Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου*
Η Ελλάδα δεν έχει απέναντί της απλώς μια ρητορικά οξυμένη Τουρκία που αποφάσισε ξαφνικά να «στερέψει τα ήρεμα νερά» στο Αιγαίο, ένα αφήγημα που οδήγησε τον λαό μας σε μία απατηλή μακαριότητα. Είναι αδικαιολόγητοι όσοι «αιφνιδιάζονται»! Έχουμε απέναντί μας μια χώρα που εδώ και χρόνια αναπτύσσει, με συνέπεια και συνέχεια, μια επιθετική στρατηγική με σαφείς στόχους, μέσα και εργαλεία πίεσης. Μία στρατηγική η οποία, υπό συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε θερμή σύγκρουση.
Εάν αύριο υπάρξει κρίση, η Ελλάδα θα είναι προετοιμασμένη ή θα δηλώσει αιφνιδιασμένη; Το δεύτερο θα ήταν πολιτικά και στρατηγικά αδιανόητο από την στιγμή εδώ και χρόνια η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επαναλαμβάνει ότι η τουρκική απειλή βρίσκεται στον πυρήνα της εθνικής αμυντικής πολιτικής.
1ο Ερώτημα: Υπάρχει Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας;
Το πρώτο ερώτημα είναι θεσμικό. Υπάρχει Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας και πώς αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις ανάπτυξης, αποστολής και χρησιμοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων; Από εδώ ξεκινούν και καταλήγουν όλα. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει όπως δεν υπάρχει και Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας για να την εκπονήσει παρά το ότι ο Πρωθυπουργός πριν τις εκλογές του 2019 είχε δεσμευτεί για την συγκρότηση του.
Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας διαθέτει θεσμικά οργανωμένο μηχανισμό Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Εθνικού Αμυντικού Σχεδιασμού, ενώ το ΚΥΣΕΑ έχει κεντρικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων για την εθνική άμυνα, τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων, τα μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα και την ανάπτυξη των δυνάμεων. Η Πολιτική Εθνικής Άμυνας ως θεσμικό κείμενο όμως πάει πίσω…16 χρόνια και ουδόλως λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες γεωπολιτικές συνθήκες και το πιο βασικό πως είναι η Τουρκία σήμερα και ότι έχει αναπτυχθεί η στρατηγική κουλτούρα «ότι ήλθε η ώρα να αποκατασταθούν τα ιστορικά και γεωγραφικά λάθη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο»
Αυτοί οι έστω κουτσουρεμένοι θεσμοί παράγουν άραγε κάποια συγκεκριμένη στρατηγική και ποια επιχειρησιακή πραγματικότητα δημιουργείται; Και εδώ δεν αρκούν οι παρουσιάσεις, τα διαγράμματα, οι εξαγγελίες και οι εντυπωσιακοί τίτλοι.
Πολλά από αυτά που παρουσιάζονται στην «Ατζέντα 2030» του κ. Δένδια με περίσσια μεγαλοπρέπεια και αυτοθαυμασμό μπορεί να είναι φιλόδοξα αλλά δεν έχουν συνάφεια και συνοχή ίσως επειδή δεν αποτελούν προϊόντα της προβλεπομένης διαδικασίας του Εθνικού Αμυντικού Σχεδιασμού και φυσικά μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος ποιους στόχους καλύπτουν. Όμως η στρατηγική δεν κρίνεται από το όνομα που της δίνουμε. Κρίνεται από το αποτέλεσμα που παράγει στο πεδίο.
2ο Ερώτημα . Ποια Στρατιωτική Στρατηγική υλοποιείται
Ποια ακριβώς είναι η Στρατιωτική Στρατηγική της χώρας; Ποια επιχειρησιακή ετοιμότητα, ποια διαθεσιμότητα και ποια πραγματική πολεμική ικανότητα έχουν δημιουργήσει οι επιλογές των τελευταίων ετών;
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσα σύγχρονα οπλικά συστήματα αγοράστηκαν. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα από αυτά είναι πλήρως επιχειρησιακά διαθέσιμα, με τι αποθέματα πυρομαχικών και δυνατότητες υποστήριξης. Τι δυνατότητα αναπλήρωσης απωλειών έχουμε και με ποια ικανότητα διοίκησης και ελέγχου. Τέλος γνωρίζουμε ποια είναι η δυνατότητα κινητοποίησης όλου του πολεμικού δυναμικού της Χώρας;
Πάντως ο πόλεμος δεν κρίνεται στην τελετή παραλαβής ενός οπλικού συστήματος, ούτε αν σε μία Φρεγάτα συνεδριάζει το Συμβούλιο Άμυνας. Κρίνεται όταν αυτό πρέπει να λειτουργήσει αποτελεσματικά, να επιβιώσει, να ανεφοδιαστεί και να πολεμήσει.
