Τὸ παρὸν δημοσίευμα ἔχει σκοπὸν νὰ ἐνημερώσῃ τοὺς πιστοὺς τοῦ Παλαιοῦ Ἑορτολογίου περὶ τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους οἱ Ἐπίσκοποι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Δωδεκανήσου καὶ Λαυρεωτικῆς καὶ Σαρωνικοῦ προέβησαν εἰς τὴν χειροτονίαν νέων Ἐπισκόπων, προκειμένου νὰ διασφαλισθῇ ἡ ἀδιάκοπος συνέχισις τῆς Ὀρθοδόξου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καὶ ἡ ἀκώλυτος ποιμαντικὴ διακονία εἰς τοὺς πιστοὺς αὐτῶν.
Γνωρίζομεν ὅτι δὲν θὰ λείψουν ἐκεῖνοι, κυρίως ἐκ τοῦ χώρου τοῦ παλαιοῦ Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ καταθέσουν θεολογικὰ καὶ ἱεροκανονικὰ ἐπιχειρήματα, θὰ ἐπιλέξουν τήν εἰρωνείαν καὶ τήν ἀπαξίωσιν.
Τοιαῦται φωναὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἐκκλησιολογικὸν ἐπιχείρημα, οὔτε νὰ ἀναιρέσουν τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων. Ὅταν μάλιστα ἀπουσιάζῃ ἡ τεκμηριωμένη ἀπάντησις ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τότε ἡ εἰρωνεία καθίσταται τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῆς ἀδυναμίας των.
Ὅποιος ὅμως μελετήσει μετὰ προσοχῆς τὰ Πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνάξεώς μας, θὰ διαπιστώσῃ ὅτι αἱ θέσεις ἡμῶν δὲν θεμελιοῦνται εἰς προσωπικὰς ἐπιθυμίας ἤ ἀντιπαθείας, ἀλλὰ εἰς λόγους ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογικῆς συνειδήσεως, εἰς τὴν ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ εἰς τὴν εὐθύνην διαφυλάξεως τῆς κανονικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν ἐπιδέχονται εἰρωνείαν, ἀλλὰ ἀπαιτοῦν θεολογικὴν τεκμηρίωσιν, διάκρισιν καὶ ἱεροκανονικότητα.
Ὀφείλομεν ἀκόμη νὰ ἐπισημάνωμεν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον εἰρωνεύονται τὴν σύμπραξίν μας φέρουν καί οἱ ἴδιοι βαρὺ μέρος τῆς εὐθύνης διὰ τὴν πραγματοποίησίν των. Ἐὰν τὰ κανονικὰ καὶ δογματικὰ ζητήματα εἶχον ἀντιμετωπισθῇ ἐγκαίρως καὶ συνοδικῶς, μετὰ πνεύματος μετανοίας καὶ πιστότητος πρὸς τὴν δογματικὴν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ εἶχε δημιουργηθῇ ἡ ἀνάγκη συγκλήσεως τῆς παρούσης Συνάξεως. Ἡ ὕπαρξίς της ἀποτελεῖ μαρτυρίαν ὅτι προέκυψαν δογματικὰ, θεολογικὰ καὶ ἱεροκανονικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ παραμένουν ἄνευ ὑπευθύνου ἀντιμετωπίσεως.
Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι, ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ ἐμπάθειαν καὶ παραταξιακὰς σκοπιμότητας, ἐξετάζουν τὰ γεγονότα μετὰ νηφαλιότητος καὶ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Οὗτοι ἀναγνωρίζουν ὅτι, ὑπὸ τὰς παρούσας ἐκκλησιολογικὰς συνθήκας, ἡ στάσις τήν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν δὲν ἀποτελεῖ αὐθαίρετον ἐπιλογὴν, ἀλλὰ ἐκκλησιολογικὴν ἀνάγκην, ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὴν εὐθύνην διαφυλάξεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τῆς κανονικῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως.
Εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκλησιαστικὴν λογικὴν ἐμμένομεν. Δὲν ἐπιδιώκομεν ἀντιπαραθέσεις οὐδὲ διαιρέσεις, ἀλλὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὀρθοδόξων θεολογικῶν δογμάτων, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Καὶ μέχρις ὅτου ὑπάρξῃ κανονικὴ καὶ συνοδικὴ θεραπεία τῶν αἰτιῶν τά ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν σημερινὴν κατάστασιν, θεωροῦμεν ὅτι αὕτη εἶναι ἡ μόνη στάσις ἡ ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν, τὴν κανονικὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν εὐθύνην ἔναντι τῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Πρακτικοῦ θὰ διαπιστώσῃ, λοιπόν, ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης ὅτι, ὑπὸ τὰς δεδομένας ἐκκλησιολογικὰς συνθήκας, δὲν ὑπῆρχε ἄλλη πνευματικὴ καὶ ἐκκλησιολογικῶς ὑπεύθυνη διέξοδος διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους πιστοὺς τοῦ Παλαιοῦ Ἑορτολογίου.




