, έγινε πλέον ορατός. Σαν λυσσασμένο σκυλί περιφερόταν. Δεν μπορούσε να το χωνέψει, πως ένας οπαδός του, που είχε φθάσει σε τέτοια στάδια της ευσέβειάς του και με τέτοια προνόμια, μπορούσε να αποστατήσει και να φύγει από κοντά του.
Αντιλήφθηκε ο διάβολος, ότι ο μέχρι πριν λίγο οπαδός του, διέκρινε κάποιες διαφορές, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, στην αγάπη και το μίσος, την ταπείνωση και τον εγωισμό. Άρχισε να χάνει λοιπόν έδαφος και προσπαθούσε με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον, να κρατήσει την ψυχή του Γιωργάκη, που μέρα με την μέρα, έβλεπε να την χάνει. Ήθελε να με τρομάξει, είπε ο Γέρο-Παΐσιος και κάποια μέρα, ήρθε και μου κτύπησε την πόρτα του κελλιού. Όπως ήταν φυσικό, πήγα και άνοιξα. Ακριβώς απέναντι από την εξώπορτά μου, είχε ένα δενδράκι, εκεί από κάτω στεκόταν και με περίμενε ο μισόκαλος. Απαίσιος στην όψη και φοβερός. Κρατούσε στο χέρι του, μια γαλάζια σφαίρα, η οποία ήταν δεμένη σταυροειδώς με κίτρινη κορδέλα.
-Τι θέλεις; Του λέω.
-Ήλθα να σου πω, να αφήσεις ήσυχο τον Γιωργάκη, διότι αυτός ανήκει σε μένα και δεν πρόκειται να μου τον πάρετε.
-Ο Γιωργάκης είναι μια ψυχή του Θεού και σ’ Αυτόν ανήκει. Θα κάνουμε τα αδύνατα δυνατά, για να γυρίσει πίσω. Με την παρουσία του αυτή, για άλλη μια φορά, ήθελε να με τρομάξει, ώστε να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Πράγματι, αποκρουστική και τρομακτική η εμφάνισή του και φεύγοντας, άφησε μια βρώμα, μια δυσωδία, που δεν περιγράφεται με λόγια. Κόντεψα να λιποθυμήσω. Έκλεισα την πόρτα και μπήκα μέσα στο κελλί μου.
-Γέροντα, γιατί εμφανίστηκε έτσι, ρωτήσαμε. -Να σας πω, η γαλάζια σφαίρα που κρατούσε στο χέρι του, συμβολίζει την γη, την οποία την εξουσιάζει και είναι κυρίαρχος αυτήν την στιγμή. Η κίτρινη κορδέλα, συμβολίζει το δέσιμο, που της έχει κάνει. Όντως παιδιά μου, ο σατανάς είναι κυρίαρχος της γης, παρασύρει κάθε μέρα, πάρα πολλούς ανθρώπους στην αμαρτία, την έχει κάνει μόδα την αμαρτία, πλημμύρισε η γη από αυτήν.
Μετά την πτώση ο άνθρωπος, απέκτησε την τάση και την ροπή προς την αμαρτία, αυτό το γνωρίζει ο διάβολος και εκμεταλλεύεται αυτήν την αδυναμία του ανθρώπου και όλα αυτά συμβαίνουν για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι επιτρέπει ο Θεός και δεύτερον, διότι λειτουργεί σε απόλυτο βαθμό, το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, είναι ελεύθερος να διαλέξει: Τον Θεό ή τον διάβολο, την αρετή ή την αμαρτία. Δεν είναι άραγε αξιοπερίεργο το γεγονός, ότι ο άνθρωπος αφήνει την ομορφιά του Θεού και προσκολλάται στον κακάσχημο και αηδιαστικό σατανά; Δεν θέλει την γλυκύτητα της χάριτος, την ειρήνη, την αγάπη και την γαλήνη του Θεού και προτιμά την πίκρα της αμαρτίας, την ταραχή και το μίσος. Αγαπάει τους πολέμους, πιο πολύ από την ειρήνη. Μεγάλος παραλογισμός. Λέγουν οι πατέρες, πως και τώρα ακόμη, εάν ο διάβολος ζητήσει συγχώρηση, για την εγωιστική και υπερήφανη συμπεριφορά του, θα τον συγχωρήσει ο Θεός. Παρασύρεται από το γεγονός, ότι αυτή την στιγμή έχει μεγάλη δύναμη και παρασύρει και τον άνθρωπο, στην αμαρτία και την αιώνια κόλαση. Αυτή η εξουσία που έχει, με παραχώρηση του Θεού, του δυναμώνει την υπερηφάνεια και νομίζει, πως εφόσον έχει πάρει κοντά του πάρα πολλούς ανθρώπους, θα κατορθώσει να νικήσει τον Παντοδύναμο Θεό».
Μιλούσε ο Γέροντας, ίσως για το πιο άσχημο πλάσμα της φύσης, αν και ήταν κάποτε το ωραιότερο τάγμα των αγγέλων, το τάγμα του Εωσφόρου. Στο πρόσωπό του βλέπαμε, την συμπόνια και την λύπη, γιατί ήθελε στην πλάση όλη, να κυριαρχεί η αγάπη, εφαρμόζοντας την ευαγγελική ρήση, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». «Έχει γραφτεί, πως κάποτε εμφανίστηκε ο διάβολος σε έναν ασκητή, πολύ προχωρημένο στα πνευματικά· είχε αποκτήσει μέσω της προσευχής, μεγάλη παρρησία προς Τον Θεό και του λέει:
-Θέλω να προσευχηθείς στον Θεό και να τον ρωτήσεις, αν μπορεί να με συγχωρήσει. -Βεβαίως, του λέει ο ασκητής, θα προσευχηθώ και μετά από τρεις ημέρες, έλα να σου πω την απάντηση. Πράγματι, μετά από τρεις ημέρες, εμφανίσθηκε ο διάβολος και του λέει:
-Τι έγινε, Γέροντα, είχαμε καμία απάντηση;-Ναι, του λέει, έχω μια πληροφορία, που λέει πως πρέπει να μετανοήσεις, να ζητήσεις συγχώρηση και να ομολογήσεις, πως είσαι το βδέλυγμα της φύσης, το αρχαίον κακό.
-Εγώ, να ομολογήσω πως είμαι το βδέλυγμα της φύσης και το αρχαίον κακό; Όχι, όχι, με τίποτε δεν ομολογώ και σηκώθηκε και έφυγε». Τόση ήταν η αγάπη του Γέροντα Παϊσίου, που κάποιες φορές, περνούσαν από το κελλί του προσκυνητές, για να πάρουν την ευχή του και να τον παρακαλέσουν να προσευχηθεί για κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο, διότι για παράδειγμα είχε καρκίνο. Κι αυτός προσευχόταν στον Θεό κι έλεγε: «δώσε σ’ εμένα τον καρκίνο και χάρισε στο τάδε άτομο την υγεία του». Όσες ώρες κι αν καθόσουν κοντά του, δεν υπήρχε περίπτωση να πάρεις εύκολα, την απόφαση να φύγεις. Σφουγγάρι Της Χάριτος Του Θεού, ο Γέροντας, που όσο το σφίγγεις, τόσο πιο πολύ χάρη παίρνεις. Αυτό έκανα κι εγώ και ρωτούσα και ξαναρωτούσα, για να γευθώ μερικές γλυκές σταλαγματιές της χάριτος. Άλλωστε λέει στη γραφή, «έλεγχε σοφόν και αγαπήσει σε, δίδου σοφώ αφορμήν και σοφότερος έσται» (Παροιμίαι θ΄8-10 ). Μας καθήλωνε, με τις σοφές απαντήσεις που έδινε, στα καυτά ερωτήματά μας· γιατί το ένα, γιατί το άλλο. Είχε για όλα, απαντήσεις, Τα είχε μέσα στο μυαλό του, πολύ καλά τακτοποιημένα, με την χάρη Του Θεού. Δεν υπήρχε κανένα κενό, καμία απορία. Χριστός μας χρειάζεται έλεγε και να μας σκεπάζει η Παναγία. Την Κυρία Θεοτόκο, την υπερλάτρευε, αλλά και η χάρη Της δεν τον εγκατέλειπε. Αρκετές φορές μάλιστα, την είδε και ομολόγησε πως μοιάζει καταπληκτικά, με την εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολυμήτισσας. Πολλές φορές αξιώθηκε και είδε το άκτιστο φως. Ο Γέροντας, είχε φοβερό χιούμορ. Κάποτε, τον επισκέφθηκε μια παρέα νεαρών, για να πάρει την ευχή του και κάποιος της παρέας, από περιέργεια να γνωρίσει έναν σύγχρονο άγιο, λέει στον Γέροντα:
-Γέροντα, έχω ακούσει πως κάνεις θαύματα, είναι αλήθεια;-Αλήθεια είναι, είπε ο Γέροντας, γελώντας. -Θα μας κάνεις ένα θαύμα τώρα, για να δούμε;-Βεβαίως, απάντησε· θα πας στην κουζίνα και θα μου φέρεις ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι, θα σου κόψω το κεφάλι και μετά θα στο κολλήσω. -Όχι, όχι Γέροντα, δεν θέλω. Προφανώς ο νεαρός, δεν ήξερε πως τα θαύματα, δεν γίνονται για προβολή και επίδειξη, παρά μόνο γίνονται, μετά από πολύ προσευχή και για ωφέλεια κάποιας ψυχής. Πάνω στο τραπεζάκι, είχε ο Γέροντας ένα μπωλ με λουκούμια και δροσερό νερό και κάθε τόσο έλεγε:
-Πάρτε και κανένα λουκουμάκι.
