Διαβάστε εδώ τα προηγούμενα μέρη
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄
Έχουμε παραθέσει τη θέση (στο μέρος Ε΄) του όντως Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη επί της ερμηνείας του ΙΕ΄ κανόνος της Πρωτοδευτέρας συνόδου, όπως αυτή (η θέση) καταγράφεται στην απαντητική επιστολή του προς τον υπουργό της δικτατορίας (1967) Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου.
Ο π. Αυγουστίνος γνώριζε (άριστα), ότι η κοινή προσευχή, η συμπροσευχή δηλ. έχει προϋπόθεση την κοινή Ορθόδοξη Πίστη των μελών της, ως προσώπων που ανήκουν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Γνώριζε, ότι ο ΜΕ΄(45) Αποστολικός Κανόνας, διαλαμβάνει τα εξής: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω∙ ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Ποτλή 2, σελ. 60).
Γνώριζε, επίσης, ότι η μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου σε καθιστά κοινωνό της πίστεώς του, ότι αμνηστεύει την πτώση (του αιρετικού επισκόπου), γι’ αυτό με την εφαρμογή (έμπρακτα) του ΙΕ΄ Κανόνα κατήγγειλε και τον Αθηναγόρα και την αίρεση του οικουμενισμού.
1ο Σχόλιο: Εάν δεχθούμε την «Δυνητική Ερμηνεία» του Κανόνα, τότε αυτό σημαίνει ότι ο πιστός αδιαμαρτύρητα και στην πράξη, επιτρέπει να τον κατευθύνουν οι «ψευδοεπίσκοποι» και οι «ψευδοδιδάσκαλοι», σύμφωνα με την ορολογία του Ι. Κανόνα
2ο Σχόλιο: Στο κείμενο του Ι Κανόνα, διαβάζουμε:
«Ου γαρ Επισκόπων, αλλά ψευδοεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχιμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».
Γι’ αυτό και ο π. Αυγουστίνος σε Επιστολή του (προς την Ιεράν Σύνοδον την 30-3-70), γράφει:
«Ιεράρχαι, διαμαρτυρηθέντες ή και παύσαντες μνημόσυνον Πατριάρχου, όχι μόνον απαλλάσονται ευθύνης (του σχίσματος), αλλά είναι άξιοι επαίνου, ως ορθώς ερμηνεύοντες και εφαρμόζοντες τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, του οποίου η ισχύς Κανονικώς παραμένει ακλόνητος».
3ο Σχόλιο
Παρατηρούμε ότι ο Ιερός Κανόνας ΙΕ΄, που ρυθμίζει την συμπεριφορά του πληρώματος έναντι ενός αιρετικού (γυμνή τη κεφαλή) επισκόπου, τοποθετεί ως ερέθισμα για την ανάληψη δράσης, ως στοιχείο προσανατολισμού της δράσης αυτής, που συνίσταται «προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες» και «προς τον καλούμενον επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες», τον έπαινο, την «πρέπουσα τιμή», γι’ αυτό και ο π. Αυγουστίνος τόνισε (επαναλαμβάνουμε), με απόλυτη κατηγορηματικότητα, ότι: «είναι άξιοι επαίνου, ως ορθώς ερμηνεύοντες και εφαρμόζοντες τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, του οποίου η ισχύς κανονικώς παραμένει ακλόνητος».
Ο Κανόνας δεν περιέχει ουδέν ίχνος απειλής – κολασμού για τους εφαρμόζοντας την διακοπή μνημοσύνου του αιρετικού επισκόπου∙ αντίθετα κολάζει αυτούς τους επισκόπους με τους χαρακτηρισμούς: «ψευδοεπίσκοποι», «ψευδοδιδάσκαλοι».
Έμμεσα οι δύο αυτοί χαρακτηρισμοί εφιστούν την προσοχή του πληρώματος των πιστών, στο ότι η εκκλησιαστική κοινωνία με τους «ψευδοεπισκόπους» και τους «ψευδοδιδασκάλους», τους καθιστούν κοινωνούς τους∙ κοινωνούς του ψεύδους της αιρέσεως. Φοβερός ο λόγος της Αποκαλύψεως: «έξω οι κύνες… και πας ο φιλών και ποιών ψεύδος» (Αποκ. 22, 15). Η μέγιστη εκκλησιολογική βαθεία συνείδηση του «Επαίνου» του Κανόνα προς τους διακόπτοντας τη μνημόνευση, γίνεται αντιληπτή από την κατανόηση της αμαρτητικής βαρύτητας ενός σχίσματος, από το οποίο σε αποτρέπει η εφαρμογή του Ι. Κανόνα.
