Φαίνεται πως η χώρα στην προχωρητική της ασυνέχεια παίζει όλα τα χαρτιά της, έτσι καταλαμπές και γκρίζες ζώνες καλύπτουν όλες τις εξελίξεις της.
Ανοχύρωτη από παντού. Η εγκληματικότητα κτυπάει κόκκινο, δολοφονίες και οργανωμένο έγκλημα σαρώνουν την επικράτεια. Και ο αρμόδιος υπουργός άλαλος αρκείται σε καταδικαστικές δηλώσεις.
Γιατροί πολύτιμα εργαλεία της εξουσίας σπέρνουν τον πανικό στο ξεδίπλωμα της πανδημίας. Ο φόβος σκεπάζει τα πάντα και ριπιδωτά κύματα τρόμου καλύπτουν σώματα και ψυχές.
Η δημοκρατία πυροβολημένη από αποφάσεις και εγκυκλίους τη συναντάμε μόνο στα εγχειρίδια και όχι στον καθημερινό μας βίο. Εξάλλου το σύστημα της μετα-ανθρωποποίησης τη βλέπει σαν αρχαία σκουριά.
Το νέο υποκείμενο στην ιστορία ζυγίζεται μεταξύ απανθρωπισμού, μισανθρωπισμού, υπανθρωπισμού και παλιανθρωπισμού. Κάτι από όλα και όλα μαζί δένουν τη «νυχτερινή ημέρα όπως θα έλεγε και ο Πλάτων.
Ο έλληνας πολίτης συνήθισε τα δεσμά του εδώ και χρόνια ήδη από την εποχή των μνημονίων έχασε όλες τις ορμόνες της χαράς του και μαζί όλες τις δημοκρατικές του ευαισθησίες.
Ο μονήρης τρόπος του να ζεις μέσα στα άλυτα προβλήματα έκτισε την ιστορική μας πορεία. Η Οικονομική κρίση και η υγειονομική κρίση έγιναν οι καταιγίδες που βούλιαξε το νόημα, η ευαισθησία, το όραμα. Όλα κρεμάστηκαν στο αμήχανο παρόν της κρίσης. Ο ποιητής έγραφε: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό». Γ. Σεφέρης.
Η ζωή τώρα πια επιτίθεται προκαταβολικά στις αξίες της. Όλα γίνονται ασύμμετρες απειλές, η διεκδίκηση για ισότητα καλείται υπερβολή, η ασυλία σε πρόσωπα και θεσμούς που διαχειρίζονται τη τύχη μας έχει τη τιμητική της, το δικαίωμα για άλλη άποψη περιθωριοποιείται, η μονοφωνία πάνω από όλα, οι εικόνες που λαμβάνεις κάθε μέρα είναι οι εικόνες από τους θαλάμους των νοσοκομείων. («Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα /Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται… /Φεύγει ο κόσμος, /είμαι σ’ ένα κύμα του… Μα ποια βουή, /ποιο σπήλαιο είναι αυτό/που καλεί την αγνότητα Γλάρου… Ο. Ελύτης.)
Τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν τραγωδία και μόνο, καλά τα έλεγε ο γέρο Μάρξ. Οι πρώτοι Χριστιανοί με τους διωγμούς, οι απογραφές των Εβραίων το 1933, οι Καποτζιανοί του 1976-1979 και πολλοί άλλοι νεομάρτυρες της ιστορία ξαναμπαίνουν στο προσκήνιο του γίγνεσθαι. Όχι με την αγριότητα των άλλων εποχών αλλά με την εκλέπτυνση της πλύση εγκεφάλου και της υποχρεωτικότητας, την απομάκρυνσης από την κανονικότητα της ζωής.
Ξαναστήνουν διχασμούς μεταξύ σωφρονισμένων και ανυπόταχτων. Φτιάχνουν τους εμβολιασμένους Χμέρ και τους αντιφρονούντες ανεμβολίαστους. Μια νέα Τσεμπλίνκα, ένα νέο Κέλμνο, μια νέα Κολιμά, τηρουμένων των αναλογιών ετοιμάζονται να ξαναζωντανέψουν.
Ακόμη και ο Τα Μοκ (ο σεβάσμιος πρώην βουδιστής παππούς) των Χμέρ υπάρχει στη σύγχρονη μεταλλαγή της ιστορίας. Σήμερα ο Τα Μοκ είναι από τους πλουσιότερους στο κόσμο. Είναι Αμερικανός φοράει γαλιά με παραδοσιακό σκελετό έχει ένα ρυτιδιασμένο πρόσωπο και θέλει να γίνει αρχάγγελος της υγείας όλου του πλανητικού πληθυσμού. Ετοιμάζει ένα νέο στρατό, εκείνο των εμβολιασμένων Χμέρ. Θέλει να φτιάξει γι’ όλους του υπόλοιπους που αρνούνται τον εμβολιασμό την Αρχή εκείνη που υπάρχει στη Δίκη του Κάφκα. Μια Αρχή που δεν θα αναζητά το έγκλημα αλλά θα έλκεται από τους ενόχους της άρνησης. Της άρνησης να εμβολιαστούν.
Οι πρόθυμοι κυβερνήτες των χωρών είναι παντού, και ακολουθούν το νέο Μοκ, έτσι ο ζοφωμένος ορίζοντας απλώνεται όλο και περισσότερο. Εμείς εδώ που έχουμε συνηθίσει την καφκική ανθρωπολογία και κοσμολογία για πάνω από μια δεκαετία με μνημόνια και χαμένες ευκαιρίες ξέρουμε τη σημαίνει να απαξιώνεις τη ζωή και να σωρεύεις χιλιόμετρα κατοχής. Έτσι σαν πρόθυμοι από παλιά και «μεγαλόψυχα αποδεικνύουμε μόνοι πόσο ηλίθιοι είμαστε» καθώς μας έλεγε ο Νίτσε.
Αυτή η ιστορία με το κυνήγι της βιοπολιτικής στους σύγχρονους αντιρρησίες θυμίζει το διήγημα του Πόε «Ο άνθρωπος του πλήθους» που αναφέρεται σ’ έναν άνθρωπο που γίνεται περισσότερο ύποπτος όσο πιο δυσκολότερο είναι να εντοπιστεί. Όσο υπάρχουν σήμερα αρνήσεις (ποτέ και πουθενά χωρίς δεν έλεγε ο Πεσσόα)τόσο πιο ύποπτοι είμαστε.
Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής φιλοσοφίας.




