• Ποιοι είμαστε
  • Διαφήμιση στη τρικλοποδιά
Δευτέρα, 13 Ιουλίου, 2026
  • Login
No Result
View All Result
Your text
Triklopodia
  • ΡΟΗΗΟΤ
  • ΕΛΛΑΔΑ
    • ΙΣΤΟΡΙΑ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
    • ΚΟΙΝΩΝΙΑ
    • ΕΘΝΙΚΑ
    • ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ
    • ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
    • ΕΝΕΡΓΕΙΑ
    • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ
    • ΜΜΕ
  • ΔΙΕΘΝΗ
  • ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
  • ΑΠΟΨΕΙΣ
  • ΝΕΑ ΤΑΞΗ
    • ΔΙΑΣΤΗΜΑ
    • ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
    • ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ
    • ΕΠΙΒΙΩΣΗ
    • ΜΑΣΟΝΙΑ
    • ΑΕΡΟΨΕΚΑΣΜΟΙ
    • Α.Τ.Ι.Α
    • ΜΥΣΤΗΡΙΑ
    • ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ
    • ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
  • ΕΚΚΛΗΣΙΑ
  • ΥΓΕΙΑ
  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ
  • ΡΟΗΗΟΤ
  • ΕΛΛΑΔΑ
    • ΙΣΤΟΡΙΑ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
    • ΚΟΙΝΩΝΙΑ
    • ΕΘΝΙΚΑ
    • ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ
    • ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
    • ΕΝΕΡΓΕΙΑ
    • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ
    • ΜΜΕ
  • ΔΙΕΘΝΗ
  • ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
  • ΑΠΟΨΕΙΣ
  • ΝΕΑ ΤΑΞΗ
    • ΔΙΑΣΤΗΜΑ
    • ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
    • ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ
    • ΕΠΙΒΙΩΣΗ
    • ΜΑΣΟΝΙΑ
    • ΑΕΡΟΨΕΚΑΣΜΟΙ
    • Α.Τ.Ι.Α
    • ΜΥΣΤΗΡΙΑ
    • ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ
    • ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
  • ΕΚΚΛΗΣΙΑ
  • ΥΓΕΙΑ
  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ
No Result
View All Result
Triklopodia
No Result
View All Result
Γίνε μέλος στην κοινότητα της Triklopodia στο Viber και μάθε πρώτος τις εξελίξεις!
Μπες στην κοινότητα
Home ΑΡΘΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΗΡ. ΔΕΣΠΟΤΗ – ΥΔΩΡ ΕΞ’ ΑΥΛΟΥ ΠΗΓΗΣ … (ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ)

5 έτη ago
in ΑΡΘΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
0
0
SHARES
0
VIEWS
Share on FacebookShare on Twitter

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add triklopodia.gr on Google

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2021

Εἰσαγωγικά

«Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἑλκῦσαι χάριν αἰτῶ, ἐν ἀνοίξει Παρθένε, τοῦ ταπεινοῦ μου στομα-τος καί παρασχεθῆναί μοι· λόγου δῶρον ἵνα σε, τήν τοῦ Λόγου ἀνυμνήσω γεννήτριαν1».

Εἶναι ἀδύνατο ἀνθρώπινο στόμα νά ἀναφερθεῖ γιά τό Πρόσωπο πού εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, χωρίς τήν χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἡ «Θεόπαις Μαριάμ» πού δέχθηκε ταπεινά νά συνεργαστεῖ στό ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, πού παρακολούθησε ὡς ταπεινός μάρτυρας ὅλη τήν πορεία τῆς ἐπιτέλεσης αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἀπό τόν Υἱόν της, πού παρέμεινε μαζί του πιστή μαθήτρια μέχρι τό τέλος καί στή συνέχεια ἔγινε μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καί μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν, εἶναι ἐκείνη πού μέσα στούς αἰῶνες συγκινεῖ τούς πιστούς πού με εὐλάβεια προστρέχουν σέ αὐτήν ὡς βοηθό καί μεσίτρια προς τόν Υἱό της2.

Δέν θά μποροῦσε λοιπόν ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ζώντας μέσα στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στόν τόπο ὁ ὁποῖος κατά τήν Ἁγιορειτική παράδοση ἔχει δοθῆ ἀπό τόν Χριστό ὡς κλῆρος, ὡς κληρονομία,στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο,τόν κατάσπαρτο καί διάσπαρτο ἀπό μνῆμες τιμῆς πρός τό πανάγιο πρόσωπό της, ἀπό θαυματουργές εἰκόνες, καί διηγήσεις, μεταξύ τῶν ὁποίων πρυτανεύει αὐτή περί τοῦ «Ἄξιον Ἐστί», δέν θά μποροῦσε λοιπόν νά ὑστερήσει «ὡς συγγρα-φεύς καί θεολόγος στήν ἀπόδοση τιμῆς καί στήν συγγραφή ὑμνητικῶν καί ἐγκωμιαστικῶν κειμένων.

Ἐκτός ὅμως ἀπό τό δικό του ὑμνολογικό ἔργο πρός τήν Παναγία, αὐτό πού κυρίως ἔκανε γνωστό τόν Ἅγιο Νικόδημο ὡς θεοτοκόφιλο συγγραφέα εἶναι τό γνωστό συλλεκτικό ἔργο «Θεοτοκάριο», τό ὁποῖο ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου ἔχει εἰσαχθῆ πρός χρήση στήν λατρεία ἰδιαίτερα στίς μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους.Στό ἔργο αὐτό ὁ Ἅγιος ἔχει συγκεντρώσει ἑξηνταδύο κανόνες εἰκοσιδύο μεγάλων ὑμνογράφων, στούς ὁποίους μάλιστα, δίδει ὡραίους χαρακτηρισμούς: «Λέγω δή Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὁ ἀρχηγός τῶν μελωδῶν καί κύκνος τῆς Ἐκ-κλησίας ὁ λιγυρόφωνος. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἡ μουσικωτάτη καί γλυκύφωνος τοῦ Χρι-στοῦ ἀηδών. Θεοφάνης Νικαίας ὁ Γραπτός, ὁ ἡδύλαλος καί ὡδικώτατος κόττυφος. Ἰωσήφ Ὑμνογράφος, ἡ πολύφωνος, καί τορόφωνος τῶν πιστῶν χελιδών». Συνεχίζει γιά τούς εἴκοσι δύο ὑμνογράφους νά βρίσκει παρόμοιους χαρακτηρισμούς. Σχετικά μέ τό «Θεοτοκάριο» ὑπάρχει μία συγκινητική σύσταση πρός τόν μακαριστό π. Θεόκλητο τοῦ γνωστοῦ Γέροντος Ἀθανασίου τοῦ Ἱβηρίτου, μεγάλου λάτρη καί ὑμνητή τῆς Παναγίας μας, ὁ ὁποῖος ἐπί πολλά ἔτη διετέλεσε βιβλιοθηκάριος τῆς Ἱ. Μονῆς τῶν Ἱβήρων. Τοῦ γράφει τά ἑξής ὁ Γέροντας Ἀθα-νάσιος: «Νά ἀφήσεις ἕνα Χαιρετισμόν ἀπό τούς τρεῖς καί νά εἰσαγάγης τό Θεοτοκάριον καθ’ ἡμέραν. Θά εὐαρεστήσης τῆ Δεσποίνη καί τῶ συλλέκτη Ἁγίω Νικοδήμω. Πρόσεξε τήν σκέψιν ταύτην, πού μοῦ ἐπῆλθεν ἐν στιγμῆ ἀναγνώσεως τοῦ Θεοτοκαρίου. Οἱ Χαιρετισμοί καί τό Θεοτοκάριον, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ νά παρέλθουν, αὐτά ὅμως νά μή λείψουν καμμίαν ἡμέραν τοῦ ἔτους».

Σ’ αὐτή τήν μικρή μας ἐργασία παρουσιάζουμε τά ἀντίστοιχα τροπάρια τοῦ Θεοτοκαρίου πού ἔχουν σχέση: μέ τό Πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, (προτυπώσεις, παρομοιώσεις, τί εἶ-ναι γιά τόν κάθε πιστό, τί χορηγεῖ ὁ Υἱός της δι’ αὐτῆς, τό ἡσυχαστικό ἦθος της, θέματα πού ἀφοροῦν τήν ἀσκητική ζωή τῶν πιστῶν. Στά ἐγκωμιαστικά τροπάρια κατατίθεται ὁ πόνος καί ἡ τραγικότητα τῆς ζωῆς, ἐνῶ καταγράφεται ἡ μετάνοια, ἡ ἀγωνία ἀλλά καί ἡ πίστη, ἡ καρτερία, ἡ ἐλπίδα καί ἡ προσδοκία τῆς ψυχῆς πού ἔσφαλε καί ἐπιζητεῖ τήν σωτηρία της3. Τέλος παρουσίαζεται τό θλιβερότερο πρόσωπο τῆς δημιουργίας, ὁ διάβολος μέ ποιά ὀνόματα ἀνεφέρεται στό Θεοτοκάριο.

Ἁγίου Ἰγνατίου, Πατριάρχου Κων/πόλεως, Σαββάτω Ἑσπέρας Ἑπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή α΄. 2 Πνευματική Διακονία, Ἱ. Μητροπόλεως Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου,τεῦχος 8ο, Ἀπρίλιος – Αὔγουστος 2010, σελ.22 3 Πνευματική Διακονία, Ἱ. Μητροπόλεως Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου,τεῦχος 8ο, Ἀπρίλιος – Αὔγουστος 2010, σελ.27

Τό γενεαλογικό δένδρο τῆς Παναγίας

«Ὁ Ἐλιοῦ ἐγέννησε4 τόν Ἐλεάζαρ, ὁ Ἐλεάζαρ ἐγέννησε τόν ἱερέα Ματθάν, ἐγέννησε Ἰακώβ, Ἰακώβ δέ ἐγέννησε τόν Ἰωσήφ (τόν μνήστορα)5».

Ὁ ἱερέας Ματθάν καί ἡ γυναίκα αὐτοῦ Μαρία, ἐγέννησε τρεῖς θυγατέρες τήν Μαρία τήν Σα-βῆ καί τήν Ἄννα. Ἡ Μαρία ἐγέννησε τήν Σαλώμη τήν μαία, ἡ Σαβῆ τήν Ἐλισάβετ (τήν μητέ-ρα τοῦ τιμίου Προδρόμου), ἡ δέ Ἄννα πατρεύτηκε τόν Ἰωακείμ καί ἀπό αὐτούς γεννήθηκε ἡ Θεοτόκος. Ἡ Θεοτόκος ἐβαπτίσθη ὑπό τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Ἰωάννου·τούτους τούς ἐβάπτισε ὁ Χριστός6».

Τροπάρια

Ἀγάπης Θεοῦ. «Ἡγάπησα τά παρόντα, τήν σάρκα τε και τόν κόσμον καί τά ἐν κόσμω, ἡδο-νάς καί δόξαν καί τά χρήματα, τῶν μελλόντων δέ οὐδόλως ἐφρόντισα· διό καί τῆς δόξης τῆς ἄνω καί τῆς ἀγάπης Θεοῦ*, ἐκπέπτωκα ὁ ἄθλιος7».

Ὅταν ἔρχεται ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη στήν καρδιά, ὁ ἄνθρωπος καίγεται ἀπό τήν ἀγάπη γιά τούς ἄλλους. Τόν τρώει τό σκουλήκι, τό σαράκι, ὅπως ἔτρωγε τόν ἅγιο Κοσμᾶ. Ἔμαθε τήν μία καί μοναδική γλώσσα,αὐτήν τῆς ἀγάπης,καί ἤθελε νά τήν γνωρίσει καί στούς ἄλλους, γιά νά μποροῦν νά συνεννοοῦνται μεταξύ τους καί νά μήν ἀλληλοσπαράσσονται καί νά σκοτώνει ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ τήν συκοφαντία, τήν ἀδικία καί τό ψέμα.Ἡ ἀληθινή ἀγάπη, ὡς καρπός θεο-κοινωνίας, προσφέρει στόν ἄνθρωπο ἐσωτερική πληρότητα καί ἔτσι γίνεται πόλος ἕλξης καί πηγή ἑνότητας. Ἀντίθετα τά πάθη, ὅπως ὁ φθόνος, ἡ ἀλαζονεία κ.λ.π. δημιουργοῦν προβλή-ματα καί ὅποιος διακατέχεται ἀπό αὐτά γίνεται στόν χῶρο του πηγή ἀνωμαλίας. Διαταράσ-σει τήν ἑνότητα, σχίζει τόν ἄρραφο χιτώνα τοῦ Χριστοῦ δημιουργώντας φατρίες καί κλῖμα πόλωσης. Ὅσες γλώσσες καί νά ὁμιλεῖ κανείς, ἄν δέν γνωρίζει αὐτήν τῆς ἀγάπης, εἶναι, κα-τά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, «κύμβαλον ἀλαλάζον», δηλαδή ἕνας ἄδειος ντενεκές πού ἁπλῶς δημιουργεῖ θόρυβο8».

Ἀγάπης. «Κομῶν ἐν τοῖς πάθεσι, καί θάλλων πᾶσιν ἐν ἁμαρτήματι, προσοχῆς θείου φόβου, καί προσεδρίας9 Θεῶ παραμέλησα, ἀγάπης* πάσης ἐλπίδος καί πίστεως· διό βοῶ δωρεάν Δε-σποινα σῶσόν με10».

4 «Ἐγέννησε» κάποιος κάποιον σημαίνει ὅτι μεταβίβασε σ᾽ αὐτόν τήν εἰκόνα του, τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ (Γεν. 5,1-3), διά τοῦ αἵματος (γραμμικές γενεαλογίες, Γεν. 11. Α΄ Παρ. 5,27-29), εἴτε διά τῆς υἱοθεσίας (Γεν. 10)». 5 Ματθ.α, 15-16 «…στό τέλος τῆς τρίτης σειρᾶς τῆς γενεαλογία τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν Ματθαῖον, ἀναφέρει: «καί τήν Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, τήν Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία καί μνημονεύεται. Δέν ἀναφέρεται μέν ἡ γενεαλογία τῆς Παρ-θένου, ἀλλά, ἀφοῦ ὁ Εὐαγγελιστής τήν μνημονεύει στό τέλος τοῦ καταλόγου του μέ τήν φράση «Ἰωσήφ τόν ἄνδ-ρα Μαρίας» (στίχ. 16) τήν κατατάσσει καί αὐτή στόν κατάλογο. Γιατί ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος παραθέτει τήν γενεαλογία τοῦ Ἰωσήφ, ἐνῶ αὐτός δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τήν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, καί δέν παραθέτει τήν γενεαλογία τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀπό τήν ὁποία καί μόνο γεννήθηκε κατά σάρκα ὁ Ἰησοῦς Χριστός; Τό ἐρώτημα αὐτό εἶναι παλαιό καί μνημονεύεται ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο (βλ. Β΄ ὁμιλία στό κατά Ματθαῖον. – ΕΠΕ 9,62.25-66.1-21). Σ᾽ αὐτό μπορεῖ νά ἀπαντήσει κανείς ἁπλᾶ ὅτι στούς Ἰουδαίους ὑπῆρχε συνήθεια νά μήν παρατίθενται γενεαλο-γίες τῶν γυναικῶν. Σκοπός τοῦ εὐαγγελιστή Ματθαίου μέ τόν γενεαλογικό κατάλογο πού παραθέτει, εἶναι νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Ἰησοῦς κατάγεται κατά σάρκα ἀπό τόν Δαυίδ, ἀπ᾽ ὅπου ἔπρεπε κατά τούς προφῆτες νά κατάγεται ὁ Μεσσίας· τό κάνει δέ αὐτό ἀποδεικνύοντας ὅτι ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνηστήρας τῆς Παρθένου, κατάγεται ἀπό τόν οἶκο Δαυίδ. Ἄρα ἀπό τόν ἴδιο οἶκο κατάγεται καί ἡ παρθένος Μαρία, γιατί, κατά νόμο δέν ἐπιτρεπόταν ὁ ἄνδρας νά λάβει γυναίκα ἀπό ἄλλη φυλή. Ὁ Εὐαγγελιστής, λοιπόν, ἐδῶ προτιμάει νά καταγράψει τόν Ἰωσήφ στόν κατάλο-γο καί ὄχι τήν Παρθένο, γιά νά τηρήσει τήν συνήθεια πού ὑπῆρχε νά μήν καταγράφονται γενεαλογίες γυναικῶν. Κατά τήν ἑρμηνεία αὐτή, ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ματθαῖος «δι᾽ ἐκείνην (τήν παρθένον) καί τοῦτον (τόν Ἰωσήφ) ἐγενεαλόγησεν» (Στό κατά Ματθαῖον ὁμιλ. Δ΄ – ΕΠΕ 9,114.19). Ἁπλῆ ΚατήχησιςἹ. Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλουπόλεως τεῦχος 38, Φεβρουάριος 2010. 6 Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια, 1900, σελ. 212 7 Ὅσιος Νικόλαος ὁ Κατασκεπηνός, ἦχος πλ. β΄ Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 8 Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση, Ἱ. Μητροπόλεως Ναυπάκτου, Αὔγουστος 1998 9 τό νά κάθομαι πλησίον τοῦ Θεοῦ 10 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄, ὠδή ζ΄.

«Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χρι-στοῦ, καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου.

Δέν ψεύδομαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Tης γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχή θά εἶχε χαθῆ ἀπό πολύν καιρό. Ἐκείνη ὅ-μως εὐδόκησε νά μ᾽ ἐπισκεφθῆ καί νά μέ νουθετήση, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συ-γκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λη-σμονήση ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγ-χνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τήν ψυχή.Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Tης.Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκα-τανόητο πράγμα. Ζῆ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λη-σμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.

Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς.

Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας.

Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν11».

Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μπο-ροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της.Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦ-σε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της12, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανό-ταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σω-τηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της;

Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶ-ναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καί ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραν-τος ἦταν κι ὁ πόνος Της πού παραμένει ἀκατάληπτος γιά μᾶς13».

Ἄγγελος. «Ἄγγελος μεγάλης βουλῆς*. «Ἰσχύϊ Πανάμωμε, βουλῆς μεγάλης ὁ Ἄγγελος, ὁ πάν-τα στησάμενος, ἐκ τοῦ μή ὄντος τό πρίν, ἐπεδήμησεν, ἐκ σοῦ δι’ εὐσπλαχνίαν· καί σχίσας τόν κώδικα λύσιν δεδώρηται14».

«Ὤφθης Χερουβίμ ἀνωτέρα, καί οὐρανῶν ὑψηλοτέρα, ἄχραντε Παρθένε Μαρία, βουλῆς μεγάλης Ἄγγελον τέξασα· τόν τῶ Πατρί συνάναρχον, καί συναΐδιον τῶ Πνεύματι15».

«Τό μέγα καί πάνσεπτον καί θεῖον μυστήριον, τῆς ἀποκρύφου τοῦ Θεοῦ βουλῆς ἐν σοί πανα-ληθῶς, ἁγνή πεφανέρωται, ὅτι αὐτός ὁ κατ’ οὐσίαν ἀχώρητος, τῆ κτίσει πάση ἐν σῆ γαστρί κεχώρηται16».