-Πήραμε, Γέροντα, φθάνει.
-Πάρτε, ακόμη ένα δεν πειράζει, πάρτε κι άλλο. Χουβαρδάς ο Γέροντας, μας γλύκαινε με τον γλυκό τον λόγο και με τα λουκούμια του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πως περιέπαιζε τον διάβολο και τον αποκαλούσε περιπαιχτικά, «νταγκαλάκι» δηλαδή διαβολάκι, πειραχτήρι. «Τον δέρνει, μας έλεγε, τον Γιωργάκη ο διάβολος. Δεν τον αφήνει σε ησυχία, τον ταλαιπωρεί. Τι φταίει όμως κι αυτό το καημένο, μήπως δική του επιλογή ήταν, αυτό που ήταν; Άλλος φρόντισε γι’ αυτό… Παρ’ ότι τον βασανίζει, τον ταλαιπωρεί, τον πολεμάει, αυτό το καημένο προσπαθεί, θέλει να απαλλαγεί, θέλει να ξεκόψει. Ο Θεός, να βάλει το χέρι Του».
Όσο χρόνο συζητούσαμε με τον Γέροντα, δεν μας ενόχλησε κανείς. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, πως όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στο καταχείμωνο, και η παρέα ήταν τόσο ευχάριστη, που καταλαβαίναμε, πως και ο Γέροντας καθόταν ευχαρίστως μαζί μας. Όταν η παρέα είναι ευχάριστη και άκρως ενδιαφέρουσα, ο πανδαμάτωρ χρόνος κυλά πάρα πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να μην έχουμε καταλάβει, πότε έφθασε κιόλας, η δύσκολη ώρα του αποχωρισμού. Έπρεπε άλλωστε, να διανύσουμε μια αρκετά μεγάλη απόσταση με τα πόδια, ως το μοναστήρι που έμελλε, να μας φιλοξενήσει την νύχτα. Πήραμε την ευχή του Γέροντα και μας ευχήθηκε, να πάμε στην ευχή Του Χριστού και της Παναγίας. Στην πορεία προς την ιερά μονή Σταυρονικήτα, σχολιάζαμε τα όσα είχαν λεχθεί, στο ασκητήριο του Γέροντα Παϊσίου.
Και εκείνο που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν η φράση:«Εύχομαι παιδιά μου, όσοι θα πάνε στην κόλαση, να μην βλέπουν το πρόσωπό του, γιατί είναι απαίσιο και φοβερό»Έπρεπε από αυτή την στιγμή, να βάλω μια νέα αρχή, να ξεκινήσω έναν αγώνα, για την αγάπη του Χριστού. Δύσκολο; Έπρεπε να διαλέξω, να πάρω γενναίες αποφάσεις. Κάνοντας την ανασκόπηση της πρώτης ημέρας, στο Θεοτοκοβάδιστο Όρος, αισθανόμουν πλημμυρισμένος, από ένα αίσθημα χαράς και ικανοποίησης, διότι γνώρισα έναν Άγιο Γέροντα, άκουσα φοβερές αλήθειες, που άγγιξαν τα μύχια της ψυχής μου, αγαλλίασε το είναι μου και δροσίστηκα, από την πνευματική δροσιά του.
Φύσηξε την μικρή σπίθα, που υπήρχε μέσα μου και άρχισε να φουντώνει η φλόγα της αγάπης, προς τον Χριστό και την Πανυπερευλογημένη Θεοτόκο, την προστάτιδα του Αγίου Όρους και όλης της πλάσης. Τα πόδια μου, λες και δεν πατούσαν στην γη. Νόμιζα, πως έκανα χαμηλή πτήση. Έτσι αισθανόμουν, πως περπατούσα ανάλαφρα από χαρά, αν και είχα αρκετό φορτίο. Η ημέρα, έφτανε στο δείλι, κι εμείς αφού φύγαμε από το κελλί του Γέροντα, πορευτήκαμε για την Μονή Σταυρονικήτα. Καθώς βασίλευε πίσω μας ο ήλιος, φάνηκε στο βάθος του ορίζοντα, ο βυζαντινός πύργος της Μονής Σταυρονικήτα και το τοπίο ήταν μοναδικό, για να βγούμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες.