3o ερώτημα: Και εάν η Αποτροπή αποτύχει
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα. Η αποτροπή είναι αναγκαία. Αλλά η αποτροπή δεν είναι πολεμικό σχέδιο ούτε όπως λέει και ένας καλός μου φίλος «θυμιατό για να ξορκίζει το κακό»! Η αποτροπή πρέπει να στηρίζεται στην πεποίθηση του αντιπάλου (μετά από εκτίμηση) ότι, εάν επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία, το κόστος θα είναι τόσο υψηλό ώστε να μην το πράξει.
Όμως τι συμβαίνει εάν αυτή η υπόθεση αποδειχθεί λανθασμένη; Τι γίνεται εάν ο αντίπαλος εκτιμήσει ότι μπορεί να επιτύχει τους στόχους του παρά το κόστος;
Τότε η Ελλάδα πρέπει να έχει έτοιμη την απάντηση. Δεν μπορεί το στρατηγικό δόγμα να τελειώνει εκεί όπου τελειώνει η αποτροπή. Χρειάζεται σαφής και αξιόπιστη δυνατότητα αντιμετώπισης της σύγκρουσης εάν αυτή επιβληθεί.
4ο Ερώτημα : Πόσο γρήγορα μπορεί να κινητοποιηθεί η Χώρα
Πόσο χρόνο χρειάζεται η Ελλάδα για να περάσει από την ειρήνη στην πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη; Πόσες ημέρες; Ποια είναι η πραγματική κατάσταση της εφεδρείας; Πόσοι έφεδροι μπορούν να παρουσιαστούν άμεσα; Πόσοι είναι εκπαιδευμένοι; Πόσοι μπορούν να επανέλθουν σε επιχειρησιακή κατάσταση χωρίς μακρά επανεκπαίδευση; Και κυρίως: Πόσες μονάδες μπορούν πραγματικά να αναπτύξουν πλήρη επιχειρησιακή ισχύ και σε πόσο χρόνο;
Αν και η ανάγκη αναμόρφωσης της εφεδρείας έχει αναγνωριστεί, πολλά από αυτά που γίνονται προς αυτήν την κατεύθυνση είναι αποσπασματικά και κυρίως επικοινωνιακού χαρακτήρα.
5ο Ερώτημα: Αρκούν τα σύγχρονα οπλικά συστήματα αλλά και άλλα παλαιότερα χωρίς πλήρη επιχειρησιακή δυνατότητα;
Η Ελλάδα δικαίως επενδύει σε σύγχρονα πλοία, αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα, drones, anti-drone συστήματα και νέες τεχνολογίες. Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης στρατιωτική αλήθεια: Η πλατφόρμα από μόνη της δεν αποτελεί πολεμική ισχύ.
Χρειάζεται όπλα και πυρομαχικά, αισθητήρες, δυνατότητες Ηλεκτρονικού Πολέμου, δικτύωση, συντήρηση και εφοδιαστική υποστήριξη, επάρκεια αποθεμάτων και πάνω απ’ όλα χρειάζεται προσωπικό μη υψηλό φρόνημα και ηθικό.
Θα επαναλάβουμε εμφατικά ότι η πραγματική αποτροπή δεν μετριέται λοιπόν από τον αριθμό των φωτογραφιών στις τελετές παραλαβής. Μετριέται από το τι έχει πειστεί ο αντίπαλος ότι μπορούμε και είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε την ώρα μηδέν.
6ο Ερώτημα: Κατά πόσο έχουμε μελετήσει τον αντίπαλο
Κανένας στρατιωτικός σχεδιασμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ακριβή γνώση του αντιπάλου. Όχι μόνο των οπλικών συστημάτων του. Αλλά της διάταξής και ετοιμότητάς του, της δυνατότητας συγκέντρωσης δυνάμεων, των δυνατοτήτων αεροπορικής και ναυτικής ισχύος, των δυνατοτήτων πυραυλικών πληγμάτων, των μη επανδρωμένων συστημάτων, του ηλεκτρονικού πολέμου, της δυνατότητας διεξαγωγής υβριδικών επιχειρήσεων και κυρίως της ταχύτητας με την οποία μπορεί να μετατρέψει μια κρίση σε στρατιωτική ενέργεια. Ούτε υπερτίμηση ούτε όμως και υποτίμηση.
