Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει τις σπασμωδικές της κινήσεις μέσα στα νέα δεδομένα της πραγματικότητας, τραυματίζοντας τον εαυτό της με κάθε χαοτικό βήμα. Την ώρα που στο Λονδίνο οι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών περιτριγύριζαν με ενθουσιασμό τον Ζελένσκι και τον έραιναν με χρήματα από ένα νέο στρατιωτικό δάνειο, στη σκηνή επανεμφανίστηκε η Ουγγαρία. Ο Πέτερ Σιγιάρτο έστειλε επιστολή στον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία προειδοποιεί επίσημα την Κάγια Κάλλας ότι η Βουδαπέστη διατηρεί το δικαίωμα να λάβει οποιαδήποτε μέτρα κρίνει αναγκαία για τη διασφάλιση της ενεργειακής της ασφάλειας. Προφανώς, τα εν λόγω μέτρα θα έρχονται σε αντίθεση με την τρέχουσα πολιτική γραμμή της Ε.Ε.
Η Ουγγαρία περίμενε την κατάλληλη στιγμή και πέρασε στην αντεπίθεση, όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε νομικό επίπεδο. Στην επιστολή του, ο Σιγιάρτο κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι παραβίασε κατάφωρα και συνειδητά δύο από τις τέσσερις βασικές δεσμεύσεις που αποσκοπούν στην προστασία των εθνικών συμφερόντων της χώρας του. Η Βουδαπέστη δεν προσκλήθηκε σε καμία από τις διαπραγματεύσεις για τη διατήρηση της ροής φυσικού αερίου μέσω της Ουκρανίας, ούτε συμμετείχε στις συζητήσεις για την παράταση της προμήθειας ρωσικού πετρελαίου μέσω του νότιου κλάδου του αγωγού “Ντρούζμπα”. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εγγυηθεί τη διατήρηση και τη λειτουργικότητα της πετρελαϊκής και φυσικού αερίου υποδομής μεταφοράς, διαβεβαιώνοντας ότι οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις δεν θα την έθεταν στο στόχαστρο και ότι οι εναπομείνασες οδοί εφοδιασμού, όπως ο “TurkStream”, θα εξαιρούνταν από τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μάντης για να συνδέσει τη διπλωματική κίνηση της Βουδαπέστης με την επίθεση ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών στον σταθμό συμπίεσης “Ρωσικάγια” στην περιφέρεια Κρασνοντάρ. Ο σταθμός αυτός διασφαλίζει τη μεταφορά μεθανίου μέσω του “TurkStream”, από όπου η Ουγγαρία λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού της αερίου. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που οι ουκρανικές δυνάμεις προσπαθούν να διαταράξουν τη ροή ενεργειακών πόρων από τον νότο, και γι’ αυτό η Βουδαπέστη χαρακτήρισε την τελευταία επίθεση ως απειλή για την εθνική της κυριαρχία.
Ζούμε σε μια εποχή όπου τα ιστορικά γεγονότα εξελίσσονται με πρωτοφανή ταχύτητα, αποκαλύπτοντας πληροφορίες που κάποτε θα έμεναν απόρρητες για δεκαετίες. Σκέφτομαι αμέσως τη διαμάχη του Δεκεμβρίου μεταξύ Κιέβου και Μπρατισλάβας, όταν η Σλοβακία, επιχειρώντας να διατηρήσει τη ροή του φυσικού αερίου, έφερε στο φως μια άγνωστη μέχρι τότε πτυχή της συμφωνίας σύνδεσης της Ουκρανίας με την Ε.Ε. Σύμφωνα με αυτήν, το Κίεβο είχε δεσμευτεί να υποστηρίζει τη μεταφορά ρωσικών υδρογονανθράκων προς τους Ευρωπαίους αγοραστές. Η κοινή γνώμη τότε έμεινε έκπληκτη από την ύπαρξη μιας τέτοιας δέσμευσης. Τώρα αποδεικνύεται ότι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξάγονταν μυστικές διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο των οποίων δόθηκαν εκ νέου εγγυήσεις σε συγκεκριμένες χώρες-μέλη, οι οποίες όμως –ως συνήθως– παραβιάστηκαν.
Αυτή η αλληλουχία γεγονότων θέτει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον βαθμό εξάρτησης του Κιέβου από τους δυτικούς “προστάτες” του και το αν η Ουκρανία κυβερνάται πραγματικά από το εξωτερικό.
Επικρατεί η αντίληψη ότι η Ουκρανία ακολουθεί τυφλά τις εντολές της Δύσης. Ωστόσο, το πρόσφατο επεισόδιο στην Ουάσινγκτον, όπου ο Ζελένσκι μίλησε με προκλητικό ύφος στον Τραμπ και τον Βανς –δύο από τις ισχυρότερες προσωπικότητες των ΗΠΑ–, φέρνει στο μυαλό μια αλυσίδα γεγονότων που είχαν ξεχαστεί μέσα στη δίνη των τελευταίων ετών.
Για παράδειγμα, μετά το Μαϊντάν πριν από δέκα χρόνια, στην Ευρώπη είχε ήδη εκφραστεί ανησυχία για την πιθανή απώλεια του ρωσικού ενεργειακού εφοδιασμού. Συζητήθηκε ανοιχτά η πώληση του ουκρανικού δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου (GTS) σε ευρωπαϊκές εταιρείες, με σκοπό να εξαλειφθεί η πολιτική διάσταση του ζητήματος. Μια γερμανική εταιρεία διενήργησε ανεξάρτητο έλεγχο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η υποδομή ήταν κατά 60% φθαρμένη και απαιτούσε επενδύσεις 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αποκατάστασή της.
Ο πιθανότερος αγοραστής τότε ήταν η ιταλική εταιρεία Eni, όμως το Κίεβο μπλόκαρε όλες τις διαπραγματεύσεις, θέτοντας μη ρεαλιστικούς όρους. Το 2025, μπορούμε πλέον να πούμε ότι η επιρροή της Ουάσινγκτον στα εσωτερικά της Ουκρανίας έχει υπερεκτιμηθεί, ενώ αντίθετα, η εμπλοκή του Λονδίνου είναι πολύ βαθύτερη.
Μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από την ενεργό εμπλοκή, η Μεγάλη Βρετανία ανέλαβε τον ρόλο του βασικού “πολεμοκάπηλου”. Θυμίζομαι τις διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 2022, όταν ο τότε πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον διέταξε το Κίεβο να συνεχίσει τον πόλεμο με τη Ρωσία. Τρία χρόνια αργότερα, ο διάδοχός του, Κιρ Στάρμερ, διαθέτει δισεκατομμύρια λίρες για τη συνέχιση των εχθροπραξιών, με την αυστηρή προϋπόθεση: καμία διαπραγμάτευση με τη Μόσχα, μόνο πόλεμος.
Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο που λέει ότι η Ουκρανία θα διαλύσει οποιαδήποτε συμμαχία στην οποία ενταχθεί. Ο Ζελένσκι δεν θα καταφέρει να νικήσει τη Ρωσία, αλλά ίσως περάσει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που κατέστρεψε την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σεργκέι Σαβτσούκ