11 Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου Γιά τήν Θεομήτορα ἁγ. Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου www.imkby.gr 12 Ὅτι κανένα κτίσμα δέν ἠγάπησέ ποτε τόσον τόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἐσυμμορφώθη τόσον εἰς τό θέλημά Του, ὡσάν ἡ Παναγία Του Μητέρα· ἀφ’ ἑνός μέν διότι μοναχή χωρίς ἄνδρα Τόν ἐγέννησε, καί ἀφ’ ἑτέρου δέ διότι αὐτόν ἕνα καί μοναχόν υἱόν ἐγέννησε καί ὄχι ἄλλον· ὅθεν δέν ἐμοιράσθη τελείως εἰς ἄλλον ἡ πρός Αὐτόν ἀγάπη Της.Ἄν λοιπόν αὐτός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἀγαπητός υἱός τῆς Παρθένου, ἐξώδευσεν ὅλην του τήν ζωήν καί ὅλον τόν ἑαυτόν του διά τάς χρείας ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καί ἔδωκε τήν Μητέρα του, ὡς μητέρα μας καί συνήγορον, εἰς τό νά μᾶς βοηθῇ καί εἶναι ὕστερα ἀπό Αὐτόν μέσον τῆς σωτηρίας μας, πῶς καί μέ ποῖον τρό-πον θέλει δυνηθῆ ποτέ ἡ ἀγαπημένη του αὕτη μήτηρ καί συνήγορός μας νά γίνῃ ἀποστάτης τῆς θελήσεως τοῦ τό-σον ἠγαπημένου υἱοῦ Της καί νά μή μᾶς βοηθήσῃ; Ὅθεν πρόστρεχε, ἀγαπητέ, πρόστρεχε μέ θάρρος εἰς κάθε σου χρείαν εἰς τήν Παναγίαν. (Περί τινων σκέψεων, διά νά προστρέχωμεν εἰς τήν Θεοτόκον μέ πίστιν καί θάρρος.Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. www.imkby.gr) 13 Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου Γιά τήν Θεομήτορα ἁγ. Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου www.imkby.gr 14 Ἅγιος Θεοφάνης Νικαίας ὁ Γραπτός, ἦχος δ΄, Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή α΄. 15 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. ἦχος δ΄, Κυριακῆ Ἑσπέρας θ΄, ὠδή. 16 Φωτίου τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κων/πόλεως, Τετάρτη Ἑπέρας, ἦχος α΄, ὠδή δ΄.

Ὁ Χριστός καί Θεός ἡ τοῦ Θεοῦ σοφία ἡ ἀκατάληπτος, ὁ Λόγος ὁ ἐνυπόστατος, (ἔχει ἰδίαν ὑπόσταση, ὅπως ὁ Πατήρ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα), ὁ ἀγαπητός Υἱός , καί τῆς Πατρικῆς δόξης ἀπαύγασμα17, ἦταν ἄγνωστο ἀκόμη καί στίς Οὐράνιες Δυνάμεις18 τό Μυστήριο τῆς ἐναθρω-πήσεως κατά τό Ψαλμικό «Τά ἴχνη σου οὐ γνωσθήσονται·19» γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός Ἄγγελος (ὁ Μηνυτής) τῆς μεγάλης καί ἀποκρύφου βουλῆς τῆς περί τῆς ἐνανθρωπήσεως ταύτης Οἰκο-νομίας λέγεται. Γίνεται μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος, γιατί ἐγνώριζε τόν λόγο τοῦ Μυστηρίου.

Ὁ προφητάναξ Δαβίδ ἀπευθύνεται στήν Παναγία: «Ἄκουσε Κόρη Παρθένε20», στή ψυχή καί στό σῶμα ὑπάρχουσα ἁγνή καί πάναγνος, ἄκουσε τήν ἀρχαία καί ἀληθινή βουλή τοῦ ὑψίστου Πατρός, τήν ὁποίαν πρό πάντων τῶν αἰώνων ἐβουλήθη, τό νά ἀποστείλει τόν Μονο-γενῆ του Υἱό νά γένει ἄνθρωπος διά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καί ἀναφωνεῖ ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Κύριε ὁ Θεός μου, δοξάζω σε, ὑμνήσω τό ὄνομά σου, ὅτι ἐποίησας θαυμαστά πράγ-ματα, βουλήν ἀρχαίαν ἀληθινήν, γένοιτο21»!

Θεοῦ ἀποκαλύψεις πώς ἀποδεικνύεται στούς Προφῆτες καί ἁγίους; Ἀπό τήν ἐμπειρία θεώ-σεως καί ἀποκαλύπτετο ὡς Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τόν ὠνόμαζαν Γιαχβέ, Κύριο τῆς δόξης. Μεγά-λης Βουλῆς Ἄγγελο. Πάντοτε στήν Π. Διαθήκη ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός καί ἀποκαλύπτεται μέσω αὐτοῦ τοῦ Ἀγγέλου δηλ. τοῦ Γιαχβέ. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχομε σαφῶς ἀναφορά στά δύο Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτά εἶναι ὁ Ἄγγελος (ὁ Υἱός) καί ὁ Θεός (ὁ Πατήρ). Χριστός ἀποκαλύπτεται ἄσαρκος, ὡς ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος22….»

Ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, καί ἔτσι μᾶς ἀνέπλασε καί μᾶς ἀποκατέστησε ὅπως μᾶς ἐδη-μιούργησε. Τόν ἀπέστειλε ὁ Πατήρ γιά νά δώση σέ μᾶς εἰρήνην, γιά νά εἰρηνοποιήσει ἡμᾶς πρῶτα μέ τόν Θεόν, δεύτερο μέ τούς Ἁγίους Ἀγγέλους, μέ τούς ὁποίους εἴχαμε μάχη, τρίτον μέ τούς ὁμοφύλους ἀνθρώπους· γιατί καί μεταξύ μας ἐμαχόμεθα καί τέταρτο μέ τόν ἑαυτό μας. Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τά πλανημένα ἔθνη ὁδηγήθηκαν στό φῶς τῆς Θεογνω-σίας, ἤτοι τῆς εὐσεβείας καί τῆς πίστεως23.

«Ἦλθεν ἐφ’ ἡμᾶς, τό φῶς τό τῆς γνώσεως διά τοῦ τόκου σου, καί πάντας ἐνέπλησε, σοφίας θείας καί κατοπτεύομεν24, τά νοητά μυστήρια τοῦ σοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ· ἀριδήλως25, ὅθεν κἀγώ Δέσποινα, μετά πάντων ὑμνῶ καί μεγαλύνω σε26».

Ἁγνεία*. «Πανύμνητε Μῆτερ, βοῶ σοι κἀγώ, προσευχῆ καί νηστεία ἐξέρχονται, τά πλήθη τά παμπόνηρα δαιμόνων ἐξ αὐτοῦ· ἀλλ’ οὗτος ἐγκρατεία, δεήσει καί ἁγνεία, μή καθάρας τό σῶ-μα δαιμόνων φεῦ27 γέγονε σπήλαιον28».

Εὐωδιάσατε τήν ζωήν – τήν ψυχήν καί τό σῶμα σας, μέ τήν ἁγνείαν καί παρθενίαν. Δέν εἶδα ἐγώ ἄλλο πού νά ἀρέση τόσον ὁ γλυκύς Ἰησοῦς καί ἡ Πανάχραντος Μήτηρ Του ὡς τήν ἁγνείαν καί παρθενίαν. Καί εἴ τις θέλει νά ἀπολαύση τήν πολλήν Τους ἀγάπην ἄς φροντίζη νά καθαρεύη, νά ἁγνεύη τήν ψυχήν καί τό σῶμα.Καί οὕτως κάθε οὐράνιον ἀγαθόν μέλλει νά λάβη29».

«Ὑπερνικᾶς μόνη ἁγνή, τούς γηγενεῖς30 ἐν ἁγνεία, καί ἐγώ ἐν ἀσωτεία τήν φύσιν, τῶν Ἀγγέ-λων ὅθεν σύ, τιμιωτέρα πέφυκας· κἀγώ δαιμόνων χείρων, ἀλλά με σῶσον τό ἄσωτον31».

17 Ἑβρ. α΄, 3 18 «…Ἀγγέλοις ἀγνώριστον.» Ὁσίου Νικολάου τοῦ Κατασκεπηνοῦ, Σαββάτω Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄, ὠδή δ΄. 19 Ψαλμ. οστ. 2 20 Ψαλμ. μδ, 11 21 Ἡσ. κε, 1 22 πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία, ἐκδ. «Παρακαταθήκη», Ἀθῆναι 2004, σελ. 151-2 23 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον,τόμ.Α΄, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 157,173, 184, 408,442. 24 παρατηροῦμε 25 ὁλοφάνερα 26 Μανουήλ μεγάλου ρήτορος, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος δ΄, ὠδή θ΄. 27 ἀλλοίμονο 28 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 29 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΛΕ, σελ.208 30 οἱ ἄνθρωποι 31 ὁ διεφθαρμένος, αὐτός πού δέν σώζεται. Ὁσ. Νικολάου Κατασκεπηνοῦ, Σαββάτω Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄, ὠδή γ΄.

«Μιά ἄλλη φορά ἄκουγα στήν ἐκκλησία τήν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καί στίς λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε32», σκέφτηκα: «Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε πο-τέ, ἔστω καί μέ τό λογισμό;». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! Μέσα στήν καρδιά μου μιά φωνή ἑνωμένη μέ τήν προσευχή πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτέ δέν ἁμάρτησε, οὔτε κἄν μέ τήν σκέψη». Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στήν καρδιά μου γιά τήν ἁγνότητά της33».

Ἀγνωσία τῆς ψυχῆς. «Ὁδόν τῆς σωτηρίας οὐχ εὕρηκα, τῆ ἀγνωσία34 τῆς ψυχῆς, ὁδόν ζωῆς ἡ

κυήσασα, Θεοκυῆτορ Μαρία* ὁδός μοι σωτηρίας γενήθητι35».

«Τό πανσέβαστο καί παντοπόθετο καί κεχαριτωμένο ὄνομα τῆς Μαρίας προσφυέστατα καί ἁρμοδιώτατα δόθηκε στήν Ἀειπάρθενο Θεοτόκο, ὅπως λέγει ὁ Ἱερώνυμος, κατά πρόγνω-ση καί κατά τήν θέληση τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἦταν προωρισμένη στό νά γίνη Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Καί συνέδραμε μέ τή θέλησή της στό μυστήριο τῆς ἔσαρκης Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου, πε-ριέχει δέ τά ἑξῆς: α) τήν παντοδυναμία, διότι ἕνωσε τά δύο ἄκρα τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. β) Σοφία, διότι βρῆκε στόν τρόπο γιά νά ἑνώσει δύο φύσεις (θεία καί ἀνθρώπινη), σέ μία ὑπό-σταση, χωρίς νά φέρει σύγχυση στά ἰδιώματα τῶν φύσεων. γ) Ἀγαθότητα, δηλαδή χάρις, ἡ ὁ-ποία ἐθεοποίησε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί τήν ἀνέβασε ὑπεράνω ἀπό τίς οὐράνιες δυνάμεις. Τό ὄνομα Μαρία ἑρμηνεύεται ὡς ἑξῆς: α) Κυρία, γιατί κυριεύει καί ἐξουσιάζει ὅλα τά κτί-σματα οὐράνια καί ἐπίγεια καί αὐτό γιατί εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἔχει τήν τελειότητα τῆς δυνάμεως· ἐπειδή θεμέλιο τῆς κυριότητος εἶναι ἡ δύναμη. Δεύτερο ἑρμηνεύεται φωτισμός κατά τόν Νεοκαισάρειας Γρηγόριο, ἐπειδή ἡ Σοφία ἐτυμολογεῖται ἀπό τό σῶον φῶς, καί εἶναι κατά τόν Σολομῶντα, «ἀπαύγασμα φωτός ἀϊδίου» γι’ αὐτό καί τό ὄνομα Μαρία περιέχει με-σα του καί τήν τελειότητα τῆς Σοφίας. Τρίτο ἑρμηνεύεται Πέλαγος κατά τόν θεῖο Ἀμβρόσιο καί στή λατινική Μάρια οἱ θάλασσες λέγονται.Τό πέλαγος καί ἡ θάλασσα, εἶναι σύμβολο τῆς ἀγαθότητας καί τῆς χάριτος του Θεοῦ, περιέχει πλῆθος χαρίτων καί δέχθηκε ποταμούς δω-ρεῶν, ὅπως ἡ θάλασσα δέχεται πλῆθος νερῶν ἀπό τά ποτάμια. Δηλώνουν τά γράμματα τοῦ ὀνόματος Μαρία τά ἑξῆς: τό μ, τήν Μαρία τήν ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ, πού ἦταν τύπος τῆς Θεο-τόκου κατά τήν παρθενία· τό α τήν προφήτιδα Ἄννα τήν Μητέρα τοῦ Σαμουήλ· τό ρ τήν ὡραιοτάτη Ραχήλ, τό ι τήν ἀνδρειωτάτη Ἰουδήθ· καί τό α τήν φρονιμωτάτη Ἀβιγαία. Κατ’ ἄλ-λους τό ὄνομα Μαριάμ δηλώνει: το μ μόνη· τό α αὕτη· τό ρ ρύσεται· τό ι ἰοῦ· τό μ μισοκάλου. Δηλαδή μόνη ἡ Θεοτόκος γλυτώνει ὅλους ἀπό τό φαρμάκι τοῦ μισόκαλου Διαβόλου36».

Ἀκτημοσύνη. «Ἥλιος ὡς ἐν πόλω ἄλλος δέδεικται, ἡ ἀκτήμων* βιωτή, ἀρετῶν κατακοσμοῦ-σα τόν πολύμορφον κύκλον· διό οἱ τῶν παθῶν τῶ σκότει, ἀεί συμποδιζόμενοι, ταύτης τῆ φω-ταυγεία πρός τήν Παρθένον δράμωμεν37».

Σημαίνει τήν ἑκούσια ἄρνηση ὁποιασδήποτε κατοχῆς καί κτήσης, πέρα ἀπό τήν αὐστηρά ἐνασχόληση μέ τά ὑλικά ἀγαθά.Ἡ ἀρετή τῆς ἀκτημοσύνης ἐμφανίζεται ὡς στοιχεῖο τῆς πρω-τογενοῦς ἀρετῆς τῆς «πνευματικῆς πτωχείας38»,πού συνίσταται γενικότερα στήν ἀπογύμνω-ση ἀπό κάθε ἐμπαθῆ λογισμό καί κάθε φαντασίας, σχετικῶν μέ τήν κατοχή ἤ τήν ἀπόκτηση τοῦ ὑλικοῦ πλούτου.

Ἡ ἀκτημοσύνη θεραπεύει τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, (ἡ προσκόλληση στά ὑλικά ἀγαθά πού κατέχομε) καί τῆς πλεονεξίας (ἡ ἀκατάσχετη ἐπιθυμία γιά νά ἀποκτήσωμε περισσότε-ρα)39».

32 Ἡσ. α ́ 16 33 Γιά τήν Θεομήτορα ἁγ. Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου www.imkby.gr 34 ἔλλειψη γνώσεως 35 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή δ΄. 36 Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Κῆπος Χαρίτων, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1958, σελ. 190-191 37 Μεγάλου Φωτίου. Ἦχος Γ΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή α΄. 38 Ματ.5,3 39 Jean Claus Larchet, Ἡ θεραπευτική τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τόμος Β΄, Ἀποστολική Διακονία,σελ. 249

Ἀκτησίας πλοῦτος. «Μέγας τῆς ἀκτησίας, ὁ ἀναφέρετος πλοῦτος, Χριστοῦ γάρ πτωχεύσαν-τος καί ξένου χρηματίσαντος· οὕτω τόν βίον ἰθύνειν, Κόρη καί ἡμεῖς παρ’ αὐτοῦ διδασκόμε- θα40».

Ἁμάρτημα41 «Τῆ μετανοία πᾶν κακόν, καί πᾶν ἁμάρτημα εἴκει, Θεοτόκε πάντων ἐλπίς· αὐ- τῆς ταῖς ὁδοῖς ἡμᾶς κατεύθυνον, ὅπως τούς σχόντας δι’ αὐτῆς ἁμαρτημάτων τήν λύσιν, τύ-χωμεν μετρίως μιμησάμενοι42».

Ἄννα καί Ἰωακείμ*. «Ἅγιος καρπός Ἰωακείμ ἐκ ρίζης, καί Ἄννης ἐβλάστησας ἐκ μήτρας Μη-τηρ Θεοῦ· ὅθεν ὁ κόσμος, πλουτεῖ πηγήν ἐλέους, καί οἱ ἀσθενοῦντες καρποῦνται τήν ὑγεί-αν43».

Ὢ μακαρία ῥίζα· πόθεν ταύτην ἐβλάστησε; Περὶ ταύτης ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὡς χελιδὼν κελαδεῖ, τῇ πυρίνῳ γλώττῃ βοῶν· Ἀναστήσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται, καὶ ἀναπαύσεται ἐπ’ αὐτὴν Πνεῦμα φόβου Θεοῦ.

Ἐκ τῆς ῥίζης δὲ Ἰεσσαὶ Δαβὶδ ὁ βασιλεὺς, καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Δαβὶδ τοῦ βασιλέως ἡ ἁγία Παρ-θένος, ἡ ὁσία τῶν ὁσίων ἀνδρῶν θυγάτηρ, ἧς οἱ γονεῖς Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, οἵτινες ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, οἳ καὶ καρπὸν τοιοῦτον ἐβλάστησαν, τὴν ἁγίαν Παρθένον Μα-ρίαν, ναὸν Θεοῦ ὁμοῦ καὶ μητέρα· Ἰωακεὶμ δὲ καὶ Ἄννα καὶ Μαρία, οἱ τρεῖς τῇ Τριάδι σαφῶς ἐλειτούργησαν. Ἰωακεὶμ γὰρ ἑρμηνεύεται ἑτοιμασία Κυρίου· ἐξ αὐτοῦ γὰρ ἡτοιμάσθη ναὸς Κυρίου ἡ Παρθένος. Ἄννα δὲ πάλιν ὁμοίως χάρις ἑρμηνεύεται· χάριν γὰρ ἔλαβεν Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ἵνα τοιοῦτον βλαστήσωσι καρπὸν διὰ προσευχῆς, τὴν ἁγίαν Παρθένον κτησάμενοι. Ἰωακεὶμ γὰρ ἐν τῷ ὄρει προσηύχετο, καὶ Ἄννα ἐν τῷ παραδείσῳ (κήπω), αὐτῆς. Κυοφορήσα-σα δὲ Ἄννα, οὐρανὸν καὶ θρόνον χερουβικὸν ἔτεκε, τὴν ἁγίαν κόρην Μαρίαν44».

40 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή α΄. 41 «Ἁμαρτία» σημαίνει: «ἀστοχία». Καί «ἁμαρτάνω» σημαίνει: «ἀστοχῶ». Ὅταν ὅμως μιλᾶμε γιά ἀστοχία, εἶναι φυσικό νά ὑπονοεῖται ἡ ὕπαρξη ἑνός στόχου. Καί κάθε μας ἐνέργεια, εἴτε εἶναι εὔστοχη, εἴτε ἄστοχη σέ κάποιο βαθμό. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ στόχος; Καί τί εἶναι ἡ εὐστοχία καί ἡ ἀστοχία; Φυσικό εἶναι, ὁ στόχος στόν ὁποῖο ἀποσκοποῦν οἱ ἐνέργειές μας, νά ἀντιπροσωπεύει τό κέντρο ὅλης μας τῆς ὕπαρξης. Ὁ στόχος νά εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς μας! Καί ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς γιά τόν ἄνθρωπο; Μά φυσικά ἡ ὁμοίωση μέ τόν Θεό! Πλασθήκαμε κατ’ εἰκόνα Του, γιά νά ὁδηγηθοῦμε ἐλεύθερα στό καθ’ ὁμοίωσιν. Τό κατ’ εἰκόνα εἶναι ἡ δυνατότητα νά τοῦ μοιάσουμε, μιά δυνατότητα τήν ὁποία στεροῦνται τά ζῶα. Καί τό κάθ’ ὁμοίωσιν, εἶναι Ἡ ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ στόχου. Νά γίνουμε ὅμοιοι μέ τόν Θεό κατά χάριν. Κάθε ἄνθρωπος, εἶναι ἐλεύθερος, νά ἀξιοποιήσει αὐτή τή δυνατότητα πού τοῦ δίνει ὁ Θεός μέ τήν ὕπαρξη πού τοῦ ἔχει χαρίσει. Κάθε ἄνθρωπος, εἶναι ἐλεύθερος, νά «στοχεύσει» μέ τή ζωή καί τίς πράξεις του στή θέωση, ἤ νά δαπανάει τή ζωή του «στό γάμο τοῦ Καραγκιόζη», στοχεύοντας σέ κάθε τί ἄλλο, ἐκτός ἀπό τό ἴδιο τό νόημα καί τό σκοπό τῆς ζωῆς του! Κάθε μας ἐνέργεια καί κίνηση, εἶτε μᾶς φέρνει πιό κοντά στό στόχο, στό ποθούμενο τῆς θέωσης, εἴτε μᾶς ἀπο-μακρύνει ἀπό αὐτό τό στόχο. Καί κάθε ἐνέργεια πού μᾶς φέρνει πιό κοντά, εἶναι μιά εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό ἐπιτυχία. Ἐνῶ κάθε ἀστοχία ἀπό τό στόχο αὐτό, εἶναι ἁμαρτία. Ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, ὅλα αὐτά εἶναι πολύ διαφορετικά ἀπό τήν ἐντύπωση τοῦ δικαστηρίου καί τοῦ «αὐστηροῦ κριτή» πού ἔχουν πολλοί στό μυαλό τους. Κι ὅμως αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας στή Χριστιανική πίστη, ὅπως τήν ἔχει διατηρήσει ἀναλλοίωτη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου μας. Κανένας δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά θεω-θοῦμε, καί κανένας δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά ἐπιλέξουμε μιά διαφορετική πορεία ζωῆς. Ἀλλά ὅ,τι ἐπιλέξουμε, αὐτό εἶναι πού θά καθορίσει τό αἰώνιο μέλλον τῆς ὕπαρξής μας. Καί στό βαθμό πού θά πλησιάσουμε τή θέωση, θά ἀμοιφθοῦμε μέ τή βίωση τῆς ζωῆς του Ἰδίου τοῦ Θεοῦ πού θά χαρίσει σέ ὅσους ἀγωνίστηκαν στόν ἀγώνα αὐτό τῆς «σκοποβολῆς». Ἐνῶ ἀντίθετα, στό βαθμό πού θά διώξουμε τόν Θεό ἀπό τή ζωή μας, καί θά τόν κρατήσουμε μακριά, στόν ἴδιο βαθμό θά στερηθοῦμε τά δῶρα πού θά δώσει Αὐτός στούς νικητές. Αὐτή εἶναι ἡ «τιμωρία» τῶν κακῶν ἤ ἀμελῶν σκοπευτῶν. Ἡ στέρηση τοῦ δώρου! http://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/amartia1.htm 42 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 43 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή ζ΄ 44 Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου πόλεως Κωνσταντίας, τῆς Κυπριωνήσου, ἐγκώμιος εἰς τὴν ἁγίαν τὴν Θεοτόκον. Homilia in laudes Mariae deiparae. P.G.43, 488- 9, Ερευνητικό έργο: ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ – ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ. www.aegean.gr/culturaltec/chmlab.

Ἀρετῆς45 ἐν εἴδεσι τέσσαρσι. «Τό μύρον τῆς ἀρετῆς ἐν εἴδεσι τέσσαρσι, Θεομῆτορ ἄριστα συ-σκευάζεται· φρονήσει δέ ἀνδρεία ψυχικῆ, δικαιοσύνη θεία, καί σωφροσύνης καθαρότητι, τού-των δέ ἐγώ ἀπεστέρημαι46.

Γεέννη. «Ὑπό τόν ἅδην ὑπάρχων, ἀνεβιβάσθης πρός ὕψος, ταῖς πρός τόν θεῖον μου Υἱόν, ἱκε-σίαις καί πρόσχαις· μή τοῖς προτέροις σου δεινοῖς, ἐμπέσης ἐγκλήμασιν ἀλλ’ ἄπελθε, εἰς ὁ-δούς μετανοίας μήπως πάλιν, τῆ γεένη ἐμβληθῆς47».

Γεέννης. «Στέναξον κλαῦσον ψυχή μου καί σεαυτήν,ἀπεντεῦθεν πένθησον,ἐκβοῶσα τῶ Χρι-στῶ, σῆς Μητρός οἰκτίρμον ταῖς λιταῖς, τόν ὑπεύθυνον φρικῆς ρῦσαι γεέννης με48».

Γεέννης φλογί. «Μόνος ἀποστάς τῆ θείας θεωρίας, κτηνώδης γεγένημαι καί τεθηρίωμαι, μό-νη τόν Κτίστην, ἀφράστως τετοκυῖα, λύτρωσαί με Κόρη τῆς ἐν φλογί γεέννης49».

Δαιμόνων*. «Νεκρώσας τόν θάνατον, Σῶτερ τό πρίν, τόν Ἀδάμ τῶν δεσμῶν ἠλευθέρωσας· διό καί νῦν τόν δοῦλόν σου Υἱέ μου δυσωπῶ, ἐξάρπασον δαιμόνων, τῶν ἐπηρεαζόντων· αὐτοί γάρ οὐκ ἐῶσι, μετανοῆσαί τινα πώποτε50».

«Οἱ δαίμονες εἶναι πνεύματα. Λοιπόν συγγενεύουν καί ἀφομοιοῦνται μέ τόν ἰδικόν μας πνεῦμα, τόν νοῦν. Ὁ δέ νοῦς ὡς τροφοδότης τῆς ψυχῆς ὅπου εἶναι – καθότι αὐτός φέρει πᾶ-σαν νοερᾶς κινήσεως ὄψιν καί νόησιν εἰς τήν καρδίαν, ἡ δε καρδία τό διϋλίζει καί τό δίδει πρός τήν διάνοιαν – ὁ νοῦς λοιπόν ἀπατᾶται κατά τό παράδειγμα τῆς πηγῆς. Ἤγουν κλεψι-μαίω τῶ τρόπω τό ἀκάθαρτον πνεῦμα θολώνει τόν νοῦν καί αὐτός τό δίδει πρός τήν καρδίαν, ὅπως εἶναι, κατά συνήθειαν. Ἄν ἡ καρδία δέν εἶναι καθαρά, σκοτεινῶς τό δίδει εἰς τήν διάνοι-αν. Καί σκοτίζεται τότε καί ἀμαυροῦται ἡ ψυχή. Καί ἔκτοτε ἀντί θεωρίας δέχεται διαρκῶς φαντασίες. Καί μέ τόν τρόπον αὐτόν ἐβγῆκαν ὅλες αἱ πλάνες καί ἔγιναν αἱ αἱρέσεις51».

Δαιμόνων παμπόνηρα. «Πανύμνητε Μῆτερ, βοῶ σοι κἀγώ, προσευχῆ καί νηστεία έξερχον-ται, τά πλήθη τά παμπόνηρα δαιμόνων ἐξ αὐτοῦ· ἀλλ’ οὗτος ἐγκρατεία, δεήσει καί ἁγνεία, μή καθάρας τό σῶμα δαιμόνων φεῦ γέγονε σπήλαιον52».

45 Ποιά εἶναι τώρα ἡ ἐντολή πού προτρέπει τό λογιστικό μας; «Ἐγώ σᾶς λέγω νά μήν ὁρκιστεῖτε καθόλου (Ματθ. 5, 34). Ὁ λόγος σας ἄς εἶναι ναί ἤ ὄχι (Ματθ. 5, 37.). Ὅποιος δέν ἀρνήθηκε τά πάντα καί δέν μέ ἀκολουθεῖ, δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα (Ματθ. 10, 37-38). Νά περάσετε ἀπό τήν στενή πύλη» (Ματθ. 7, 13). Αὐτά εἶναι τά παραγγέλματα γιά τό λογιστικό. Ὁ ἀντίπαλος διάβολος λοιπόν, γιά νά ὑποτάξει ἕναν ἄριστο στρατηγό, πού εἶναι τό λογιστικό, τό βγάζει ἀπό τά λογικά του μέ λογισμούς γαστριμαργίας καί ἀδιαφορίας, καί ἀφοῦ σάν μέθυσο στρατηγό τό χλ-ευάσει καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἡγεμονία, χρησιμοποιεῖ, τό πονηρό φίδι, σάν ὑπηρέτες τῶν ἀνόμων θελη-μάτων του τό θυμό καί τήν ἐπιθυμία. Οἱ δύο αὐτές δυνάμεις, ἀφοῦ μείνουν ἐλεύθερες ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ λογι-κοῦ, μεταχειρίζονται τίς πέντε αἰσθήσεις σάν ὑπηρέτες γιά νά ἁμαρτάνουν φανερά.Ἔτσι συμβαίνουν οἱ διάφορες πτώσεις. Τότε λοιπόν καί τά μάτια γίνονται περίεργα, ἀφοῦ δέν ἔχουν τόν νοῦ νά τά δεσμεύει, καί ἡ ἀκοή ἀγαπᾶ νά ἀκούει τά μάταια καί ἡ ὄσφρηση ἐκθηλύνεται καί τό στόμα γίνεται ἀκράτητο καί τά χέρια ἀγγίζουν ἐκεῖνα πού δέν πρέπει. Σ’ αὐτά ἀκολουθεῖ ἀδικία ἀντί δικαιοσύνη, ἀνοησία στή θέση τῆς φρονήσεως, ἀκολασία ἀντί σω-φροσύνη δουλεία ἀντί ἀνδρεία. Αὐτές οἱ τέσσερις γενικές ἀρετές, δηλαδή ἡ δικαιοσύνη, ἡ φρόνηση, ἡ σωφροσύνη καή ἡ ἀνδρεία ὅταν εἶναι ὑγιεῖς, κυβερνοῦν τά τρία μέρη τῆς ψυχῆς. Ὅταν αὐτά διευθύνονται ὀρθά, ἐμποδίζουν τίς αἰσθήσεις ἀπό τά ἄτοπα. Καί τότε ὁ νοῦς ἔχει γαλήνη, καί καθώς οἱ δυνάμεις του κυβερνιοῦνται ἐνθέως καί ὑπακούουν, ἀνδραγαθεῖ εὔκολα στόν νοητό πόλεμο. Ἄν ὅμως σκοτίζει τίς δυνάμεις του ἀπό ἀπροσεξία καί νικιέ-ται ἀπό τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, τότε παραβαίνει τίς θεῖες ἐντολές. Τήν παράβαση ὅμως ὁπωσδήποτε ἀκολουθεῖ, ἡ μετάνοια ἀνάλογη, ἤ κόλαση στό μέλλον. Καλό λοιπόν εἶναι νά ἔχει πάντοτε νήψη ὁ νοῦς, μέ τήν ὁποία ἀφοῦ σταθεῖ στήν κατά φύση κατάσταση, γίνεται ἀληθινός τηρητής τῶν θείων ἐντολών. Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: Νηπτικά Κεφάλαια (Φιλοκαλία τ. Γ, Περιβόλι τῆς Παναγίας, κεφ.18) 46 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή γ 47 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, Ὠδή θ΄. 48 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, ἦχος πλ. β΄ Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή α΄. 49 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδῆς ζ΄. 50 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Σάββατο Ἑσπέρας, ἦχος α΄,ὠδή ε΄ 51 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΛΣΤ, σελ. 214 – 215 52 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Σάββατο Ἑσπέρας, ἦχος α΄, ὠδή ε΄.

Δάκρυά με ἀξίωσον* «Πόμα με κατανύξεως πότισον, Θεογεννῆτορ Μαριάμ, καί δάκρυά με ἀξίωσον, ἀπό καρδίας προσφέρειν, σβεστήρια φλογός τῆς μενούσης με53».

Ἐάν δέν βλέπης τά δάκρυα νά χέουν εἰς κάθε ἐνθύμησιν τοῦ Θεοῦ, ἀγνωσίαν νοσεῖς, ἐξ οὗ γεννᾶται ὑπερηφάνεια καί σκληραίνεται ἡ καρδία. Ἔστω λοιπόν ἡ ταπείνωσις ὡς ἔνδυμα εἰς ὅλας σου τάς κινήσεις καί γίνου σπόγγος τῆ Συνοδεία καθαρίζων πάντα ὀνειδισμόν καί ἐξουδένωσιν· ποτίζων τήν ψυχήν σου ὄχι μέ τιμάς καί ἐπαίνους, ἀλλά μέ ὀνειδισμούς καί κα-τηγορίας, ὤν ἀνεύθυνος. Μή ζητήσης ποτέ σου νά εὕρης τό δίκαιον, διότι τότε ἔχεις τό ἄδικον. Ἀλλά μάθε νά ὑπομένης ἀνδρείως τούς πειρασμούς οἱουσδήποτε καί ἄν ἐπιτρέψη ὁ Κύριος. Χωρίς πολλάς δικαιολογίας νά λέγης· – Εὐλόγησον! καί χωρίς νά σφάλης νά μετανοῆς ὅτι ἔσφαλες. Ἐν ἐπιγνώσει ψυχῆς· καί ὄχι ἀπ’ ἔξω, δι’ ἔπαινον, νά λέγης πώς ἔσφαλες καί μέσα νά κατακρίνης. Μή ζητῆς εἰς τάς θλίψεις σου παράκλησιν ἀπό τούς ἀνθρώπους, διά νά πα-ρακληθῆς ἀπό τόν Θεόν. Ἡ γέφυρα διά τῆς ὁποίας διαβαίνομεν πάντες εἶναι ἡ συγχώρησις εἰς τούς πταίοντας· καί ἄν τόν πταίοντα δέν συγχωρῆς, χαλᾶς τήν γέφυραν, ὅθεν ἤθελε δια-βῆς. Γίνου λοιπόν τύπος καλός καί παράδειγμα εἰς τούς ἄλλους διά τῶν ἔργων σου τῶν κα-λῶν καί εὐαρέστων τῶ Κυρίω, καί μή θέλε διά τῆς γλώσσης σου νά νικήσης τούς πάντας. Μή νομίζης ἀνάπαυσιν, ὁπόταν ὁμιλήσης, ἐάν ζητήσης νά εὕρης τό δίκαιον. Τό δίκαιον εἶναι νά ὑπομείνης ἀνδρείως τόν ἐπερχόμενον πειρασμόν διά νά βγῆς νικητής, κἄν ἔπταισες ἤ δέν ἔπταισες. Εἰ δέ καί λέγεις· «μά διατί;» μάχεσαι τόν Θεόν, τόν ἀποστείλοντα λυπηρά διά τήν ἐμπαθῆ σου κατάστασιν. Ὁ Θεός μᾶς παγιδεύει, διά νά ἔλθωμεν εἰς ἀπάθειαν. Καί, ἄν δέν τά βαστάζης, ὄντως τόν Θεόν πολεμεῖς54. ….».

Δάκρυά μοι δός. «Δάκρυά μοι δός, κατανύξως Παρθένε, ὥσπερ χρυσοῦν ἡλάριον, ἐν τῆ ἀθ-λία μου βαλοῦσα ψυχῆ· ἥν ἔχω διηνεκῶς, μνήμην καί πόνον τῶν κακῶν, λόγων καί πράξεων· σύ γάρ ὑπάρχεις λιμήν χειμαζομένων, καί ἀπηλπισμένων ἐλπίς καί προστασία55».

Δεσπότου*. «Ἡ πάναγνος ἀληθῶς καί πάντων Δέσποινα, ἡ τόν Δεσπότην τοῦ παντός ἀνερ-μηνεύτω λόγω, συλλαβοῦσα Χριστόν, τῆς δεσποτείας τοῦ τυραννοῦντος δραπέτου δεσπότου κοσμοκράτορος, λυτρωσανένη με δεῖξον δοῦλόν σου γνήσιον56».

«Ὤ πόσον λυπεῖται ὁ Δεσπότης Χριστός, πόσον πικραίνεται τῶν ψυχῶν ὁ Νυμφίος, ὅταν διά παραμικρόν πειρασμόν τοῦ θέτομεν εἰς τήν κεφαλήν τῆς ἀπογνώσεως ἡμῶν τό ἀκάνθι-νον στέφανον!57»

Διαβόλου* «Ροήν μοι δώρησαι, δακρύων δέσποινα, ὅπως πλύνω τόν ρύπον τόν τῆς ψυχῆς, καί εὕρω ὁ ἄθλιος, ὅπερ ἀπώλεσα κάλλος, συμβουλία τοῦ ὄφεως58».

«Ὁ διάβολος εἶναι τεχνίτης ἰσχυρός, εἶναι ἐφευρέτης κακῶν καί τῆς κάθε πλάνης δημι-ουργός. Εἶναι πνεῦμα πονηρόν, καί παίρνει τήν μηχανούλα μας καί τήν κάνει ὅπως θέλει αὐ-τός. Εἶναι καί πόλεμοι ὅπου δέν τούς γνωρίζει ὁἄνθρωπος· καθότι εἶναι πάλη νοερά καί δέν εἶναι εὔκολον νά τούς διακρίνη κανείς. Εἶναι ψυχικαί ἀλλοιώσεις, διανοητικαί κινήσεις, σω-ματικαί ἀσθένειαι καί μεταβολαί59».

Δοξολογῶ. «Στῆσον τάς καταιγίδας, τῶν ἡδονῶν καί παθῶν μου, τῆ αὔρα τῆς θείας σου, πρεσβείας παναμώμητε· ὅπως ἐν γαλήνη καρδίας, σοῦ δοξολογῶ* τήν ἀνείκαστον δύναμιν60».

Ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ νά εἶναι συνεχῶς στό στόμα μας, καί καρδιακή, ὅπως ὁ μακαρι-στός Γέροντας Παΐσιος, συνέχεια τόν ἄκουγες ψιθυριστά νά λέει: «δόξα σοι ὁ Θεός».

53 Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου Εὐγενικοῦ, ἦχος πλ. α΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 54 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΣΤ΄. σελ. 59-61 55 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 56 Ἰωάννης Εὐχαΐτων. ἦχος γ΄. Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 57 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΛΒ, σελ. 190 58 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, ἦχος πλ. Β΄ Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 59 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. Θ΄.σελ. 77-78 60 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Ἦχος Βαρύς, Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή α΄.

Ἡ Παναγία μας μετά τήν προφητεία τῆς Ἐλισάβετ, ὅτι εἶναι ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου, ἀναπέ-μπει τήν ὠδή της ἀρχίζει ἀπό τήν δοξολογία τοῦ Θεοῦ: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό πνεῦμα μου ἐπί τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου».

Ἀπό τήν ταπείνωση ἐκβάλλει ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Εἶπε ὁ Γέροντας Πορφύριος: Ὁ Θεός θέλει νά ὁμοιωθοῦμε μέ τούς ἀγγέλους. Οἱ ἄγγελοι μόνο δοξολογοῦν τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ προσευχή τους, μόνο ἡ δοξολογία. Εἶναι λεπτό πρᾶγ-μα ἡ δοξολογία· ξεφεύγει ἀπ’ τά ἀνθρώπινα…Ἡ δοξολογία εἶναι ἀνιδιοτελής προσευχή. Οἱ ἄγγελοι δέν προσεύχονται, γιά νά κερδίσουν κάτι, εἶναι ἀνιδιοτελεῖς. Ὁ Θεός ἔδωσε σέ ἐμᾶς αὐτή τήν δυνατότητα, ἄν ἡ προσευχή μας εἶναι μία διαρκής δοξολογία, προσευχή ἀγγελική. Ὅταν μποῦμε σ’ αὐτήν τήν προσευχή θά δοξάζομε τόν Θεό συνεχῶς ἀφήνοντάς τα ὅλα σ’ Αὐτόν, ὅπως εὔχεται ἡ Ἐκκλησία μας: «…πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμε-θα». Αὐτά εἶναι τά «ἀνώτερα μαθηματικά» τῆς πίστεώς μας!».

Εἰρηναίαν κατάστασίν μοι δίδου. «Ἰάτρευσόν μου τά τραύματα τῆς σαρκός, καί τό πολυτά-ραχον τῶν λογισμῶν κλυδώνιον· Δέσποινα κατεύνασον, καί εἰρηναίαν* κατάστασίν μοι δί-δου61».

«Τό σπουδαιότερο πρᾶγμα εἶναι νά εἰρηνεύσης ἐσύ μέ τόν Θεό, καί ἅμα εἰρηνεύσης ἐσύ μέ τόν Θεό, χιλιάδες ἄνθρωποι θά ἔλθουν νά εἰρηνεύσουν κοντά σου».

Εἶναι ἡ εἰρήνη πού ἀκολουθεῖ τόν ἀποκλεισμό τῆς αἰσθήσεως καί τήν ἀποφυγή τῶν πάν-των καί μέ τήν ἡσυχία. Τελειότητα τῆς εἰρήνης ὅταν δεχθεῖ μέ τή χάρη μέσα της τήν παρου-σία τοῦ Ἀκτίστου καί κοινωνήσει τό ἀμετάβλητο καί ζωοποιό Πνεῦμα, γίνεται θαυμαστή, παίρνει ἄλλη ζωή, ἀπολαμβάνει τήν ὑπερφυσική ζωή, τήν πραγματικά ἀμετάβλητη, εἰρηνεύ-ει μέ τήν εἰρήνη πού ξεπερνᾶ κάθε νόηση62».

Ἐλέησόν με Δέσποινα. «Δάκρυσιν προσπίτω σοι ἀγαθή, καί ἐκβοῶσοι ἐλέησόν με63 Δέσποινα,

τόν πολλαῖς ὑπεύθυνον, ἁμαρτίαις καί πάθεσιν· ἵνα ὡς Θεοτόκον σε κυρίως σέβομεν64».

Ἐλπίς*. Ἐλπίς χριστιανῶν, ἀψευδής καί βεβαία, ἐλέους χορηγέ, καί πηγή συμπαθείας, ἡ κλ-είς ἡ διανοίγουσα, τοῦ Θεοῦ τήν χρηστότητα, πᾶσιν ἄνοιξον, τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην· πᾶσι δώρησαι τοῦ τῆς τρυφῆς Παραδείσου, τήν εἴσοδον Δέσποινα65».

Ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἐλπίδα, γιατί μ’ αὐτήν περιμένουμε τόν μισθό τῆς ἀγάπης. Ἐλπίδα εἶναι ἡ ἀσφαλής ἀπόκτηση τοῦ θησαυροῦ πρίν ἀπό τήν ἀπόκτησή του, εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀγάπης66.Ἡ ἐλπίδα στό Θεό εἶναι ἀθάνατη, ἀμετάτρεπτη, ἀμετακίνητη.Δέν δέχεται μετα-βολή, δημιουργεῖ κάθε ἀσφάλεια καί κάνει ἀκαταμάχητο ἐκεῖνον, πού τήν χρησιμοποιεῖ μέ ἀκρίβεια καί μέ τήν πρέπουσα διάθεση67. Ὁ πιστός Χριστιανός ἐλπίζει σίγουρα ἀφ’ ὅσον αὐτό εἶναι προπαντός γιά τήν ψυχική του ὠφέλεια68. Θεμέλιο τῆς ἐλπίδος εἶναι ἡ πίστη στό Θεό καί στήν πρόνοιά Του, ἡ ὁποία ἐκδηλώθηκε μέ τήν ἀποστολή στόν κόσμο τοῦ Χριστοῦ καί τήν παράδοσή Του στό σταυρικό θάνατο γιά τήν σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐ-τό καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Σ’ Αὐτόν ὀφείλουμε τά πάντα καί ἀπό Αὐτόν ἀναμέ-

61 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος Γ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 62 Ἅγιος Κάλλιστος Ἀγγελικούδης, φιλοκαλία, τόμ. ε΄, κεφάλαια, Ἀθήνα 1988, σελ.181, Φιλιπ.4,7 63 Ὅπως ἔρχεται ὁ ζητιᾶνος στήν πόρτα σου καί στέκεται μέ σχῆμα ἐλεεινό, μέ καρδιά λυπημένη, μέ μάτια δακρυ-σμένα καί μέ τρεμάμενη φωνή καί σοῦ φωνάζει· κάνε ἔλεος, σέ ἐμένα ἀφέντη μου! ἐλέησόν με τόν ταλαίπωρο! σύ δέ ὅταν τόν βλέπεις ἔτσι ταπεινωμένο τοῦ δίνεις ἔλεος. Ἔτσι καί ἐσύ ἀδελφέ, ἄν θέλεις νά σοῦ δώση ἔλεος ὁ Θεός, μή λέγεις μόνον ἐλέησόν με Κύριε, ἀλλά καί μετανόει· κάνε ἀποχή ἀπό τό κακό, ἔχε καρδιά συντετριμμένη καί ταπεινωμένη καί τότε θά λάβεις τό θεῖον ἔλεος. Ἡ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τό μέτρο τοῦ θείου ἐλέους, κατά τόν Μ. Βασίλειο, ὅσο αὐτή εἶναι χωρητική, τόσο σοῦ δίνεται, κατά τόν λόγο τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Γένοιτο Κύριε τό ἔλεός σου ἐφ’ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπί σέ» (Ψαλμ. λβ). 64 Μιχαήλ τοῦ μεγάλου ρήτορος, Ἦχος Γ΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 65 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος α΄, Κάθισμα ὠδῆς στ΄. 66 Κλῖμαξ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, λόγος περί ἀγάπης, κεφ.16 67 Βασ. Χαρώνη, Παιδαγωγικήἀνθρωπολογία, ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τομ. 2ος , σελ.682. 68 Ρωμ.ε, 5, η, 24-25, Ἑβρ. α,1

νουμε ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν σωτηρία μας69». Ὁ ἐλπίζων ἐπ’ Αὐτόν οὐδέποτε κα-ταισχύνεται70. Ἐλπίζει ὁ Ἐζεκίας στόν Κύριο καί νικᾶ τούς Ἀσσυρίους πολυαριθμοτέρους αὐ-τοῦ. Ἔρχεται ὕστερα ἡ ὥρα τοῦ θανάτου καί ἐπειδή πάλιν ἐλπίζει πρός τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἐπικαλεῖται μετά δακρύων, καί παρατείνεται ἡ ζωή του ἐπί 15 ἔτη71. Ὁ Ἰούδας ἦταν Ἀπόστο-λος, πρόδωσε τόν Χριστό,ἀλλά ἐπειδή ἀπελπίστηκε ἔχασε τήν ψυχήν του.Ὁ ληστής ἐνῶ ἦταν κακοῦργος ἐπειδή ἤλπισε στόν Χριστό, εἰσῆλθε πρῶτος στόν Παράδεισο72.

Ἐργαστήριον. «Ἐργαστήριον τῶν δύο,τῆς ἑνώσεως φύσεων, σύ ὑπῆρξας Κόρη,ὑπέρ νοῦν καί λόγον καί ἔννοιαν,ἐξ’ ἧς ὁ πάντων Δεσπότης ἐξυφάνατο· οὐ τροπῆ ἀλλἀ ἑνώσει φορέσας τήν σάρκωσιν73».

«…Καί τότε Σύ, «ἡ ἀπεικόνιση καί ἔκφραση τοῦ Πατέρα» κατοίκησες ἐντός της, ἀπερί-γραπτα, τραβώντας ξανά τήν καταποντισμένημας φύση στό ἄπειρο ὕψος τῆς ἀκατάληπτής Σου Θεότητας. Αὐτήν τήν ἀνθρώπινη φύση τήν προσέλαβες στήν πιό ἔξοχη μορφή της ἀπό τά πάναγνα, ἀμόλυντα καί πανάμωμα αἵματα τῆς ἁγίας Παρθένας, φόρεσας σάρκα ἔμψυχη πού εἶχε λόγο καί νοῦ (νοερή καί λογική), τῆς ἔδωσες τήν ὑπόστασή Σου κι ἔγινες τέλειος ἄνθρωπος, δίχως νά πάψης νά’ σαι τέλειος Θεός ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, καί ντύθηκες ἀπό ἄφατη εὐσπλαχνία τη δική μας ἀδυναμία. Καί γεννήθηκες ἀπ’ Αὐτήνἕνας Χρστός, ἕνας Γιός, Θεός καί ἄνθρωπος ὁ ἴδιος, τέλειος Θεός καί συνάμα τέλειος ἄνθρωπος, ὁλόκληρος Θεός καί ὁλόκληρος ἄνθρωπος μιά σύνθετη ὑπόσταση ἀπό δύο φύσεις τέλειες, τη θεϊκή καί τήν ἀνθ-ρώπινη, καί μέσα σέ δύο τέλειες φύσεις, τή θεϊκή καί τήν ἀνθρώπινη. Ὄχι ἄσαρκος Θεός οὔτε ἁπλά ἄνθρπος, μά ἕνας καί μοναδικός Γιός τοῦ Θεοῦ καί Θεός μέ σάρκα, ὁ ἴδιος Θεός καί μα-ζί ἄνθρωπος,ἔξω ἀπό κάθε σύγχυση καί διαίρεση,ἔχοντας καί φυσικές ἰδιότητες τῶν δύο ἀνό-μοιων σέ οὐσία φύσεων πού εἶναι ἑνωμένες ὑποστατικά,ἀσύγχυτα καί ἀδιαίρετα, δηλαδή τό χτιστό καί τό ἄχτιστο, τό θνητό καί τό ἀθάνατο, τό ὁρατό καί τό ἀόρατο, τό κλεισμένο σέ σύνορα καί τό ἄπειρο, θεϊκό καί ἀνθρώπινο θέλημα, θεϊκή ἐνέργεια μά καί ἀνθρώπινη, δύο αὐτεξούσιες φύσεις, τή θεϊκή καί τήν ἀνθρώπινη, τά θεϊκά θαύματα καί τ’ ἀνθρώπινα πάθη, αὐτά δηλαδή πού ἔχουν σχέση μέ τη φυσική μας ἀδυναμία καί εἶναι ἔξω ἀπό τήν ἁμαρτία.

Κι’ αὐτά γιατί τόν Ἀδάμ,ὅπως ἦσαν πρίν ἀπό τήν πτώση,ἐλεύθερος ἀπό ἁμαρτία,τόν ἔκα-νες. Κύριε, μέ τήν ἄμετρη εὐσπλαχνία σου σάρκαΣου – τό σῶμα, τήν ψυχή, τό νοῦ καί τίς φυ-σικές τους ἰδιότητες -, γιά νά χαρίσης σ’ ὅλη μου τήν ὕπαρξη τή σωτηρία, ἀφοῦ, ἀλήθεια, «ὅτι δέν ἔχει προσληφθῆ δέ θεραπεύεται». Καί ἔτσι ἔγινες «μεσίτης ἀνάμεσα στό Θεό καί τούς ἀνθρώπους», ἔλυσες τήν ἔχθρα καί ὁδήγησες τούς ἀποστάτες στόν πατέρα σου κοντά, ξανά-φερες πίσω τό πλανεμένο πλάσμα. Ἦταν σκοτεινό καί τό φώτισες, ἔκανες πάλι καινούργιο τό συντρίμμι,ἄλλαξες σέ ἄφθαρτο σέ φθαρτό. Λύτρωσες τήν κτίση ἀπό αὐτό ψέμα τῶν πολ-λῶν Θεῶν, ἔκανες «τέκνα τοῦ Θεοῦ» τούς ἀνθρώπους, ἀνάδειξες μέτοχους τῆς θεϊκῆς Σου δόξας τούς ἀτιμασμένους. Ὕψωσες «πάνω ἀπό κάθε Ἀρχή καί Ἐξουσία» τόν καταδικασμένο στῆς γῆς τά τάρταρα, πῆρες μέσα σου καί κάθισες μαζί σου στό βασιλικό θρόνο τόν τιμωρη-μένο νά ξαναγίνη χῶμα καί νά κατοικῆ στόν Ἅδη. Ποιός λοιπόν ἦταν τό ἐργαστήρι γιά τ’ ἀναρίθμητα τοῦτα ἀγαθά, πού ξεπερνᾶτε τό νοῦ καί τή δύναμή του; Δέν εἶναι ἡ ἀειπάρθενη Μητέρα Σου;74»

Ἔργων τῆς αἰσχύνης. «Ἐγγίζει ψυχή τό τέλος, ἐπί θύραις τό κριτήριον, ἀπόστηθι τῶν ἔργων τῆς αἰσχύνης,καί ἐπιλαβοῦ τῆς ἀγαθῆς πολιτείας·75 ἔχεις γάρ σύμμαχον τήν Θεοτόκον,ἐκ πά-

69 Χ. Μπ. Ἡμερολόγιο Ἀποστολικῆς Διακονίας 1997 70 Ψαλμ. 21 71 Κάτοπτρον Κοινωνίας, σελ. 264, τ. 2ος 72 Ἀρχιμ.Ἰωήλ Γιαννακοπούλου,Ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, τόμ. 2ος , σελ. 264, 73 Ἁγίου Θεοφάνους τοῦ Νικαίας τοῦ καί Γραπτοῦ, Τρίτη Ἑσπέρας, ἦχος δ΄, ὠδή δ΄. 74 Ἁγίου Ἰωάννου Δαασκηνοῦ, Ἡ Θεοτόκος, Ἔκδοση, Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γ΄, ἀνα τύπωση, σελ. 108-109. 75 Ἐκεῖνοι λοιπόν πού διεξάγουν νοητό ἀγώνα, ὀφείλουν νά ἐκλέγουν ἀπό τίς θείες Γραφές ἐργασίες πνευματικές καί νά τίς βάζουν πάνω στό νοῦ σάν ὑγιεινά ἐπιθέματα. Καί ἀπό τό πρωΐ, μέ ἀκριβή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί ἀδιάλει-πτη μέσα στήν ψυχή τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά στεκόμαστε μέ ἀνδρεία καί ἀποφασιστικότητα στή

σης ρυομένην σε κακώσεως76».

Εὐχαριστηρίους. «Εὐχαριστηρίους ὠδάς σοι, ὡς κυριακήν εὐπορίαν, προσφέρω ὁ παῖς σου Θεογεννῆτορ· ἀνυμνῶ σου τήν ἀντίληψιν, καί προστασίαν φοβεράν, αἶς ἀεί με σκέπεις77».

«Τά στοιχεῖα τῶν ἀγρύπνων καί προσεκτικῶν, πού ζοῦν μέ ἡσυχία εἶναι ἡ ἐξομολόγηση καί ἡ εὐχαριστία78».

«Ὁδηγός τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ καρδιά πού κινεῖται σέ ἀδιά-λειπτη εὐχαριστία79 ὅπως: αὔξηση τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά σου. Δρόμος πού σέ ὁδη-γεῖ στήν πύλη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ οὐρανοῦ, (στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ). Αὔξηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ80».

«Ὁ Θεός δέν μᾶς ἐδημιούργησε γιά νά δοκιμάσωμε ὄχι τήν ὀργή Του, ἀλλά τήν ἀγάπη Του81, ὥστε ἀπολαμβάνοντας τά ἀγαθά Του, νά ἔχωμε διάθεση εὐχαριστίας καί εὐγνωμοσύ-νης πρός τόν εὐεργέτη Θεό…Ὁ Θεός εἶναι ὁ αἴτιος τῆς σωτηρίας, ὁ ὁποῖος μᾶς χάρισε ζωή καί μακαριότητα, τή γνώση καί τήν δύναμη, τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά τά ἔχει ὁ ἄνθρωπος χω-ρίς τήν χάρη τοῦ Θεοῦ.Ἐκεῖνος λοιπόν πού θέλει νά κάνει τό καλό, ἄς τά ζητᾶ μέ τήν προσευ-χή ἀπό τό Θεό…Ἐκεῖνος πού ἀναπνέει τόν ἀέρα, γνωρίζοντας ὅτι χωρίς αὐτόν δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν εἶναι ἄξιος ἐπαίνου, ἀλλά μᾶλλον χρωστᾶ πολλές εὐχαριστίες σ’ Ἐκεῖνον πού ἔκα-νε τόν ἀέρα καί τοῦ χάρισε τήν δύναμη τῆς ἀναπνοῆς καί τῆς ὑγείας ὥστε νά ἀναπνέει καί νά ζεῖ.Ἔτσι κι ἐμεῖς ἔχομε χρέος μᾶλλον νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό γιατί μέ τήν προσευχή καί τή γνώση καί τήν δύναμη καί τίς ἀρετές κι ἐμᾶς τούς ἴδιους καί τά γύρω μας, ὅλα τά ἔκανε κατά χάρη. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί τά πάντα δέν παύει νά μηχανεύεται γιά νά νικήσει τήν κακία τήν δική μας καί τῶν ἐχθρῶν μας τῶν δαιμόνων82».

Θανάτου μελέτη. «Μελέτη θανάτου* ὧ ψυχή, ἀθλία προηγείσθω σου,ἐν ταῖς τοῦ βίου πράξε-σι πάντοτε· καί θρῆνον λάβε καί πένθος σύστησον, ἔχουσα μεσίτριαν,τήν ἁγνήν καί ἄμωμον, προς Χριστόν τόν ἐκ ταύτης βλαστήσαντα83».

«Πόθος τῆς ἡσυχίας84 εἶναι ἡ διαρκής ἀναμονή τοῦ θανάτου καί μέ αὐτήν τήν μελέτη θά προσεγγίσωμε τόν Θεό μέ τήν καρδιά μας85».

πύλη τῆς καρδιᾶς καί νά θανατώνομε μέ τή φρούρηση τοῦ νοῦ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς τῆς γῆς, (Ψαλμ. 100,8.) ὅπως λέει ὁ Δαβίδ, δηλαδή τούς λογισμούς, καί μέ τήν ἔκσταση καί ἔκταση τῆς πιστῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ νά κόβο-με γιά τόν Κύριο τά κεφάλια τῶν τυράννων (Ἀββ. 3,14) καί τίς ἀρχές τῶν ἐχθρικῶν λογισμῶν. Γιατί βέβαια γνω-ρίζομε ὅτι καί στούς νοητούς ἀγῶνες ὑπάρχει κάποια θεϊκή ἐργασία καί τάξη. Ἔτσι πρέπει νά κάνομε βάζοντας τόν ἑαυτό μας, ἕως ὅτου ἔρθει ὁ παρών καιρός τοῦ φαγητοῦ. Κατόπιν, ἀφοῦ εὐχαριστήσομε τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος ἀπό φιλανθρωπία καί μόνο μᾶς χορταίνει διπλά, καί μέ πνευματική καί σωματική τροφή, νά ἀφιερώνομε τό χρό-νο μας στή μνήμη καί μελέτη τοῦ θανάτου καί τήν ἄλλη μέρα νά συνεχίζομε μέ δύναμη τήν πρωϊνή μας ἐργασία. Ὅταν τά κάνομε αὐτά κάθε μέρα, μόλις πού θά μπορέσομε νά ξεφύγομε μέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου τά δίχτυα τοῦ νοητοῦ ἐχθροῦ. Καθώς αὐτά πολυκαιρίζουν μέσα μας, γεννοῦν τά τρία τοῦτα, πίστη, ἐλπίδα καί ἀγάπη. Ἡ πίστη μᾶς προδιαθέτει νά φοβόμαστε τό Θεό ἀληθινά. Ἡ ἐλπίδα, ἀφοῦ ὑπερπηδήσει τό δουλικό φόβο, ἑνώνει τόν ἄνθ-ρωπο μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ βέβαια ἡ ἐλπίδα δέν καταισχύνει (Ρωμ. 5,5.), ἐπειδή γεννᾶ τή διπλῆ ἀγάπη, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτῶνται ὅλος ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆτες (Ματθ. 22,40). Ἡ ἀγάπη τέλος, δέ χάνει ποτέ τήν ἀξία της, (Α΄ Κορ. 13,8.), ἀλλά ἀφοῦ γίνει αἰτία νά ἐκπληρώνει στόν παρόντα αἰώνα τούς θείους νόμους ἐκεῖνος πού τήν ἔχει, τόν συνοδεύει καί στόν μέλλοντα. (Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: Νηπτικά Κεφάλαια (Φιλοκαλία τ.Γ, Περιβόλι τῆς Παναγίας κεφ. 2) 76 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος Γ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 77 Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος β΄, ὠδή δ΄. 78 Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, Ἀσκητικοί, λόγοι, Ε.Π.Ε. ΙΒ, κεφ. 9 79 Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος Ἀσκητικοί, λόγοι, Ε.Π.Ε, ΟΓ, κεφ.13 80 Ἀββᾶς Ἰσαάκ…..Ε, κεφ.25 81 Α΄, Θεσ. 5,9 82 Ἅγιος Πέτρος Δαμασκηνός, Φιλοκ. τ. γ΄.Ἀθήνα 1986, σ. 73 κ. ἑξ…. 83 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, γ΄ ὠδή. 84 Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Ἀσκητικοί λόγοι, Ε.Π.Ε, τόμ. Β΄, λδ 23ος, παρ.24 85 «Ὅταν βάζης τόν νοῦ στήν καρδιά σου καί βλέπης ὅτι εἶναι καθαρή, τότε ἔχεις ἡσυχία, ἡ διάνοιά σου δέν ταράσ- σεται, καί ἔχεις τήν εἰρήνη καί τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ». Ἀρχ. Αἰμιλιανοῦ, Λόγος περί νήψεως, ἑρμηνεία στόν ἅγιο Ἡσύχιο, Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2007, σελ.343

«Η μνήμη τοῦ θανάτου, «ἁγνίζει τόν νοῦ καί το σῶμα. Τήν μνήμη θανάτου διψοῦσα πάν-τοτε νά τήν πάρω σύζυγό μου καί μέ αὐτή νά κοιμοῦμαι, μέ αὐτή νά μιλάω καί νά συζητῶ τί μέλλει νά γίνει μετά τήν ἀπόθεση τοῦ σώματος.

Ἡ ζωηρή μνήμη τοῦ θανάτου περιέχει πραγματικά πολλές ἀρετές. Γεννᾶ τό πένθος, προτρέ-πει σέ ἐγκράτεια ἀπό ὅλα, ὑπενθυμίζει τήν γέεννα, εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς καί τῶν δα-κρύων, φρουρεῖ τήν καρδιά, παύει τήν ἐμπαθή προσκόλληση στή σάρκα ἀφοῦ εἶναι ἀπό πη-λό, ἀναβλύζει τήν ὀξύτητα τοῦ νοῦ μαζί μέ τήν διάκριση. Παιδιά αὐτῶν εἶναι ὁ διπλός φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Περιέχει πολλές Δεσποτικές ἐντολές. Σ’ αὐτήν παρατηρεῖται ὁ πάρα πολύ δύσκολος ἀγώνας κάθε στιγμῆς γιά τόν ὁποῖο φροντίζουν οἱ περισσότεροι ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ86».

Θελημάτων θείων. «Νοός μου τῶ νόμω προσβάλλων,ὁ ἀντιστρατευόμενος νόμος τῆς σαρ-κός κατεπείθει, μη τάς εὐθείας ὁδούς τῶν θείων θελημάτων, βηματίζειν τοῦ Υἱοῦ σου, διό δέ-ομαι, τῆ σῆ μεσιτεία διόρθωσόν με Κόρη87».

Θέλημα Θεοῦ. «Προηγούμενον κατά τοῦτο γάρ ἀγαθοποιεῖ καί δέν τιμωρεῖ τό ἑπόμενον καλούμενον θέλημά του, τό ὁποῖον καί παραχώρησις ἤ ἐγκατάλειψις ὀνομάζεται88».

Θεός μετά Θεόν. «Χαίροις μετά Θεόν ἡ Θεός, τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα ἡ δεχομένη τῶν ἐκ Θεοῦ δωρεῶν, τό πλήρωμα ὅλον καί εἰς ἅπαντας· Ἀγγέλους ἀνθρώπους τε, τοῦτο δια-πορμεύουσα, τοῦ ἐμπύρου οὐρανοῦ τό τεράστιον τηλεσκόπιον89,βουλῶν θείων θαυμάσιον·…. καί σοῦ τῆ γεννήσει, ἡ αἰώνιος τοῦ Κτίστου βουλή πεπλήρωται90».

Θεραπεία91πραγματοποιεῖται: «…ὅταν, διαλυθεῖ ἡ νύκτα τῶν λογισμῶν, ἀπελαθεῖ τό σκότος τοῦ νοῦ, ἡ ζοφώδης ἄγνοια, ἡ ὁμίχλη τῶν παθῶν, καί τοῦ φωτός βαδίζειν τάς θείας τρίβους92».

86 Ὅσιος Φιλόθεος Σιναΐτης, Φιλοκαλία. τ. Γ΄ Ἀθήνα 1986, σελ. 14,15,27 87 Ποίημα Ἀρσενίου Μοναχοῦ, ἦχος γ΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 88 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Κῆπος Χαρίτων, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1958, σελ. 118 89 Οἱ δέ Ὀπτικοί, ἐσένα γνωματεύουν θαυμάσιον τηλεσκόπιον, διά μέσου τοῦ ὁποίου ἀποκαλύφθηκε ἡ προαιώνιος βουλή (θέληση) τοῦ Θεοῦ, καί ἔμεῖς οἱ Χριστιανοί, βλέπωμε μέ ἀκρίβεια δι’ αὐτοῦ τά ἀπόκρυφα μυστήρια τοῦ Θε-οῦ. (Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Κῆπος Χαρίτων, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1958, σελ. 215) 90 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος πλ. α΄. Κυριακῆς Ἑσπέρας, προσόμοιον. 91 Θεραπεία τί ἐννοῦμε. Ἐνοοῦμε κυρίως θεραπεία τοῦ νοῦ καί τῆς καρδίας. Διεξοδικά ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀνέλυσε ὅτι ὁ νοῦς ἀρρωσταίνει, ὅταν διά τῶν αἰσθήσεων διαχέεται στο περιβάλλον, καί θεραπεύεται, ὅταν ἐπι-στρέφη προς ἑαυτόν, κατέρχεται στήν καρδιά καί στήν συνέχεια ἀνέρχεται πρός τό Θεό. Αὐτό συνιστᾶ τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν, ἀπό τό “εἰδεχθές προσωπεῖον” στό κατ’ ἐξοχήν πρόσωπο. Στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε προσωποκεντρικές θεωρίες ἔξω ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἀσκητι-κή. Δέν πρόκειται γιά μιά ἀφηρημένη φιλοσοφική θεωρία περί τοῦ προσώπου, ἀλλά γιά τήν ὀρθόδοξη ἄποψη γιά τό πρόσωπο, πάθη ἀπαλλαγή καί ἐπιστροφή του νοῦ στήν καρδιά. Ὁ ἀγώνας καί ἡ προσπάθεια για τήν ἀπαλ-λαγή ἀπό τά πάθη πρέπει νά συνδεθῆ μέ τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Μιά θεραπευτική ἀγωγή πού ἐξαν-τλεῖται στήν ἐπιφάνεια, χωρίς νά στρέφεται καί στήν θεραπεία τοῦ νοός εἶναι ἠθικολογία. Ἐδῶ φαίνεται καί ἡ ἀξία τῆς νηπτικῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀποβολή τοῦ ἡσυχασμοῦ ἀπό τήν χριστιανική ζωή ἐκκοσμι-κεύει τήν Ὀρθοδοξία. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά προσαναλολίσουμε τήν θεραπευτική ἀγωγή στήν θεραπεία τοῦ νοός. Ὅσοι πνευματικοί πατέρες ἀγνοοῦν αὐτήν τήν μέθοδο ἀδυνατοῦν νά θεραπεύσουν τά πνευματικά τους παιδιά, ἀφοῦ τά ἀφήνουν ἀθεράπευτα ἤ σέ ἕνα πνευματικό ναρκισσισμό καί σέ μιά πνευματική αὐτάρκεια. Ἡ διδασκα-λία περί πένθους θά κάνη τήν ἀγωγή ὀρθόδοξη καί ἐκκλησιαστική. Διαφορετικά θά εἶναι οὑμανιστική, δυτική, θεραπεία ὅπως τήν ἀναλύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Εἶναι πολύ ρεαλιστική καί φυσική. Αὐτό λέγεται με τήν ἔννοια ὅτι γνωρίζει τήν τραγική κατάσταση ἐκ τῶν παθῶν καί θεραπεύει τόν νοῦ καί τίς αἰσθήσεις, τήν ψυχή καί τό σῶμα, τόν ἄνθρωπο καί τήν κοινωνία. Δέν ὑπάρχει μονομέρεια, αὐτονόμηση, ὑπερτίμηση τοῦ ἑνός εἰς βά-ρος τοῦ ἄλλου. Ὅλος ὁ ἄνθρωπος θεραπεύεται, ἁγιάζεται, γίνεται κατά Χάριν Θεός καί ἁγιαζόμενος ἁγιάζει καί τήν κτίση. Ἡ ὀρθόδοξη πνευματική, τῆς ὁποίας κέντρο εἶναι ἡ καρδιά, λύει ρεαλιστικά ὅλα τά κοινωνικά, πολιτι-κά καί οἰκολογικά προβλήματα. Καί αὐτό γιατί ὅταν θεραπεύεται ὁ νοῦς καί τά πάθη τῆς φιλοκτημοσύνης, τῆς φιλοδοξίας καί τῆς φιληδονίας,τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται κοινωνικός καί εὐεργετικός στούς συνανθρώπους του καί στό περιβάλλον. Γι’ αὐτό ἡ θεραπεία τοῦ νοός εἶναι λύση ὅλων τῶν συγχρόνων μεγάλων προβλημάτων… Ἔτσι φανερώνουν ἡ δυναμικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί τήν ἐπικαιρότητά της. Ἀποδεικνύουν στήν πράξη ὅτι ἡ ὀρθοδοξία δέν εἶναι κοινωνική ὀργάνωση, ἀλλά τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κατά διαφόρους βα-θμούς μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ θεραπεύει τόν ἄνθρωπο καί τόν ἑνώνει μέ τόν Θεό. Ἔτσι ἡ Ὀρθό-δοξη Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο, πνευματικό νοσοκομεῖο». Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς Ἁγιορείτης, ἔκδ. γ΄. Ἱ.Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Λεβαδειᾶ 2007, σελ 203-204.

Καρδία καί στόματι. «Ὑμνεῖν ἀδιαλείπτως93 τόν Θεόν,Παρθένε ὀφείλομεν καρδία καί στόμα-τι, ἀλλ’ ἡμεῖς τῆ ραθυμία κρατούμεθα·94»

Καρδίαν κάθαρον. «Σβέσον τό πῦρ τῶν απαθῶν καί νέκρωσον,τό φρόνημα τῆς σαρκός, φώτι-σον τόν νοῦν, κάθαρον τήν καρδίαν*, καί θρέψον τήν ψυχήν μου,ἄρτω οὐρανίω, καί σῶσόν με Θεογεννῆτορ95.

«Ὅλος ὁ ἀγώνας μας πρέπει νά στοχεύει στήν ἀπόκτηση τῆς καθαρῆς καρδιᾶς. Γιά χάρη της πρέπει νά ἀποζητᾶμε τήν ἡσυχία. Γι’ αὐτήν νά νηστεύουμε. Γι’ αὐτήν πρέπει νά ἀγρυπν-οῦμε νά ὑπομένουμε τήν κακοπάθεια, νά γυμνητεύουμε, νά μελετοῦμε…πρέπει νά ἀσκού-μαστε σέ ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές, μέ τίς ὁποῖες θά μπορέσουμε νά προετοιμάσουμε τήν καρ-διά μας καί νά τή φυλάξουμε ἄθικτη ἀπό τά πάθη. Ἔτσι ἡ καρδιά, ἀνεβαίνοντας ἄνετα τήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν, θά φθάσει στήν τέλεια ἀγάπη96».

Λάθε βιώσας. Ἄγνωστος νά εἶναι ἡ πνευματική σου ζωή. «Πρᾶξις ἀρίστη ἐνάρετος πέλει, ἡ κεκρυμμένη καί ἄγνωστος*, ἥν καί Θεός ἀοράτως προσδέχεται· ταύτης με ἀξίωσον, κοινωνόν χρηματίσαι παντευλόγητε97».

«Λάθε βιώσας», ἔχει μία κρυφή ζωή, τήν νῆψι. Ὁ μυστικός, ὁ ἔνδον ἀγώνας, ἡ προσεκτική ὅρασι, πού ἐκπέμπει τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν», εἶναι ὁ ἀόρατος πόλεμος. Νῆψις σημαίνει: παρακολούθησι τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ἀγρυπνῶ, ἔχοντας ἡσυχία μέσα μου καί ἀποκλείοντας κάθε γνῶσι, γνώμη, ἰδέα, ἀπόφασι, ἐπιθυμία. Λέγω τήν εὐχή καί φυλάσσω τίς πύλες μου, ὥστε νά μήν μποροῦν νά μέ πειράξουν οἱ ἄλλοι.

Ἐάν ὅμως δέν φροντίζης μέ κάθε τρόπο νά κρύβεσαι ἀπό τούς ἀνθρώπους, δέν κάνεις τιπο-τε…δέν ἀποκαλύπτομε τόν ἔσω ἀγώνα, διότι ὁ ἐχθρός θά σοῦ ἐπιτεθῆ, βάζοντας διά τοῦ ἄλ-λου κακό λογισμό, τό μῖσος, τήν ἔχθρα, τήν ἀντίδρασι, ὥστε νά σέ πειράξη καί νά χάσης τήν εἰρήνη98».

Λογισμοί* ἀκολασίας. «Ὑπνώττοντι, δεινῶς ἐπιτίθενται, ἀκολασίας λογισμοί, καί προσυνω-θοῦσι γαργαλισμούς καί ρεύσεις, ἀλλά φεῖσαι τούτων, πανάσπιλε τῆς βλάβης99».

«Λογισμοί ματαίων μέ, ψυχοφθόρων λύτρωσαι ἁγνή, λογισμούς λαβεῖν δέ τούς τῆς κρίσεως, καί τῆς ἐκεῖ ἀξίωσον καταστάσεως100».

«Κατάσβεσον ἀγαθή, τῶ δροσισμῶ τοῦ ἐλέους σου, τά βέλη, (οἱ λογισμοί), τά κατ’ ἐμοῦ, δο-λίως, δολίως κινούμενα νυκτός καί ἡμέρας τε· τά πεπυρωμένα, τοῦ ἐχθροῦ τοῦ πολεμοῦντός μου101».

Ἡ συγχυτική ἁμαρτία ἐταλαιπώρησε καί ταλαιπωρεῖ καί καταδυναστεύει τήν εὐσέβεια καί τήν ἀρετή. Εἶναι μακάριος ἐκεῖνος πού θά συντρίψει τά νήπια αὐτῆς πρός τήν πέτρα102. Νήπια δέ τῆς ἀσεβείας καί ἁμαρτίας εἶναι οἱ νεογέννητοι καί ἀνόητοι λογισμοί, (σκέψεις μέ εἰκόνες), πού σπέρνουν οἱ δαίμονες, καί πρέπει νά τούς συντρίβει ἐπάνω στή νοητή πέτρα (τόν Χριστό) τῆς πίστεως, αὐτός εἶναι ἀληθινά μακάριος103.

92 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος Δ΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, Κάθισμα ὠδῆς α΄. 93 Ὑπάρχει ἕνας νοητός πόλεμος πού γίνεται μέσα μας, πού εἶναι πιό φοβερός ἀπό τόν αἰσθητό πόλεμο. Καί πρέ-πει ὁ ἐργάτης τῆς εὐσέβειας νά τρέχει νοερά πρός τόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό (Φιλιπ. 3,14), γιά νά θησαυρίσει τελεί-ως μέσα στήν καρδιά του τή μνήμη τοῦ Θεοῦ σάν μαργαριτάρι ἤ πολύτιμο λίθο. Καί πρέπει ὅλα νά τά παραμέ-ρίζομε, ἀκόμη καί τό σῶμα, καί αὐτή τή ζωή νά καταφρονοῦμε, μόνο καί μόνο γιά νά ἀποκτήσωμε στήν καρδιά μας τό Θεό. Γιατί ἀρκεῖ, ὅπως λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, νά βλέπει κανείς μέ τό νοῦ τοῦ τό Θεό, γιά ν’ ἀφανίσει τούς πονηρούς δαίμονες.(Ὅσ. Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: Νηπτικά Κεφάλαια (Φιλοκ. τ.Γ, Περιβόλι τῆς Παναγίας κεφ. 1) 94 Ἁγ. Ἀνδρέα Κρήτης, Δευτέρα Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄. ὠδή στ΄. 95 Ὅσιος Νικόλαος ὁ Κατασκεπηνός, ἦχος πλ. β΄, Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 96 Συνομιλία μέ τόν Ἀββᾶ Μωϋσῆ, Ἀββᾶ Κασσιανοῦ, συνομιλίες με τούς πατέρες τῆς ἐρήμου, Ἑτοιμασία, τ.Α΄ σ. 128 97 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή ζ΄. 98 Ἀρχ.Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, , Λόγος περί νήψεως, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2007, σελ. 83, 85 99 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης, Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 100 Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, Κυριακῆς Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή στ΄. 101 Καλλινίκου Ἡρακλείας, Τετάρτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄, ὠδή στ΄. 102 Ψαλμ. ρλστ΄. 9 103 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον,τόμ.Α΄, ἐκδ.»’Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 196

Περί τῶν λογισμῶν ρωτήθηκε ὁ θεῖος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἀπάντησε: «Νεκρούς μή φοβοῦ·» νεκρούς ὀνομάζει τούς λογισμούς· δέν εἶναι πράγματα ἀληθινά, ἀλλά τῆς φαντασί-ας παιχνίδια καί τοῦ διαβόλου λόγια104.

Μακαρισμῶν. «Νόμους διδούς νέους ἐπί γῆς, ὁ Ποιητής μακαρισμῶν ἀπήρξατο, οἱ πτωχοί* λέγων μακάριοι, οἱ πενθοῦντες* ἄχραντε· οὕς ἡμᾶς πληροῦν καθικέτευε105».

«Ὅλοι οἱ μακαρισμοί κάνουν τόν ἄνθρωπο κατά χάρη θεό. Ὥστε εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ καί ὀφείλομε νά εὐχαριστοῦμε πολύ τό Θεό γι’ αὐτούς καί γιά τά ἔπαθλα πού ἔχουν, δηλαδή τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν στό μέλλον, ἐνῶ σ’ αὐτή τή ζωή, παρηγορία καί ἀφθονία κάθε ἀγα-θοῦ καί ἔλεος ἀπό τό Θεό, καί τή φανέρωση τοῦ Θεοῦ μέ τή θεωρία τῶν κρυφῶν μυστηρίων πού εἶναι κρυμμένα στίς ἅγιες Γραφές καί σέ ὅλα τά κτίσματα καί ἀνταμοιβή μεγάλη στούς οὐρανούς. Καί γινόμαστε ὅμοιοι μέ τό Χριστό καί μέ τή μίμησή Του ἐδῶ στή γῆ καί οἱ «μακά-ριοι» κάθε ἐντολῆς πρᾶγμα πού εἶναι τό ἀκρότατο ἀγαθό, τό ἀνώτερο πού μπορεῖ νά ἐπιθυ-μήσει ὁ ἄνθρωπος106».

Ἡ μακαριότης τῆς ταπεινώσεως.

«Μέ τήν ἐκζήτησι τοῦ θείου ἐλέους νιώθουμε τόν ἑαυτό μας ἁμαρτωλό, πεσμένο, ζητιάνο, τραυματισμένο, ἀπολωλός πρόβατο. Καί ταπεινούμεθα.Καί δακρύζομε. Καί πενθοῦμε. Ἐνθυ-μούμεθα τίς ἁμαρτίες μας. Σκεπτόμεθα πόσο ἐπικράναμε τόν εὐεργέτη μας Ἰησοῦ Χριστόν. Ὁμοιάζουμε μέ τόν τυφλό τοῦ Εὐαγγελίου πού ἐκλιπαροῦσε: «Ἰησοῦ, υἱέ Δαβίδ, ἐλέησόν με». Καί ζητᾶμε νά μᾶς ἀνοίξη τά μάτια τῆς ψυχῆς, νά δοῦμε τό φῶς, νά δοῦμε τόν Θεόν. Ὁ τυφ-λός ἀνέβλεψε ἀφοῦ πῆρε τό φάρμακο. Ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τό χῶμα καί τό πτύ-σμα καί ἡ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Πιστεύω πώς μπορεῖ νά ἀνοίξουν καί τά δικά μας μάτια μόνο μέ παρόμοιο φάρμακο. Νά γίνωμε συντετριμμένοι καί ταπεινοί σάν τό χῶμα. «Γῆ καί σποδός».Νά δεχτοῦμε τήν ἐξουδένωσι τῶν ἀνθρώπων καί δαιμόνων. Αὐτό εἶναι τό «πτύσμα». Καί κατόπιν νά πλυθοῦμε μέσα στήν ἁγία κολυμβήθρα τῶν δακρύων.

Χωρίς ταπείνωσι εἶναι ἀδύνατον νά ὑπάρξη πραγματική μετάνοια. Καί χωρίς μετάνοια πῶς μπορεῖς νά εἶσαι βέβαιος ὅτι θα σωθῆς; Πρωταρχική προϋπόθεσις σωτηρίας εἶναι ἡ συνειδη-τή, ἡ θερμή, ἡ ὁ λοκληρωμένη καί μάλιστα διαρκής, μόνιμη καί ἀδιάλειπτη μετάνοια. Αὐτό μᾶς τό ἐπιβεβαιώνει ὁ τελώνης, ἡ πόρνη, ὁ ληστής, ὁ ἄσωτος, ὁ ἀπ. Πέτρος.Ὅλοι τους ἐπέρα-σαν ἀπό τό καμίνι τῆς μετανοίας, ὅλοι ἐδοκίμασαν τόν πόνο πού φέρνει ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεό.Καί ἔτσι ἔφθασαν στήν χαρά τῆς σωτηρίας, στήν εὐφροσύνη τῆς ἐπιστροφῆς. Ἴσως λοι-πόν δέν εὑρέθηκε μέχρι τώρα ὡραιότερη καί συκλονιστικώτερη προσευχή μετανοίας ἀπό τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἡ συνεχής καί ἀδιάκοπη ἐκζήτησις τοῦ θεί-ου ἐλέους ὑπερβαίνει σέ βάθος καί μυστική δύναμι καί αὐτόν τόν 50ό ψαλμό τῆς μετανοί-ας.Λέγοντας τόν ψαλμό αὐτόν γεμίζεις μέ ὑπέροχα βέβαια βιώματα καί συναισθήματα.Πρός στιγμήν ὅμως. Λίγο μετά τό τέλος ἐξατμίζονται ἀπό τήν ψυχή σου. Μέ τήν νοερά προσευχή ἡ συναίσθησις καί τῆς πτωχείας καί τῆς ἁμαρτωλότητος ἀρχίζει νά γίνεται ἀνύστακτο βίωμα, κατάστασις ἐσωτερική, πού δημιουργεῖ μόνιμη βάσι «ἀμυθήτου συντριμμοῦ» πού κάνει «κα-τάπτηχον τῶ φόβω τοῦ Θεοῦ» τήν ψυχή καί καί φέρνει μία ἀδιάλειπτη μετάνοια μέσα στήν ἀτμόσφαιρα χαρμολύπης καί χαροποιοῦ πένθους. Ὁ ἅγιος Ἡσύχιος μᾶς προτρέπει: «Ἄς κρα-τήσωμεν τήν εὐχή καί τήν ταπείνωσι,αὐτά τά δύο καί τήν νῆψι,πού εἶναι ἐξωπλισμένα μέ δύ-ναμι κατά τῶν δαιμόνων σάν φλογερή μάχαιρα. Διότι μποροῦμε, ἄν ζοῦμε ἔτσι, νά γιορτάζω-με χαρούμενα, καρδιακῶς καί μυστικῶς κάθε ἡμέρα καί ὥρα». Αὐτή εἶναι ἡ μακαριότης τῆς «πτωχείας τῶ πνεύματι» καί τῆς ταπεινώσεως107».

104 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Σωτ. Σχοινᾶ, Βόλος, 1956, σελ. 103 105 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 106 Ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός, βιβλίο πρῶτο, Φιλοκαλία τ. γ΄. «Περιβόλι τῆς Παναγίας», Ἀθήνα 1986, σελ. 89 107 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Θεσ/κη, 2001, σελ. 59

Ἡ μακαριότης τοῦ χαροποιοῦ πένθους108.

Ἡ ἀκτημοσύνη, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς109, εἶναι μητέρα τῆς ἀμεριμνίας. Ἡ ἀμεριμνία, τῆς προσοχῆς καί προσευχῆς.Αὐτές εἶναι μητέρες τοῦ πένθους καί τῶν δακρύ-…Ἀπό αὐτό πηγάζει ἡ χαρά καί τό μακάριο γέλιο τῆς ψυχῆς. Τότε πλέον τά ὀδυνηρά δάκρυα μετατρέπονται σε γλυκά, καί τά λόγια τοῦ Θεοῦ γίνονται γλυκύτατα στό λάρυγγα καί ἀνώ-τερα ἀπό μέλι στό στόμα110…μαθαίνει ἡ καρδιά, ἐν μέρει τόν ὑπερβολικό πλοῦτο τῆς ἀγαθό-τητος τοῦ Θεοῦ,σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Δαβίδ:«Γευθεῖτε καί μάθετε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἀγα-θός111». Αὐτός εἶναι ἡ ἀγαλλίαση τῶν δικαίων, ἡ χαρά τῶν εὐθέων, ἡ εὐφροσύνη τῶν ταπει-νωμένων, ἡ παρηγοριά ἐκείνων πού πενθοῦν γι’ Αὐτόν».

Τά πρῶτα δάκρυα τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι πένθιμα. Δάκρυα συντριβῆς καί πόνου, Σάν ἐκεῖνα τά πικρά ρυάκια τῶν ματιῶν τοῦ ἀπ. Πέτρου μετά τήν ἄρνησι στήν αὐλή τοῦ Ἀρχιερέ-ως.Τά δάκρυα αὐτά εἶναι δάκρυαμετανοίας. Ἡ σκληρότης καί τό ἀπερίτμητο τῆς καρδιᾶς μας για νά διαλυθῆ καί νά μαλακώση, ζητοῦν δάκρυα. «Γιά νά ποτισθῆ ἡ ξερή γῆ καί νά ἀρδευ-θοῦν τά χωράφια μέ τά αὐλάκια χρειάζεται πολύ νερό καί βροχή112». Καί γιά νά ποτισθῆ ἡ ψυχή μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ καί νά διατεθῆ καί νά ἀναβλαστήσουν ἀπό μέσα της θεῖες κατά-στάσεις χρειάζονται δακρύβρεκτοι στεναγμοί.

Τά δάκρυα τῆς «εὐχῆς» ἔχουν πάρει κάτι ἀπό τήν ἀνείπωτη μητρική ὀδύνη καί τήν φωτιά τῆς πυρίνης ρομφαίας, πού ἔσχισε τήν καρδιά τῆς Παναγίας μας μπροστά στόν Σταυρό. Ἔχουν πάρει κάτι ἀπό τήν εὐγνώμονα καρδιά τοῦ λεπροῦ ἀπό τόν ἄσβηστο πόθο τοῦ ἠγαπημένου μαθητοῦ γιά τόν Χριστό, ἀπό τό ξέσπασμα τῆς χαρᾶς τῶν μαθητῶν πού εἶδαν τόν Κύριο «ἐ-ηγερμένον ἐκ νεκρῶν». Τό πένθος μεταβάλλεται σέ ἄφατη χαρά. Τά δάκρυα πού χαρίζει ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή εἶναι καί τελωνικά καί κατανυκτικά, εὐγνώμονα, ἐρωτικά καί ἀναστά-σιμα. Καί κάνουν ἔτσι ἀνάλογη τήν προσευχήμας: ἄλλοτε τελωνική, ἄλλοτε ἐρωτική, ἄλ-λοτε ἀναστάσιμη. Καμμία γλῶσσα στόν κόσμο δέν μπορεῖ νά ἐκφράση πῶς καί γιατί δακρύ-ζει ἀπό χαρά ὁ ἄνθρωπος στήν προσευχή, ὅταν προφέρη ὁ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καί τί νιώθει τήν οὐράνια ἐκείνη ὥρα .113».

Μακαρισμῶν. «Δός μοι διανύειν τόν βίον μου, διά πάντων τῶν σεπτῶν, τοῦ σοῦ Υἱοῦ μακα-ρισμῶν*, τοῦ πτωχεύειν τῶ νοΐ, πενθεῖν πραΰνεσθαι* πεινῆν· διψῆν τε μετ’ ἐφέσεως τό δίκαι-ον, ὑπάρχειν, καθαρόν καί ἐλεήμονα, ποιεῖν εἰρήνην διώκεσθαι, ὑπέρ Θεοῦ Παναμώμητε, καί χαίρειν με, ἐπί τούτοις ἀγαλλόμενον114».

«Ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ μακαρίους ὅσους ἀγωνίζονται νά πολιτευθοῦν συμφώνως πρός τούς μακαρισμούς του. Καί τοῦτο διότι ἡ πνευματική ἐργασία πού συνιστᾶ ὁ Κύριος διά τῶν μακα-ρισμῶν, ἡ ἄσκηση δηλαδή τῶν ἀρετῶν, καταλήγει στήν ὁμοίωση πρός τόν Θεόν. Μακάριος φύσει καί ἀληθῶς εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά μακάριοι γίνονται καί ὅσοι ὁδεύουν πρός τήν εὐαγγελι-κή τελειότητα…Εὐαγγελική πολιτεία καί ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τῶν μακαρισμῶν εἶναι ἔννοιες ἰσοδύναμες…Διάφορα εἶναι τά ἀγωνίσματα, ἀλλά ἕνα τό ἔπαθλο, ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Κάθε ἕνας ἀπό τούς μακαρισμούς εἰσάγει τόν Χριστιανό σέ μία πνευματική ὁδό καί τόν καλεῖ νά ἀσκήσει τήν ἀντίστοιχη ἀρετή.

108 Πλήρωσον τήν καρδίαν μου Κόρη, κατανύξεως δέομαι, δός καί τῆ ψυχῆ μου σωτήριον πένθος· τόν θυμόν μου τρέψον κατά τῶν δαιμόνων, πᾶσαν μου τήν ἔφεσιν μετάθες προς τόν Κύριον, προσευχαῖς σχολάζειν με ἐνίσχυσον πάντοτε, ὅπως διά σοῦ ζωῆς τύχω, καί τῆς θείας λαμπρότητος. Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βα-ρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, Προσόμοιον. 109 Πρός τή μοναχή Ξένη, Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄. Περιβόλι τῆς Παναγίας, Ἀθήνα 1987, σελ. 266 110 Ψαλμ. 118, 103 111 Ψαλμ. 33, 9 112 Ὅσιος Ἠλίας Πρεσβύτερος, Φιλοκαλία τ. Β΄, 310 ρστ΄. 113 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ….Θεσ/κη, 2001, σελ. 60 114 Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, Δευτέρα Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄. ὠδή Προσόμοιον. ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ: Ἡ πτωχεία στό Πνεῦμα ὁδηγεῖ στό πένθος, κι αὐτό στήν πραότητα καί αὐτό στή λαχτάρα τῆς δικαιοσύνης καί αὐτή στήν ἐλεημοσύνη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καί στή Θέα τοῦ Θεοῦ. Στούς Μακαρισμούς βασίζεται τό νηπτικό σχῆμα κάθαρση-φωτισμός-θέωση, τό ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται μέ τή φυ-λακή τῶν αἰσθήσεων, τήν ἀπαλλαγή ἀπό τίς ἔμμονες ἰδέες, τούς λογισμούς, τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ ἀπό τόν ἐγκέ-φαλο στήν καρδιά μέσω τῆς δυναμικῆς νοερᾶς εὐχῆς Κύριε Ιησού Χριστέ ἐλέησόν με, καί τήν τελική θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός. ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑ ΟΡΘ. 61 – Σ. ΔΕΣΠΟΤΗ Δ.Θ.

Θεμελιώδης γιά τόν χριστιανό εἶναι ἡ πραότης.

«Ἡ πραότης πού γεννᾶται ἀπό τήν νοερά, ἀδιάλειπτη προσευχή, διαποτίζει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξί μας. Καί τό ἔλεος πού χαρίζει ὁ Θεός στούς πράους εἶναι ἔλεος κληρονομίας τῆς «καινῆς γῆς» δηλ. τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Καί ἡ μακαριότης τῆς πραότητος δέν ἐκφρά-ζεται. Εἶναι ἀνέκφραστη πεῖρα! Μιά εἰκόνα της ὅμως μπορεῖς νά πάρης μέ τήν ἔλλογη σιωπή της, μέ τήν καλωσύνη της, μέ τήν ἀνεξικακία καί ἀμνησικακία της μέ τήν συγχωρητικότητά της. Ἐσωτερικά ἡ πραότης εἶναι συνταιριασμένη καί παίρνει τήν δύναμή της ἀπό τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ,πού ἁπλώνει κι αὐτή τήν γλυκειά της σκέπη μέ τήν ἀδιάλειπτη ἐπίκλησι τοῦ θεί-ου ὀνόματος. «Πραότης ἐστιν ὕλη ταπεινώσεως λέγει ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, ὁ πρᾶος δέν ταράσσεται ποτέ, ἀλλά θεωρεῖ ὅτι ὁ πειρασμός τοῦ γίνεται ἀφορμή νά συγχωρηθῆ, διότι κάποτε ἐλύπησε τόν Θεόν ἤ τούς συνανθρώπους του.» Ὄχι μόνο δέν ταράσσεται ἀλλά μᾶλ-λον χαίρεται, ἀλλά χαίρεται συλλογιζόμενος πώς τοῦ εἶναι ἡ εὐκαιρία αὐτή μεγάλο κέρδος πνευματικό. Εἶδες πῶς ἡ πραότης εἶναι ὁ συντομώτερος δρόμος γιά τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν, ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή χαρά;115».

«Ἁγιωσύνης ἱερόν, ἐλεημοσύνης χωρίον, δικαιοσύνης ἀληθῶς, ἐνδιαίτημα Δέσποινα δέο-μαι, δικαιώσασα σῶσόν με, δωρεάν τόν δικαιοῦνται Χριστόν τεκοῦσα116».

Ἡ μακαριότης τῆς πείνας καί τῆς δίψας για τόν Θεό.