Εάν ο αντίπαλος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει την κύρια ενέργειά του σε πολύ σύντομο χρόνο, τότε η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ενός αργού μηχανισμού κινητοποίησης. Η ταχύτητα αντίδρασης είναι πλέον τμήμα της αποτροπής.
Έβδομο Ερώτημα: Τι συμβαίνει με τον Στρατό Ξηράς
Μάλλον ένα από τα πλέον δυσάρεστα ερωτήματα. Μπορεί μια χώρα να διαθέτει ισχυρή Πολεμική Αεροπορία και σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό και ταυτόχρονα να αφήνει τον Στρατό Ξηράς να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες;
Η απάντηση πρέπει να είναι στρατιωτική και όχι επικοινωνιακή. Οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι ένα ενιαίο σύστημα. Αεροπορική ισχύς χωρίς χερσαία ισχύ δεν αρκεί. Ναυτική ισχύς χωρίς δυνατότητα ελέγχου και προστασίας του χερσαίου χώρου δεν αρκεί. Όπως και χερσαίες δυνάμεις χωρίς αεροπορική και ναυτική κάλυψη επίσης δεν αρκούν.
Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι ποιος Κλάδος είναι «ισχυρότερος». Το ζήτημα είναι αν το σύνολο των Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίο πολεμικό σύστημα. Η ισχύς των ΕΔ μιας χώρας είναι ίση με την ισχύ του «ασθενέστερου» Κλάδου και εδώ έχουμε τον Στρατό Ξηράς που θεωρούμε ότι έχει παραμεληθεί εγκληματικά, ειδικότερα το Πεζικό που είναι η ραχοκοκαλιά του Στρατού μας.
Όγδοο Ερώτημα : Που είναι τα «Lessons Learned»
Η Ουκρανία, η Ερυθρά Θάλασσα, η σύγκρουση Ισραήλ – Χαμάς, οι επιχειρήσεις με drones, η μαζική χρήση πυραύλων, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η ανάγκη διασποράς, η σημασία των αποθεμάτων και η ευπάθεια των μεγάλων και ακριβών πλατφορμών έχουν αλλάξει δραματικά τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.
Ποια από αυτά τα διδάγματα έχουν ήδη μετατραπεί σε πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες; Διότι άλλο η διαπίστωση και άλλο η πολεμική εφαρμογή. Άλλο η παρουσίαση, άλλο η διαθεσιμότητα και φυσικά άλλο η εξαγγελία και άλλο η ετοιμότητα.
Ένατο Ερώτημα: Προσωπικό και ηθικό αυτού
Καμία στρατιωτική δύναμη δεν μπορεί να είναι πραγματικά ισχυρή εάν δεν υπάρχει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και αν αυτό αισθάνεται ότι υποτιμάται, ότι δεν ακούγεται ή ότι χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διοικητικών και πολιτικών πειραματισμών. Και η παρούσα ηγεσία έχει επιφέρει πραγματική αναστάτωση και αβεβαιότητα
Το ζήτημα του προσωπικού δεν είναι απλώς μισθολογικό. Είναι ζήτημα, πειθαρχίας, αξιοκρατίας, επαγγελματικής προοπτικής, κοινωνικού κύρους, φρονήματος και ηθικού, και κυρίως εμπιστοσύνης στην ηγεσία και πίστης στην αποστολή!
Το ηθικό θα πρέπει να εξετάζεται αν ενισχύει ή αποδυναμώνει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα; Αν ενισχύει ή αποδυναμώνει το κύρος της στρατιωτικής ιεραρχίας; Αν δημιουργεί ή διαλύει την εμπιστοσύνη του στελέχους προς τον θεσμό;
Δέκατο Ερώτημα : Είμαστε καλά προετοιμασμένοι;
Ποιο είναι το πραγματικό επίπεδο στρατιωτικής προετοιμασίας της χώρας σήμερα; Όχι στο επίπεδο των εξοπλισμών, ούτε στο επίπεδο των εξαγγελιών και των παρουσιάσεων. Αλλά στο επίπεδο της πραγματικής πολεμικής ετοιμότητας.
Η Ελλάδα είχε μπροστά της επανειλημμένες ενδείξεις της τουρκικής στρατηγικής με πληθώρα προειδοποιήσεων. Αυτές οι προειδοποιήσεις έχουν μετατραπεί άραγε σε πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα και ισχύ;
Το ερώτημα είναι εάν η χώρα μετέτρεψε εγκαίρως αυτές τις προειδοποιήσεις σε επιχειρησιακή ισχύ.