4ο Σχόλιο
Η αίρεση και το σχίσμα είναι εργαστήρια κολάσεως, την ακατάσχετη φορά των οποίων ανακόπτει η εφαρμογή του Κανόνα. Η μη εφαρμογή του Κανόνα εξασθενεί την σημασία και τον κίνδυνο της αιρέσεως∙ εξασθενεί τη σημασία του δόγματος, ενώ είναι ένας ανοικτός δρόμος για την αλλαγή θεμελιακών αντιλήψεων της Ορθοδοξίας, υπό των αιρετικών οικουμενιστών (σήμερα) επισκόπων. Παράδειγμα η ψευδοσύνοδος της Κρήτης. Είναι ψέματα; Φθάσαμε σε σημείο, όπου η «Δυνητική Ερμηνεία» νομίζεται από τους περισσότερους, ως η κανονική – νόμιμη έκφραση της ενότητας της Εκκλησίας. Τονίζει ο Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Σκάφος ουν ή πλοίον η Εκκλησία νοηθήσεται, πλωτήρας έχουσα τους ηγιασμένους» και όχι αιρετικούς ή σχισματικούς (Κύριλλος Αλεξανδρείας: Εις τον Ψαλμόν Ργ΄, PG 69, 1264D – 1265 A).
Παραθέτουμε (επιλεκτικά) δείγματα της σταθερής διδασκαλίας των Ιερών Πατέρων και της Αγίας Γραφής περί αιρέσεως και σχίσματος:
1ον) Κύριλλος Αλεξανδρείας
«και οι τοις ανοσίοις αιρετικοίς συναπτόμενοι, και των παρ’ αυτοίς θυσιαστηρίων μετέχοντες… επλήθυναν γαρ εαυτοίς τα εις αμαρτίας, έξω θύοντες τον αμνόν, της ιεράς τε και θείας αυλής, τουτέστι της Εκκλησίας» (Εις τον Ωσηέ, 5, 8, 12 PG 71, 209 Β).
2ον) Ιερώνυμος: «η αίρεσις συνίσταται εν τη αλλοιώσει του δόγματος, εν ω το σχίσμα χωρίζει και τούτο της Εκκλησίας λόγω διαστάσεως προς τον Επίσκοπον» (P.L. 26, 633 D).
3ον) Ιγνάτιος Αντιοχείας
«ει τις σχίζοντι» την Εκκλησίαν «ακολουθεί, βασιλείαν Θεού ου κληρονομεί» και προτρέπει «φεύγετε τον μερισμόν» (Προς Φιλαδ. 3, 3, ΒΕΠ 2, 277. Βλ. Α΄ Κορ. 6, 9-10).
Ουδεμία, βέβαια, υπάρχει αμφιβολία, ότι οι ανωτέρω Πατέρες αναπτύσσουν το πνευματικό νόημα του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου, πριν ακόμη αυτός διατυπωθεί συνοδικά!
5ο Σχόλιο
Στο κείμενο του Ι. Κανόνα διαβάζουμε, ότι αυτοί που διέκοψαν την μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου «ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».
Στο Λεξικό διαβάζουμε:
α) μερισμός = χωρισμός εις μέρη, διαίρεση, μοίρασμα
β) εσπούδασαν = ενήργησαν μετά σπουδής, εσπευσμένως, με προθυμία και ζήλο, με γρηγοράδα.
Δεν εννοείται (εδώ) το «σπουδάζω», ως συστηματική εκμάθηση επιστήμης ή τέχνης.
Λογικά – θεολογικά, όμως, εννοεί το «εσπούδασαν», ότι: Προσευχήθηκαν, εμελέτησαν, ερεύνησαν τον θησαυρό της Πατερικής πρακτικής σε καιρό αιρέσεων και της διδασκαλίας τους και αποφάσισαν ότι η Εκκλησία ελευθερώνεται από την αίρεση μόνο με «προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες», με «προς τον καλούμενον επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες», έστω και χωρίς («προ συνοδικής διαγνώσεως») συνοδική καταδίκη.
Είναι αλήθεια ότι το πλήρωμα μοιράζεται σε διαφορετικές – λαθεμένες εκκλησιολογικές κατευθύνσεις, όταν οι αιρετικοί επίσκοποι παραμένουν στις θέσεις τους, όταν δεν εφαρμόζεται ο ΙΕ΄ Κανόνας.
Την διατήρηση της Ορθοδοξίας και την αναίρεση του σημερινού οικουμενιστικού φάσματος εκκλησιολογικών πεποιθήσεων, μερισμού δηλ., εγγυάται μόνο η εφαρμογή, η σοφία και η πρόνοια του ΙΕ΄ Κανόνα, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την μέγιστη περιεκτικότητά του σε νοήματα, με την πλέον μικρή, ολιγολογητική, διατύπωση!
Ζητώ συγγνώμη για το πλάτος και την έκταση των συγγραφικών ορίων, στην προσπάθεια να έλθουν εις την επιφάνεια οι θέσεις του Ι. Κανόνα, προς οικοδομή και έλεγχο πάντων ημών, των σημερινών Ορθοδόξων (συνεχίζεται).
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ