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνη…» δέν εἶναι μόνο καρπός τῆς νοε-ρᾶς ἀδιαλείπτου προσευχῆς,ἀλλάκαί αὐτή ἡ οὐσίακαί ὁ κορμός της. Λέγοντας τό: «Κύριε Ἰη-σοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» νιώθεις μιά πείνα καί ἀκατάσχετη δίψα πνευματική. Ἡ ἀδιάλει-πτη προσευχή εἶναι ἡ ἴδια μια τυραννική, ἀλλά ὁλόγλυκεια πεῖνα καί δίψα τοῦ γλυκυτάτου Σω-τῆρος μας. Πεῖνα καί Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ «Τροφή παντός τοῦ κόσμου», ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς. Δί-ψα γιά Ἐκεῖνον πού εἶναι τό Ὕδωρ τό ζῶν, ἡ Πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς Ἀθανασίας.

Ὅσο προσεύχεται, τόσο γνωρίζει τόν Θεό καί τά μυστήριά Του, τόσο πεινᾶ καί διψᾶ. «καί ἀφοῦ καταλάβει λίγο τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ πού εἶναι κρυμένα μέσα στίς θεῖες Γραφές, διψᾶ πολύ νά φθάσει σ’ αὐτά. Καί ὅταν τά γνωρίσει, διψᾶ περισσότερο καί καίγεται, σάν νά πίνει φλόγα. Ἐπειδή ὅμως τό θεῖο εἶναι ἀκατάλγπτο γιά ὅλους, μένει πάντοτε διψασμένος» γράφει ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός117.

«Ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται», ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα γιά τόν Χριστό πού εἶναι ἡ μοναδική ἁγιό-της (δικαιοσύνη), χορταίνει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί δέν τόν χορταίνει. Εἶναι ἕνας ἀχόρταστος χορτασμός. Ὅσο Τόν τρώγεις καί Τόν πίνεις, τόσο Τόν ἀναζητᾶς περισσότερο. Καί ὅσο Τόν ἀπολαμβάνεις, τόσο Τόν ποθεῖς. Ἡ νοερά, ἀδιάλειπτη προσευχή χαρίζει αὐτή τήν μακαρία πεῖνα καί δίψα για τό ἔλεος τοῦ Κυρίου, γιά τήν ἁγιότητα καί τή Χάρι Του. Μακάριος καί τρι-σμακάριος ὅποιος Χριστιανός εἶναι, λοιπόν,πεινασμένος καί διψασμένος γιά τόν Χριστό, προ-σευχόμενος νύκτα καί ἡμέρα,ἀδιάκοπα στ’ ὄνομά Του118».

Ἡ μακαριότης τῆς ἐλεημοσύνης.

Ὅπως ὁ Θεός εἶναι»οἰκτίρμων καί ἐλεήμων,μακρόθυμος καί πολέλεος» – ἔτσι καί ἡ ψυχή πού προσεύχεται ἀδιαλείπτως.Ἀποκτᾶ ἐκείνη τήν μακαριότητα τῆς ἐλεημοσύνηςὄχι μόνο πρός τούς πτωχούς καί τούς πάσχοντας, ἀλλά πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού τούς θεωρεῖ ἀδελφούς, πρός ὅλη τήν πλάσι, ἔμψυχη καί ἄψυχη. Καί σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται», ὅσο περισσότερο ἡ καρδιά μας γίνεται ἐλε-ήμων, τόσο πιό πολύ δέχεται μυστικά τό θεῖο ἔλεος, τό ὁποῖο ἀδιαλείπτως ἐπικαλεῖται, μέ ἀκατάπαυστο πόνο καί λαχτάρα. «Κύριε Ἰησοῦ…ἐλέησόν με». Καί ὅσο ἐλεεῖται, τόσο ἐλεεῖ. Ἡ μακαριότης τῆς ἐλεημοσύνης κάνει πλατειά, μεγάλη, οἰκτίρμονα καί μακρόθυμη τήν καρ-διά μας. Ἡ ἐλεημοσύνη δέν εἶναι μόνον ὑλική. Τό ἔλεος εἶναι μία εὐρύχωρη ἔννοια, ἕνας θεῖ-

115 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου….Θεσ/κη, 2001, σελ. 62.Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, Περί τῆς δευτέρας ἐντολῆς, Φιλοκαλία τόμ. γ΄, ἐκδ. Περιβόλι τῆς Παναγίας, Ἀθήνα 1986, σελ. 87 116 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος δ΄, ὠδή ζ΄. 117 Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, Φιλοκαλία τόμ. γ΄, ἐκδ. Περιβόλι τῆς Παναγίας, Ἀθήνα 1986, σελ. 88-89. 118 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ….Θεσ/κη, 2001, σελ. 63.

ος ἐναγκαλισμός τῆς καρδιᾶς πρός κάθε ἄνθρωπο, πού στά ἀκρότατα σύνορά του ταυτίζεται μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τούς ἀνθρώπους. «Ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν» παραγ-γέλλει ὁ Κύριος για νά μᾶς δείξη ὅτι, μαζί μέ ὅλες τίς ἐξωτερικές, λατρευτικές, θρησκευτικές μας ἐκδηλώσεις, ζητάει «τόν ἔλεον», τήν ἀγάπη. Αὐτήν τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία δέν ζηλεύει, δέν ξιππάζεται, δέν πράττει τίποτε τό ἄσχημο, δέν ζητάει τά δικά της, δέν ὑπερηφανεύεται, δέν θυμώνει, δέν σκέπτεται τό κακό, δέν χαίρει στήν ἀδικία, συγχαίρει ὅμως στήν ἀλήθεια. Ὁ ἐλεήμων ποτέ δέν ὑπολογίζει τά ὑλικά πράγματα προκειμένου νά ἐλεήση τήν εἰκόνα τοῦ Θε-οῦ, τόν συνάνθρωπο. Ἄλλος σκορπίζει τά χρήματά του στούς πτωχούς, ἄλλος περιποιεῖται γέροντας καί ἀρρώστους. Ἄλλος προσεύχεται γιά τούς ἀδελφούς μέ θέρμη ψυχῆς μέ δάκρυα. Ὑπάρχει πιό αὐθεντική ἔκφρασις ἐλεημοσύνης ἀπό αὐτή; Ἀρκεῖ νά ὑπάρχει στή ψυχή μας ἡ ἀγάπη. Τότε θά εἴμεθα ἐλεήμονες. Μέ λόγο, μέ ἔργο, μέ τήν ἁπλῆ παρουσία μας. Αὐτήν τήν ἁγία ἐλεημοσύνη τήν ἐμπνέει στήν καρδιά ἡ νοερά προσευχή119».

 

Ἡ μακαριότης τῆς καθαρᾶς καρδίας

«Σώφρονα νοῦν μοι παράσχου, καί καθαράν καρδίαν, καί γνώμην προσεκτικήν, ἵνα φυ-λάττω Δέσποινα, τάς σεπτάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν120».

Τό σπουδαιότερο ἔργο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, εἶναι νά καθαρίση ἡ καρδιά, διότι ὅσοι τήν καθαρίσουν αὐτοί τόν «Θεόν ὄψονται». Ὅταν ὁ Χριστιανός μολύνεται εὔκολα ἀπό τό ἐξωτε-ρικό περιβάλλον σημαίνει πώς δέν ἀπέκτησε καρδιακή ἐσωτερική κάθαρσι. Ὅλος ὁ ἀγώνας τῆς νήψεως καί τῆς νοερᾶς ποσευχῆς εἶναι αὐτή ἡ κάθαρσις. Μέ τήν κάθαρσι τῆς καρδιᾶς κα-θαρίζουν καί οἱ ἐξωτερικές αἰσθήσεις μας, λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ μόλυνσις ἀπομονώνεται, καθώς πάει νά βομβαρδίση καί νά εἰσέλθη στόν ἐσωτερικό μας κόσμο. Ὁ μολυσμένος πνευ-ματικός ἀέρας βρίσκει τό φίλτρο τῆς νήψεως καί τῆς προσευχῆς καί, κατά κάποιο τρόπο, φιλ-τράρεται. Ὁ ἀσφαλέστερος καί ὁ πιο καρποφόρος τρόπος για τήν κάθαρσι εἶναι: ἡ ἀδιάλει-πτη προσοχή καί προσευχή καί Θεία Μετάληψις καί μετοχή στή ζωή τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ καθαρή καρδιά καί στό πιό βρώμικο περιβάλλον κι’ ἄν βρεθῆ, μένει μέ τήν Χάρι τοῦ Χριστοῦ καθαρή. Σάν ἀκτίνα τοῦ ἥλιου, σάν μαργαριτάρι μέσα στή λάσπη. «Καθαρή καρδία», γράφει ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος δέν γίνεται μέ μιά ἤ δύο ἤ δέκα ἐντολές, ἀλλά ὅταν ὅλες μαζί κατορθωθοῦν. Ὅταν ἔρθη μέσα της ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ μεγαλύτερη ἀκαθαρσία για τήν καρδιά εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Ἀπό αὐτή μετά ἔρχονται ὅλες οἱ ἄλλες βρω-μιές καί ἀκαθαρσίες. Γι’ αὐτό ἡ ταπεινή καί ἡ συντετριμμένη καρδία εἶναι ἡ πιό καθαρή.

Ἡ προσευχή ποιό καθαρίζει πρῶτα τόν νοῦ ἤ τήν καρδιά; Πρῶτα τόν νοῦ ἀπό τούς κα-κούς καί πονηρούς λογισμούς. Με τόν χρόνο ὅμως ἡ κάθαρσι γίνεται καί στά δυό συγχρόνως, διότι ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά πρέπει νά ἑνωθοῦν καί νά συμπορεύωνται στόν δρόμο τῆς προσευ-χῆς τοῦ Ἰησοῦ. Καί ὅσο καθαρίζει ἡ καρδιά, τόσο φωτίζεται καί ὁ νοῦς. Ὅσο καθαρίζεται ὁ νοῦς, τόσο λάμπει ἡ καρδιά.

Ἡ δύναμις τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι καθαρτική. Κανένας Χριστιανός δέν φθάνει στήν κά-θαρσι τῶν παθῶν ἄν δέν προσεύχεται ἀδιαλείπτως, (δηλαδή ὅταν ἐλπίζη ἀδιάλειπτα στήν Χάρι τοῦ Χριστοῦ). Δέν ὑπάρχει μακαριότερη στιγμή ἀπόἐκείνη πού θά πνεύση στήν καρδιά μέσα τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τήν ἐνέργεια τῆς νοερᾶς ἀδιαλείπτου προσευχῆς. Ἡ καρδιά σκιρτᾶ, χαίρεται, ἀγάλλεται. Ἡ καθερή καρδιά γίνεται ναός τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος πλέον, σύμφω-να μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν ΚύριονἸησοῦς εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίων121». Ὅταν καθαρίση ἡ καρδιακή ἀτμόσφαιρα εἶναι ἀδύνατο νά μή λάμπη τό θεϊκό Φῶς, τό ἄκτι-στο Θαβώρειο Φῶς, τῆς Τρισηλίου Θεότητος122».

Ἡ μακαριότης τῆς εἰρήνης

119 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ….Θεσ/κη, 2001, σελ. 64. 120 Μητροφάνους Σμύρνης, ἦχος Βαρύς, Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 121 Α΄, Κορ. ιβ, 30. 122 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ….Θεσ/κη, 2001, σελ. 65.

«Σύ τάς ἐπαναστάσεις τάς καθ’ ἡμῶν τῶν ἐχθρῶν, κραταιᾶ σου δυνάμει, τροπωσαμένη Δέσποινα βαθεῖαν τῆ ποίμνη σου, τήν εἰρήνην δώρησαι, ὡς τῆς θείας εἰρήνης πρόξενος123».

«Ἐμεῖς πού ζοῦμε στόν κόσμο πού λέγεται «καταναλωτική», «βιομηχαχανική» κοινωνία, μέ θυρύβους μύριους μέ ἄγχος καί ἀγωνίες, μέ διαπληκτισμούς καί ἀντεκλήσεις, ὅπου οἱ μη-χανές κυβερνοῦν σχεδόν κάθε βῆμα μας καί ὁ ὀρθολογισμός ἁπλώνεται καί ἡ ψυχή ὀπισθο-χωροῦν ἀνησυχητικά, ἐδῶ μπορεῖ νά κάνη τό μεγάλο της θαῦμα ἡ νοερά ἀδιάλειπτη προσευ-χή. Ὅταν κατευθύνη στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ τήν ἡμέρα καί μᾶς συνοδεύει στίς πολυποίκιλες ἐκδηλώσεις τῆς ἀπασχολήσεώς μας, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ μέ τό ὄνομά Του θά ἁπλώνη τήν γαλήνη στόν νοῦ καί τήν καρδιά. Χρειάζεται ὅμως πολλή ἄσκησι καί πνευματική ἀγρυπνία τοῦ νοῦ (δηλαδή νῆψι). Χωρίς κόπο δέν μποροῦμε νά πάρωμε τό στεφάνι τῆς εἰρήνης. Ἡ εἰρή-νη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιά νίκη πάνω στούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, εἴτε στήν ἔρρημο ζῆ κανείς, εἴτε μέσα στήν πολυκοσμία. Ὁ μακαρισμός λέγει «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί». Τί σημαίνει αὐτό; Ὅταν ἑδραιωθῆ ἡ ἐσωτερική εἰρήνη τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται εἰρηνο-ποιός. Σκορπᾶ καί ἐξωτερικά τήν εἰρήνη. Μέ τήν παρουσία του, μέ τόν τρόπο του, τόν λόγο του. Θά τοῦ ἔρθουν δύσκολες ὧρες, σκληρές ἀντιμετωπίσεις, πρόσωπα ταραγμένα, πειρα-σμοί δαιμονικοί. Ὅλα καί ὅλους θά τά ἀντιμετωπίση μέ τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία με-σα της κλείνει ἀκατάβλητο θάρρος καί μεγάλο ἡρωϊσμό. Εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ τό ἀνα-στάσιμο δῶρο τοῦ Ἀναστημένου Ἰησοῦ. «Εἰρήνη πολλή ὑπάρχει, λέγει ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στη-θᾶτος, σέ ὅσους ἀγαποῦν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί δέν σκανδαλί-ζονται μέ τίποτε124. Διότι δέν ἀρέσουν στόν Θεό πάντα ὅσα ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους. Ὅσα δέ δέν φαίνονται καλά εἶναι ὅμως πολύ καλά σ’ ἐκεῖνον πού γνωρίζει τήν φύσι καί τίς αἰτίες τῶν γεγονότων».

Αὐτήν ἡ εἰρήνη γεννᾶται καί αὐξάνεται μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Τίποτε ἄλλο δέν τήν τροφοδοτεῖ καί δέν τήν ἀνανεώνει ὅσο τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Χριστιανός διώκεται, δέχεται εἰρωνεῖες, ὀνειδίζεται μέ ἀπείρους τρόπους. Τόν φόβο καί τήν δουλεία θά τά σκορπίση ἡ νοερά προσευχή. Τήν ἀντοχή, καί τό σημαντικότερο τήν μακαριό-τητα σ’ αὐτό τό ψυχικό μαρτύριο, θά τήν γεννήση μέσα του ἡ νοερά προσευχή125».

Ἡ μακαριότης τῆς χαρᾶς

«Χαρᾶς μου τήν καρδίαν πλῆσον χαροπάροχε, καί θείας εὐφροσύνης, ὅπως ἀεί δοξάζω, τήν σήν Δέσποινα βεβαίαν προστασίαν, ὅτι οὐκ ἔχω ἄχραντε ὁ δοῦλός σου, πλήν σου ἄλλην ἐλπίδα126».

Ἡ χαρά εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι μιά ἀναφαίρητη, μόνιμη κατάστασις στήν ψυχή πού προσεύχεται ἀδιαλείπτως.Ἡ χαρά τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ἡ συνισταμέ-νη τῆς χαρᾶς ὅλης τῆς Δημιουργίας, εἶναι ἡ χαρά τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τῆς ἀπολυτρώ-σεως, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας».

Ἀκόμη ἡ χαρά τῆς νοερᾶς προσευχῆςεἶναι ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, χαρα΄τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων,τῶν Μαρτύρων, τῶν Ἀσκητῶν τῆς πίστεώς μας.Ὅλα αὐτά τά συγκεφαλαιώνει, τά ἀξιοποιεῖ αἰώνια, τά ζωοποιεῖ τό θεῖο καί προσκυνητό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ριζώση μέσα στόν νοῦ καί στήν καρδιά τότε τήν χαρά τοῦ Ἰησοῦ «οὐδείς αἴρει ἀφ’ ἡμῶν».

Ὅλες οἱ θεωρούμενες χαρές τοῦ κόσμου τούτου ὁμοιάζουν μέ σκιές φευγαλέες, μέ σκύβαλα μπροστά στό ἀθάνατο κέρδος τῆς ἐν Χριστῶ χαρᾶς.

Ὁ σύχρονος ἄνθρωπος γιά νά καλύψη τό ἄγχος καί τήν ἀπελπιστρική πλῆξι πού φέρνει ἡ χωρίς Θεό ζωή, ἐπενόησε χίλιες – δυό χαρές, ὑποκατάστατα, φθηνά ἐφευρήματα, ξεσπάσμα-τα τῆς ἐξωστρέφειάς του, πού τόν ἀδειάζουν ὅλο καί περισσότερο καί τόν ποτίζουν τήν χολή τῆς ἡδονῆς. Ἡ χαρά τοῦ Χριστοῦ δίνει τό πλήρωμα γιατί εἶναι χαρά «πεπληρωμένη».

123 Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ, Δευτέρα Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή α΄. 124 Ψαλμ. 118, 165. 125 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ….Θεσ/κη, 2001, σελ. 69. 126 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης,Ἦχος Γ΄.Κυριακή Ἑσπέρας, Προσόμοιον.

Ἡ νοερά προσευχή μᾶς ὁδηγεῖ στόν ὡραιότερο, τόν γλυκύτερο καί ποθητότερο ἀπό ὅλους τούς μακαρισμούς, εἶναι ἡ ἀκόρεστη δίψα, μέ μιά θεία μέθη. Εἶναι: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρ-κα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμεοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῶ127».

Μελέτη θανάτου128 «Μελέτη θανάτου ὦ ψυχή, ἀθλία προηγείσθω σου, ἐν ταῖς τοῦ βίου πρά-ξεσι πάντοτε· καί θρῆνον λάβε καί πένθος σύστησον, ἔχουσα μεσίτριαν, τήν ἁγνήν καί ἄμω-μον, πρός Χριστόν τόν ἐκ ταύτης βλαστήσαντα129».

Μετανοεῖτε*. «Ὁ μέγας ἐν ἰσχύϊ Θεός,καί ἐν ἐλέει πλούσιος ἁγνή, ὁ δι’ οἶκτον σάρκα προσλα-

μενος· κράζει μετανοεῖτε ὑμεῖς, καί κληροῦσθε τήν οὐράνιον ζωήν· ἐγώ δέ τοῦ βίου, ταῖς ἡδο-ναῖς συμφύρομαι130».

Μετανοεῖτε, ἡ πρώτη λέξη τοῦ κηρύγματος τοῦ τιμίου Προδρόμου ἀλλά καί τοῦ Κυρίου.