Τότε ακριβώς διαπιστώσαμε, πως με την κουβέντα στο κελλί, ξεχαστήκαμε και δεν φωτογραφηθήκαμε με τον Γέροντα. Μετά από μικρή πορεία, φθάσαμε στο πρώτο μοναστήρι, που θα μας φιλοξενούσε. Η υποδοχή που μας έγινε, ήταν υποδειγματική. Ο «αρχοντάρης», έτσι λέγεται ο αρμόδιος μοναχός, που έχει το διακόνημα της φιλοξενίας, ήταν πρόσχαρος, καλοσυνάτος και φιλικότατος. Αφού μας κέρασε το καθιερωμένο τσίπουρο με το λουκούμι, μάς οδήγησε στα κελλιά μας, δηλαδή τα δωμάτιά μας, τα οποία ήταν πολύ καθαρά και περιποιημένα.
Αμέσως μόλις τακτοποιηθήκαμε, ο αρχοντάρης μας περίμενε έξω από το καθολικό, για να προσκυνήσου-με τα άγια λείψανα και τις άγιες εικόνες, που είναι η παρηγοριά και οι προστάτες των μοναχών. To μοναστήρι επιβλητικό, σαν παλαιό μεγαλόπρεπο αρχοντικό, βγαλμένο μέσα από το χρόνο, φάνταζε αγέρωχο με τον βυζαντινό του πύργο, κτισμένο στην ανατολική πλευρά του Αγίου Όρους, με θέα καταπληκτική, την καταγάλανη ταραγμένη θάλασσα του βορείου Αιγαίου. Είναι κτισμένο με τέτοιο τρόπο, που προστατεύει τους μοναχούς από τους εχθρούς, με το «καθολικό» στην μέση του μοναστηριού, όπου τελούνται οι ακολουθίες του εικοσιτετραώρου.
Ο περικαλλής ναός, σταυροειδής μετά τρούλου, αγιογραφημένος με περίτεχνες αγιογραφίες, δη μιουργεί με τις ψαλμωδίες των μοναχών, τις πλέον κατάλληλες συνθήκες, για να απογειωθούν οι ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών, σε σφαίρες ουράνιες. Μας ρώτησε ο αρχοντάρης, εάν θα θέλαμε να παρακολουθήσουμε την νυκτερινή ακολουθία και του απαντήσαμε θετικά. Στις τέσσερις τα χαράματα, κτύπησε την πόρτα κάποιος μοναχός, φωνάζοντας την φράση: «δι’ ευ χών». Αυτό ήταν ένα μήνυμα, πως έπρεπε να σηκωθούμε και να κατέβουμε στον ναό.
Ο ναός, φωτίζονταν από το λιγοστό φως των καντηλιών και των κεριών και σαν σκιές οι μοναχοί, κινούνταν στο μισοσκόταδο και αφού προσκυνούσαν τις εικόνες, καθόντουσαν στην καθορισμένη θέση τους. Η ατμόσφαιρα, ήταν κατανυκτική με το χαμηλό φως των καντηλιών και οι μελωδικές ψαλμωδίες των μοναχών, συντελούσαν ώστε ο κάθε πιστός, να έλθει σε ψυχική ανάταση. Δεν υπάρχει περίπτωση, να μείνει ασυγκίνητος κάποιος, κάτω από αυτές τις όμορφες συνθήκες. Μετά από τις συγκινητικές στιγμές που ζήσαμε και την πληρότητα που νοιώσαμε στην ψυχή μας, ήλθε η ώρα, να τραφεί και το σώμα. Απέναντι από τον ναό, υπάρχει η τράπεζα, όπου μετά την λειτουργία οι μοναχοί και οι προσκυνητές περνούν, για να πάρουν ένα πλήρες γεύμα.
Μετά την ψυχική τροφή, φροντίζουν και για την σωματική. Την ώρα του φαγητού, γίνεται ανάγνωση, -από τον εντεταλμένο μοναχό -πατερικών κειμένων, με σκοπό, να μην απορροφούνται οι μοναχοί στο φαγητό και στη γαστριμαργία, με τα τερψιλαρύγγια γεύματα, αλλά να είναι ο νους στραμμένος, ακόμη και την ώρα του φαγητού, στα πνευματικά. Αμέσως μετά, γίνεται ξανά προσευχή και οι μοναχοί αποχωρούν από την τράπεζα, για τα διακονήματά τους, (εργασίες που έχουν αναλάβει υπεύθυνα, στην αρχή της χρονιάς). Άλλος ασχολείται με τον κήπο, άλλος με την αγιογραφία, άλλος με τις μέλισσες και ούτω καθεξής. Διδάσκονται από την φύση οι μοναχοί και σαν τις μέλισσες κι αυτοί, εργάζονται αθόρυβα και παράλληλα προσεύχονται νοερά, λέγοντας την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
http://www.eikonografies.com/apo-to-thivet-sto-agion-oros-sto-geronta-pesio/







![Γερουσιαστής [Sen.] Ron Johnson Η συγκάλυψη των παρενεργειών των εμβολίων είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο της ζωής μας](https://www.triklopodia.gr/wp-content/uploads/2026/06/Ron-Johnson-120x86.webp)