«Δεν δικαιούμαστε» να αιφνιδιαστούμε
Εδώ δεν υπάρχει περιθώριο για παρερμηνείες. Εάν αύριο εκδηλωθεί σοβαρή κρίση με την Τουρκία, θα ακουστεί ασφαλώς η λέξη «αιφνιδιασμός». Αλλά πώς μπορεί να υπάρξει αιφνιδιασμός όταν επί χρόνια η τουρκική απειλή αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς της ελληνικής αμυντικής πολιτικής;
Πώς μπορεί να υπάρξει αιφνιδιασμός όταν έχουν προηγηθεί τόσες αναλύσεις, δηλώσεις, προειδοποιήσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, αναδιοργανώσεις και διακηρύξεις περί νέου Δόγματος Αποτροπής;
Και κυρίως, πώς μπορεί μια χώρα να ζητήσει από τις Ένοπλες Δυνάμεις της να είναι έτοιμες, εάν η ίδια δεν έχει φροντίσει να γνωρίζει με ακρίβεια πόσο έτοιμες είναι;
Χωρίς πανικό βλέπουμε κατάματα την αλήθεια.
Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί φόβος στην ελληνική κοινωνία. Το αντίθετο. Μια σοβαρή αμυντική πολιτική οφείλει να δημιουργεί εμπιστοσύνη. Και εμπιστοσύνη δεν δημιουργούν οι υπερφίαλες πανηγυρικές δηλώσεις. Την δημιουργεί η πραγματική ισχύς.
Εξυπακούεται ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζει ο πολίτης τα επιχειρησιακά σχέδια των Ενόπλων Δυνάμεων. Χρειάζεται όμως να γνωρίζει ότι, εάν η χώρα δοκιμαστεί, υπάρχει σχέδιο, υπάρχει ετοιμότητα, υπάρχει επάρκεια, υπάρχει διοίκηση, υπάρχει εφεδρεία, υπάρχουν αποθέματα και πρωτίστως υπάρχει η πολιτική βούληση να χρησιμοποιηθεί η εθνική ισχύς όταν αυτό καταστεί αναγκαίο.
Συνοψίζοντας τους προβληματισμούς μας
Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει την κρίση για να ανακαλύψει τις αδυναμίες της. Η κρίση δεν είναι η στιγμή για να ελέγξουμε την ετοιμότητα. Η κρίση είναι η στιγμή για να την αποδείξουμε.
Γι’ αυτό σήμερα, πριν από οποιαδήποτε κρίση, πριν από οποιοδήποτε θερμό επεισόδιο, πριν από οποιαδήποτε στρατιωτική δοκιμασία, η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει καθαρά: Ποια είναι η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας; Ποια είναι η Πολιτική Εθνικής Άμυνας και ποια η Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική.
Ποιο είναι το πραγματικό επίπεδο ετοιμότητας; Και πως γίνεται να υπάρχει ετοιμότητα σε Μονάδες του Στρατού Πρώτης Γραμμής όταν ο ίδιος ο κ. Δένδιας αποκάλυψε δημόσια το απαράδεκτα χαμηλό στελέχωσης αυτών χωρίς να έχει κάνει κάτι ουσιαστικό για να την αυξήσει;
Εάν αύριο συμβεί το χειρότερο, ποιος θα τολμήσει να πει ότι «δεν γνώριζε»; Γιατί η Ελλάδα δεν στερείται ούτε προειδοποιήσεων ούτε πληροφοριών ούτε εκτιμήσεων και αναλύσεων
Αυτό που μένει να αποδειχθεί είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που έχει σημασία: η μετατροπή της πολιτικής βούλησης σε πραγματική, μετρήσιμη και διαθέσιμη πολεμική ισχύ. Και τότε, σε περίπτωση κρίσης, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για δικαιολογίες ούτε για εκ των υστέρων διαπιστώσεις.
Γιατί όποιος γνώριζε την απειλή και είχε τον χρόνο να προετοιμαστεί, δεν μπορεί εύκολα να επικαλεστεί τον αιφνιδιασμό. Ήταν προειδοποιημένος. Το ερώτημα είναι εάν ήταν πράγματι προετοιμασμένος!
*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής.
ΥΓ. Πολλές από τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα και προβληματισμούς είναι γνωστές τόσο σε πολλούς από εμάς όσο δυστυχώς και στο Αντίπαλο!




