«Είναι αλήθεια ότι δεν είσαι υπεύθυνος για το ποιος είσαι, αλλά είσαι υπεύθυνος για αυτό που κάνεις με αυτό που είσαι.» Ζαν Πωλ Σαρτρ
Ο πολιτικός πάντα θα φοράει το καπίστρι της ευθύνης και το γκέμι της απολογίας. Αυτός είναι ο κανόνας της πολιτικής κουλτούρας ανεξάρτητα αν οι πολιτικοί λειτουργοί επιθυμούν να αποδεσμευτούν από τις ευθύνες και να τις μετακυλήσουν παντού απαλλασσόμενοι οι ίδιοι από εκείνες που τους αναλογούν.
Την αναστραμμένη προοπτική της πολιτικής ευθύνης τη γνωρίζουμε χρόνια. Η απώλεια της ευθύνης και η μη ανταπόδοση της τιμωρίας έχουν καταστεί πλέον ανεκτές τιμές του πολιτικού μας βίου. Από το πολύνεκρο ναυάγιο του «Εξπρές Σάμινα» ως τη τραγωδία των Τεμπών βλέπουμε να βουλιάζει η πολιτική ευθύνη στην ακένωτη αδιαφορία.
O Γάλλος στοχαστής Πωλ Ρικέρ στο δοκίμιο του η «Έννοια της Ευθύνης» 1998, γράφει ότι η ευθύνη αποτελεί συνοδευτικό της ανθρώπινης πράξης και προϋποθέτει πάντα έναν καταλογισμό. Στην ίδια γραμμή κινείται και η Αμερικανίδα φιλόσοφός Μάρθα Ναουσμπάουμ θα υποστηρίξει ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί η ευθύνη από την ενοχή. Μάλιστα σε μια ανοιχτή συζήτηση με την επίσης Αμερικανή πολιτική φιλόσοφό Άιρις Μάριον Γιούνγκ θα πει ότι υπάρχει μια προσωποποιημένη ευθύνη ακόμη και στις συλλογικές δράσεις. Ο Χανς Γιώνας ακτινογραφώντας την ευθύνη στη σύγχρονη εποχή έγραφε «Δεν πρέπει ποτέ οι επικίνδυνες πράξεις μας να
διακυβεύουν την ύπαρξη ή τη φύση του ανθρώπου..Να ενεργείτε έτσι ώστε τα αποτελέσματα της δράσης σας να είναι συμβατά με τη μονιμότητα της γνήσιας ανθρώπινης ζωής» Και τέλος ο και ο Μαξ Βέμπερ στο δοκίμιο του η «Πολιτική ως Επάγγελμα» μιλούσε για την ηθική της ευθύνης στην πολιτική, τονίζοντας ότι η φιλοδοξία του πολιτικού θα πρέπει να είναι «η συμμετοχή στην εξουσία ή η άσκηση κάποιας επιρροής στην κατανομή της ορθής εξουσίας, λειτουργώντας με υπευθυνότητα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και πάντα στα πλαίσια των ηθικών ορίων.»
Αλλά τα παραπάνω θεωρητικά υψίπεδα των δασκάλων της γνώσης φαίνεται πως πάνε περίπατο στο πάρκο της αδιαφορίας και της αδράνειας της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας. Εδώ ο ρυθμός της πολιτικής πρακτικής επινοεί αλλόκοτες αξιωματικές παραδοχές και έτσι δε νιώθουμε την ανάγκη να στηρίζουμε τέτοια θεωρητικά εργαλεία γιατί κρίνουμε ότι αποτελούν αφηρημένες ενασχολήσεις.
Εξάλλου συνηθίσαμε να ρίχνουμε στο έλος κάθε προβληματισμό, κάθε επινοητικότητα, που πάει πέρα από τη συνήθεια μιας εγχώριας τάξης πραγμάτων. Επιπλέον ουδείς ευθύνεται για ό,τι έχει συμβαίνει. Έτσι προσγειώνουμε το βλέμμα μας κάθε φορά στη διάταξη των συμβιβασμών και της σχηματοποιημένης παραδοχής.
Δείτε για παράδειγμα τι συμβαίνει με την τραγωδία των Τεμπών. Κάποιοι πασχίζουν να δημιουργήσουν τις εξαιρέσεις των ευθυνών. Εξάλλου η γραμματική μορφή της πολιτικής ηγεσίας μας ακουμπά την αντιστρεπτή ηθική εδώ και καιρό. Το ζήσαμε και με τις υποκλοπές ουδείς ευθύνεται, αλλά και με το Μάτι. Η πολιτική ηθική διατυπώνεται απλώς ως μορφή «διαδικαστικών περιορισμών» χρόνια τώρα από όλες τις κυβερνήσεις. Κανένα ένστικτο σκοτεινής ενοχής δε θα πρέπει να δημιουργείται στους πολιτικούς. Έτσι το ερώτημα κατά πόσο θεωρείται υπεύθυνος ένας υπουργός, ένας πρωθυπουργός, φαίνεται αστείο. Γιατί είναι υπεράνω υποψίας ο οποιοσδήποτε πολιτικός ακόμη και αν εκείνος έχει βουτήξει στο βαθύ πηγάδι της τεκμηριωμένης ευθύνης. Οι έννοιες της λογοδοσίας, της ευθύνης, της ενοχής, ανήκουν πλέον σε παραδοσιοκρατικά ιδεολογήματα και όχι σε μια εποχή όπως η δική μας. Σήμερα η πολιτική ευθύνη αναφέρεται σε πραγματολογικές βάσεις που δε συγκροτούν αξιολογικές προτάσεις.
Η παραπάνω πορεία καθίζησης της πολιτικής ηθικής, φαίνεται να βρίσκει σύμμαχο και μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Αφημένος ο ελληνικός λαός σε μια δοξαστική κωδίκωση του γενικού ξοδέματος της ζωής, ως δαπάνη, απώλεια, θυσία, σπατάλη, αλλά και ως προσωπικό συμφέρον που περνά μέσα από το πολιτικό πελατειακό παιχνίδι ουδετεροποιεί τις αξίες και τις καθιστά αδιάφορες, μη μετρίσιμες και διαρκώς εξορισμένες από την αναγκαιότητα.
Έτσι εξηγείται γιατί αρχικά ο ελληνικός λαός κοιτάζει τη φρίκη με απορία για όσα ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια του, αλλά στη συνέχεια συναιρεί θύτες και θύματα και συγχωρεί. Όλο αυτό συμβαίνει ως αποτέλεσμα της δηλητηριασμένης συνήθειας του, και της παραπαίουσας συναινετικότητας του. Έτσι και αλλιώς βρισκόμαστε σε μόνιμη ηθική νεκροφάνεια, ζώντας το απόλυτο κενό των ευθυνών και τη μηδενική βαρύτητα του ορατού της πραγματικότητας.
Την ίδια στιγμή η «ακράτεια» του politically correct μεταρρυθμίζει ότι παλιά εθεωρείτο ως γενική κατάκτηση και κατανόηση της πολιτικής ηθικής. Χαράσσοντας έτσι μια νέα απαίτηση για διόρθωση ή μετάλλαξη της προσωπικής ευθύνης που γίνεται συλλογική πλέον ευθύνη και απομακρύνεται από το εννοιακό και συμβολικό περιεχόμενο των πολιτικών στάσεων και συμπεριφορών της πολιτικής κουλτούρας του παρελθόντος. Καθιστώντας όλη εκείνη την πολιτική κληρονομικότητα (που λειτουργούσε ως άγρυπνη φρουρά) και απαιτούσε απολογισμό από τα πολιτικά πρόσωπα για τα έργα τους, προσποιητή και αδιάφορη ενός βεβαρημένου παρελθόντος.
Ο δε συμψηφισμός που αναζητείται σήμερα αποτελεί αφιονοτόπι συγκάλυψης και λύτρωσης, δείγμα ότι ο ηθικός θάνατος έχει καλύψει όλες τις πολιτικές προοπτικές του τόπου μας, που μπορεί βέβαια η πολιτική ευθύνη να αντικρίζεται, να αναγνωρίζεται, αλλά να μην αγγίζεται.
Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας





