Το να μεγαλώνεις στα χέρια ποντίων προσφύγων, αξία ανεκτίμητη.
Παιδί οικονομικών μεταναστών στην τότε Δ. Γερμανία, με εμπιστεύθηκαν οι γονείς μου στα χέρια της γιαγιάς Σοφίας μόλις έξι εβδομάδων και εν έτι 1965, περί τα μέσα Σεπτέμβρη.
Χωριό μικρό, με βασανισμένους ανθρώπους, με παλαιοβυζαντινή κουλτούρα και παράλληλα με ισχυρές επιρροές από τον Οθωμανικό ζυγό. Μια λέξη καρφωμένη στο μυαλό μου, Πατρίδα, που όταν την έλεγαν συγκλονιζόταν το σύμπαν.
Στο σπίτι τρεις γλώσσες ηχούσαν ταυτόχρονα. Αρχαία, νέα ελληνικά και τουρκικά σε μια πρόταση. Άντε να βγάλεις άκρη. Μια κουλτούρα και ένας πολιτισμός έξω από τα καθιερωμένα της εδώ Ελλάδας.
Δίδαξαν αρχές και αξίες, ιερά και όσια της φυλής οι «αγράμματοι» πρόσφυγες. Ναι αυτοί που υπέγραφαν με σταυρό, γιατί ζούσαν χρόνια στα βουνά του Πόντου κυνηγημένοι, όπου το σχολείο ήταν άπιαστο όνειρο. Μα την Πατρίδα την είχαν ιερό ευαγγέλιο. Αυτά μας δίδαξαν. Να φιλάμε το ψωμί πριν το βάλουμε ξανά στην θέση του, γιατί ακόμη και αυτό τα πέτρινα χρόνια στα απάτητα βουνά του Πόντου, ήταν πολυτέλεια.
Μας δίδαξαν να σεβόμαστε το χώμα που πατάμε, γιατί το υπερασπίστηκαν με το αίμα τους. Μεγάλοι στα χρόνια, έφευγαν ένας ένας για το αιώνιο ταξίδι, μα δεν ανησυχούσαν, άφηναν πίσω τους σπόρο, νέους φρουρούς στην θέση τους. Όλα σωστά και με την σειρά που έπρεπε, όλα βαλμένα με τάξη. Πέρασαν τα χρόνια, τα παιδιά της πατρίδας μεγάλωσαν και δεν ξέχασαν. Τιμούσαν τις διδαχές εκείνων των προσφύγων, που έχασαν μια Πατρίδα και ρίζωσαν σε μια άλλη.
Μα ήρθαν δίσεκτοι καιροί, αφέντες αλλόθρησκοι σταλινοσατανικοί. Έφεραν τα πάνω κάτω, μαζί με υποταγμένους αρνησιπάτριδες, άθρησκους και άθεους, δήθεν Έλληνες. Ξαφνικά και παράλογα, έφεραν τα πάνω κάτω. Διέλυσαν τα ιδανικά που μας κληροδότησαν οι πρόσφυγες παππούδες μας, αρνήθηκαν τα ιερά και τα όσια της Πατρίδας. Διέσυραν διαχρονικές αξίες, μας ειρωνεύτηκαν, μας χλεύασαν, μας είπαν φασίστες, γιατί υπερασπιζόμασταν την Πατρίδα των προσφύγων παππούδων μας.
Μια Πατρίδα που σε κάθε πιθαμή γης μύριζε ακόμη το αίμα και τη σάρκα των υπερασπιστών της. Και αυτοί ήταν οι δικοί μας παππούδες, που έφυγαν νωρίς. Αυτή την Πατρίδα θυμάμαι, αναπολώ και νοσταλγώ. Την Πατρίδα της παιδικής μου ψυχής, που γέμιζε τα στήθη μου με την φλόγα της. Αυτή την Πατρίδα ψάχνω, την Πατρίδα…
Με θλίψη αναζητώ στην μνήμη μου εκείνη την Πατρίδα και μονολογώ όταν θυμάμαι, «ήταν κάποτε μια Πατρίδα, η δική μου Πατρίδα, η δική μας Πατρίδα…».
Πατρίδαμ αραεύωσε (σε ψάχνω), αμόν (σαν) καταραμένος…
Μιχαήλ Καϊκουνίδης, Μέλος Κεντρικής Επιτροπής Παράταξης ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ.