Μετάνοια τί εἶναι: Μετά – καί νοῦς, ὁ νοῦς νά στραφεῖ, νά προσανατολισθεῖ πρός τόν Θεό. «Ρῦσαι κακῶν ἁπάσης με, συνηθείας Πανάχραντε, δός μοι καθαράν ἐπιστροφήν πρός Κύρι-ον, ἁγνείας οἰκείωσιν, τοῖς ὑπερτάτοις κάλλεσι σώφρονα Παρθένε ποίησόν μοι τόν βίον131…».

Πῶς ὅμως αὐτό θά πραγματοποιηθεῖ; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δείξει προαίρεση σωτηρίας. «Ρήμα-τα θείων Πατέρων ἁγνή διδάσκουσι, τήν ἀποχήν τῆς κακίας εἶναι μετάνοιαν132. Τότε μέ τήν δύναμη τῆς θείας χάριτος ὁ νοῦς ἐπιστρέφει, ἀπό τήν περιήγησή του στίς κοσμικές ἡδονές στό βάθος τῆς ψυχῆς του καί βλέποντας τό σκοτάδι καί τά τραύματα πού ὑπάρχουν, «πενθεῖ καί κλαίει133» καί ἀποκτᾶ τήν πραγματική μετάνοια καί ταπείνωση καί ἀρχίζει σιγά – σιγά νά φωτίζεται134.Ὅσο ἀγωνίζεται μέ τήν κακοπάθεια,«εἶτα καί κάκωσιν νηστείαν ἀγρυπνίαν135…», «Ἱδρῶτες καί δάκρυα, καί πόνοι Θεονύμφευτε ἐν τῶ σταδίω, τούτω καταβάλλονται136…»,. Πα-ράλληλα νά ἀγωνίζεται γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν διά τῆς ἀσκήσεως, τῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν. Ὅσο καθαρίζεται ἡ ψυχή τόσο καί φωτίζεται. Καί ἀνεβαίνοντας φθάνει στό λιμάνι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί, «ἐκεῖ δέ οἱ στέφανοι καί γέρα καί βραβεῖα137…».

Μετανοῆσαί τινα. «Νεκρώσας τόν θάνατον, Σῶτερ τό πρίν, τό Ἀδάμ τῶν δεσμῶν ἠλευθέρω-σας· διό καί νῦν τόν δοῦλόν σου Υἱέ μου δυσωπῶ, ἐξάρπασον δαιμόνων, τῶν ἐπηρεαζόντων· αὐτοί γάρ οὐκ ἐῶσι, μετανοῆσαί τινα πώποτε138».

Μετανοῆσαι. «Ἡμέρα ἀεί ἐξ ἡμέρας τρέφομαι ματαίας Θεοτόκε ταῖς ἐλπίσιν, ζητῶν τοῦ μέ-τανοῆσαι, πάλιν συνηθεία δέ κεχρημένος· τρέχω ὥσπερ κύων εἰς ἐξέρασμα, πρός τήν δυσω-δίαν, παθῶν τῶν ἀκαθάρτων139».

127 Ἀρχ. Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ….Θεσ/κη, 2001, σελ. 71. 128 Ἡ ζωηρή μνήμη τοῦ θανάτου περιέχει πραγματικά πολλές ἀρετές. Γεννᾶ τό πένθος, τό προτρέπει σέ ἐγκράτεια ἀπό ὅλα, ὑπενθυμίζει τή γέεννα, εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς καί τῶν δακρύων, φρουρεῖ τήν καρδιά, παύει τήν ἐμπαθῆ προσκόλληση στή σάρκα ἀφοῦ εἶναι ἀπό πηλό, ἀναβλύζει τήν ὀξύτητα τοῦ νοῦ μαζί μέ διάκριση. Παιδιά αὐτῶν εἶναι ὁ διπλός φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Περιέχει πολλές δε-σποτικές ἐντολές. Σ’ αὐτήν παρατηρεῖται ὁ πάρα πολύ δύσκολος ἀγώνας κάθε στιγμῆς γιά τόν ὁποῖο φροντίζουν οἱ περισσότεροι ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ. Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: Νηπτικά Κεφάλαια (Φιλοκαλία τ. Γ, Περιβόλι τῆς Παναγίας, κεφ.38). 129 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, γ΄ ὠδή. 130 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Ἠχος Γ΄.Κυριακή Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 131 Ὁσίου Παύλου ἐπισκόπου Ἀμορίου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄, ὠδή η΄. 132 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς,Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄ 133 Καρδίας δίδου μοι συντριβήν, καί δακρύων κόρη ὀχετούς, πτωχείαν τε τήν τοῦ Πνεύματος· ὅπως μου θρηνήσω Θεοχαρίτωτε, κακῶς μοι τά πραχθέντα ὡς θρήνων ἄξια»133. 134 Ἱερά Μονή Καρακάλλου, Πνευματικαί ἐμπειρίαι Γέροντος Ἰωσήφ, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σελ. 31, 39 135 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς,Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 136 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης, Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 137 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης, Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή θ΄ . 138 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 139 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, ἦχος Γ΄.Κυριακή Ἑσπέρας, ὠδή η΄.

Μετανόησον. «Οἴμοι ψυχή! Πῶς ἀπηναισχύντησας, ὑπέρ Χάμ τόν ἀναιδῆ! Οὐκ ἐκάλυψας τήν αἰδώ, τοῦ σοί πλησιάζοντος, φύσει τε καί χάριτι ἀλλ’ ἀπανθρώπως ἐφαύλισας· νῦν οὖν θερμῶς, πρός τήν εὔσπλαχνον κόρην μετανόησον*140».

Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ὁδός πρός τήν θύραν τοῦ Παραδείσου141.

«Ἡ πραγματική μετάνοια πραγματοποιεῖται ὅταν ὁ νοῦς ἐπιστρέφει στήν καρδιά, μετά ἀπό τήν περιπλάνησή του στά κοσμικά διά τῶν αἰσθήσεων καί διά τῆς εὐχῆς (Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με), ἐπιστρέφει στήν καρδιά. Ἐκεῖ στό βάθος τῆς καρδιᾶς βλέπει τό σκότος καί τά τραύματα αὐτῆς, τότε ἔρχεται σέ ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί μετανοεῖ πραγματι-κά142».

«Ἡ μετάνοια δέν πραγματοποιεῖται χωρίς ἡσυχία πού εἶναι ἡ μητέρα της143».

Οἱ ὁδοί τῆς μετανοίας κατά τόν ἅγιο Χρυσόστομο

Ἡ μετάνοια κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο εἶναι ἰατρεῖο, οὐράνιο δῶρο, χωνευτήρι τῆς ἁμαρτι-ας144».

Οἱ ὁδοί πού μᾶς διευκολύνουν στήν ἀνάβαση πρός τόν οὐρανό εἶναι: ἡ «τῶν ἁμαρτημάτων κατάγνωσις» καί ἡ ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων145».

Ἡ μετάνοια εἶναι κυρίως θλίψη κατά Θεό, ὄχι τύψη. Ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος: «Ἤμαρτες; πένθησον, καί λύεις τήν ἁμαρτίαν146».

Ὑπάρχει καί ἡ συγγενής ὁδός τοῦ πένθους ἡ τῶν δακρύων. Ὅποιος θλίβεται γιά τίς ἁμαρ-τίες του, αὐθόρμητα καί κλαίει. «Τό γάρ δάκρυον ἀποπλύνει δυσωδίαν ἁμαρτίας147».

Τέταρτη ὁδός εἶναι νά μήν μνησικακεῖς, νά μήν κρατεῖς ὀργή καί νά συγχωρεῖς τά «συνδουλι-κά ἁμαρτήματα148».

Πέμπτη ὁδός Καταφυγή στόν μόνον δυνατό καί Πανάγαθο Κύριο γιά τά δικά μας καί τῶν ἀδελφῶν μας τά πταίσματα. Νά προσεύχεσαι κάθε ὥρα καί νά μή λιποψυχήσεις προσευχό-μενος, οὔτε νά ζητᾶς μέ ἀδιαφορία τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, καί νά εἶσαι σίγουρος ὅτι θά σέ συγχωρήσει149.

Ἕκτη ὁδός ἡ τῆς ἐλεημοσύνης. «Μεγάλα τά φτερά τῆς ἐλεημοσύνης τέμνει τόν ἀέρα, ὑπερ-βαίνει τάς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου…καί παρίσταται τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ150». Τό ἐνώπιον τοῦ Θε-οῦ, ἐπεξηγεῖ ὁ ἅγιος σημαίνει ὅτι εἶναι τόση ἡ συνηγορία καί παρρησία τῆς ἐλεημοσύνης πού σβήνει ὅλα τά ἁμαρτήματα. Καί εἶναι λογικό γιατί καταθέτουμε τήν δική μας εὐσπλα-χνία πρός τούς συνανθρώπους μας.

Ἑβδόμη ὁδός εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη151. Ἡ περίπτωση τοῦ Τελώνη τοῦ Εὐαγγελίου παρέχει τήν ἁγιογραφική θεμελίωση τοῦ λόγου.

Καί καταλήγει ὁ ἅγιος, ὁπωσδήποτε αὐτός πού βαδίζει τούς ἀλληλοεξαρτώμενους δρόμους τῆς μετανοίας ἔχει παντοτινούς συνοδοιπόρους τήν νηστεία – ὡς ἐγκράτεια παθῶν – τήν συ-νεχῆ εὐχαριστία στόν Φιλάνθρωπο Κύριο καί τήν μνήμη τῶν ἁμαρτιῶν του ἐκτός τῶν σαρ-κικῶν, πού προκαλοῦν βλάβη στη ψυχή. Μήν ἀμελεῖς εἶναι εὔκολοι οἱ ὁδοί τῆς μετανοίας νά σκεφτόμαστε τά τρόπαια καί τίς νῖκες, χωρίς νά προσέχουμε τά «τραύματα καί τίς σφαγές152».

140 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέ-ρας, ζ΄ ὠδή. 141 Ἐξόδιος Ἀκολουθία, Εὐλογητάριον νεκρώσιμον., 142 Ἱερά Μονή Καρακάλλου Ἁγίου Ὄρους, «Πνευματικαί ἐμπειρίαι, Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ», ἐκδ. Ὀρθό- δοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 39,41 143 Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, Ἀσκητικοί λόγοι, λδ, παρ. 22, Ε.Π.Ε. τόμ.Β 144 Ε.Π.Ε τόμ. 30, σελ. 240. 145 Ε.Π.E τόμ. 31, σελ.91. 146 Ε.Π.Ε τόμ. 30, σελ.120. 147 Ε.Π.Ε τόμ. 30, σελ. 266. 148 Ε.Π.Ε τόμ.31, σελ.94. 149 Ε.Π.Ε τόμ. 31, σελ. 151. 150 Ε.Π.Ε. τόμ.30, σελ.138 151Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἔργα, Ε.Π.Ε, τόμ.30,σελ.126 152 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἔργα, Ε.Π.Ε, τόμ.31,σελ. 96.

Μετάνοια. «Μετάνοια βίου δευτέρου,τίθησι συνθήκας ἐν Κυρίω Θεομῆτορ, καί ἀνίστησι τούς πεσόντας, τό πένθος καθαίρει, καί παριστάνει τούτους φωτεινούς τῶ πλάσαντι, μεθ’ ὧν καί ταττοίμην, ἐγώ ὁ σός οἰκέτης153».

Μετανοία. «Ζοφεροῖς ἐξελκόμενος, λογισμοῖς Παναμώμητε, καί δελεαζόμενος,ἀπεμάκρυνα· τοῦ σοῦ Υἱοῦ Θεονύμφευτε, ὡς πρώην ὁ ἄσωτος, γυμνωθείς τῶν ἀρετῶν, ὧν περ εἶχον ἐκ φύ-σεως διό δέομαι· ἐπιστρέψασα θεία μετανοία,καταξίωσον τόν πλοῦτον,ἀπολαβεῖν ὅν ἀπώ-λεσα154».

Μετανοία. «Ἄμεπτος οὐδείς,τῶν ἀνθρώπων Θεοτόκε,κἄν ἄρα τούτου πέφυκεν, ἡμέρα μία ἐν τῶ βίω ζωή· ἐγώ δέ γεγηρακώς, ἐν ἁμαρτίαις οὐδαμῶς μεμίσηκα πᾶσαν κακίαν· διό οἰκτείρη-σόν με, καί τῆ μετανοία σωφρόνισον καί σῶσον155».

Μετανοία156. «Ἐκ χειμῶνος τό ἔαρ, καί ἐκ ζάλης γαλήνη ἁγνή προέρχεται, ἐκ ζόφου δέ πται-σμάτων, τό φῶς τῆς ἀπαθείας, μετανοία εἰσέρχεται, οἱ ἐμπαθεῖς τοιγαροῦν, θαρρῶμεν μετα-γνόντες157».

Μετανοία. Ἁμαρτωλούς καλέσαι ἐλήλυθε, τῆ μετανοία Χριστός, δεῦτε κατ’ ἐμέ, ὅσοι τούτου τούς λόγους, ἐσμέν ἠθετηκότες, σύν τῆ μετανοία, προσπέσωμεν τῆ Θεοτόκω158».

Μετανοία. «Ἐν μετανοία ὁ λήστής, ἐν στεναγμοῖς ὁ τελώνης, ἐν δακρύοις πόρνη τόν Θεόν· καλῶς Θεοτόκε ἐξιλάσατο, ἐγώ δέ μόνην τήν εἰς σέ, ἐπικαλοῦμαι ἐλπίδα, δι’ ἧς τῆς βασάνου λυτρωθήσομαι159.

153 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης,Ἦχος Γ΄.Κυριακή Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 154 Μανουήλ, τοῦ μεγάλου ρήτορος, Ἦχος Δ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, Προσόμοιον. 155 Ἅγ. Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 156 Τό σκοτάδι ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δέν βγάζει ποτέ στό φῶς. Τό φῶς διαλύει τό σκοτάδι, διότι τό σκοτάδι εἶναι ἀνυπόστατο, δέν ἔχει οὐσία. Ὑπάρχει ὅμως μία περίπτωσις, τήν ὁποία πανσόφως ἐκμεταλλεύε-ται ὁ πανουργός Θεός γιά τό καλόμας, βγάζοντας καί ἀπό τό κακό καλό, ἀπό τό σκοτάδι φῶς. Πῶς; Διά τῆς μέ-τανοίας. Βλέπω τήν κακία μου τήν ἁμαρτία μου, (πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ νοῦ, διά τοῦ θείου ὀνόματος, ἀπό τίς κοσμικές ἡδονές στήν καρδιά), μετανοῶ, κλαίω, ὁδηγοῦμαι στόν Θεόν, ἀναλαμβάνω τίς εὐθύ-νες μου, νήφω, (προσέχω, εἶμαι ἄγρυπνος, στούς λογισμούς), καρτερῶ, καί μέσα μου καλλιεργεῖται ὁ καινούργιος ἄνθρωπος πού βγαίνει ἀπό τήν μετάνοια. Ἄρα, τό καλό δέν βγαίνει ἀπό τό κακό, ἀλλά ἀπό τήν μετά – νοια, πού εἶναι ἄλλος νοῦς, (ἡ στροφή τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό), νοῦς πού παρέχει ὁ Θεός μέσα στήν καρδιά. Ἄρχ. Αἰμιλιανοῦ, Λόγος περί νήψεως, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2007, σελ. 88-89. Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση τονίζεται ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελ-τιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθο-λικότερη ἀλλαγή στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τή συναίσθηση διαπράξεως κά-ποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό, καί συνεχή διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα. Μετάνοια εἶναι τό νέο φρόνημα, ἡ νέα σωστή πνευματική κατεύθυνση, πού πρέπει νά συνοδεύει τόν ἄνθρωπο μέχρι τή στιγμή τοῦ θανάτου. Μετάνοια εἶναι ἡ δυναμική μετάβαση ἀπό τήν παρά φύση κατάσταση τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας στήν περιοχή τῆς ἀρετῆς καί τοῦ κατά φύση, εἶναι ἡ τέλεια ἀποστροφή γιά τήν ἁμαρτία καί ἡ πορεία ἐπιστροφῆς στό Θεό. Τήν ἀλήθεια αὐτή ἐπισημαίνει κατ’ ἐπανάληψη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. “Μετάνοια”, λέει, “ἐστί τό μισῆσαι τήν ἁμαρτίαν καί ἀγαπῆσαι τήν ἀρετήν καί ἐκκλῖναι ἀπό τοῦ κακοῦ καί ποιῆσαι τό ἀγαθόν”. Ἀπό τόν ὁρισμό αὐτόν φαίνεται ὅτι ὁ ἱερός Πατέρας δέν μπορεῖ νά δεῖ τή μετάνοια ὡς τυπική καί μηχανική ἀλλαγή, ἀφοῦ τήν προσδιορίζει ὡς ὀντολογική ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο τό γεγονός τῆς μετάνοιας δέν εἶναι δυνατό νά ἀντικειμενοποιεῖται στίς διαστάσεις μιᾶς ἀπρόσωπης συνταγῆς ἤ τακτικῆς, ἀλλά παραμένει πάντοτε ἐνδεχόμενο προσωπικῆς ἀνακαλύψεως. Μετάνοια εἶναι μιά προσωπική “ἐκ ψυχῆς ἔκστασις” ἀπό τήν ἁμαρτία, καί ἄφιξη στό Θεό· “ὁ μετανοῶν ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς τῇ μέν ἀγαθῇ προθέσει καί τῷ τῆς ἁμαρ-τίας ἐκστῆναι φθάνει πρός τόν Θεόν”. Αὐτός ὁ προσωπικός χαρακτήρας τῆς μετάνοιας ἀποκλείει, γιά τόν Παλαμᾶ καί τούς Πατέρες, κάθε εὐσεβιστική χροιά, πού θέλησε νά δώσει στή μετάνοια καί, κατά συνέπεια, στήν εὐσέβεια ἡ Δύση.(…)(Ἀπό τό βιβλίο “Πάθη καί ἀρετές στή διδασκαλία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ” τοῦ Ἀνέστη Κεσελόπουλου). 157 Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, Δευτέρα Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄. ὠδή ζ΄. 158 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, , ὠδή η΄. 159 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄.

Μετανοία. Νηστεία καί δεήσεσι ποτέ Νινευΐ, ἵλεων αὐτῆ τόν μόνον φιλάνθρωπον, τῆ μετα-νοία ἀπειργάσατο· ἐγώ δέ Θεομῆτορ πρός σέ νῦν καταφεύγω160.

Μετανοία. Νουνεχῶς ὦ Μῆτερ, ἐκβοῶ σοι κἀγώ ἐπακούσαί μου· ὁ ἄσωτος ἐμβιώσα, ἐν θερμῆ Μετανοία ἐλθών ἔκραζε τό ἥμαρτον, ἄλλ’ οὖτος κἄν βοᾶ μεταγνούς, ἐν ὑστέροις ψεύδεται161.

Μετάνοια. Τῆ μετανοία πᾶν κακόν, καί πᾶν ἁμάρτημα εἴκει, Θεοτόκε πάντων ἐλπίς· αὐτῆς ταῖς ὁδοῖς ἡμᾶς κατεύθυνον, ὅπως τούς σχόντας δι’ αὐτῆς ἁμαρτημάτων τήν λύσιν, τύχωμεν μετρίως μιμησάμενοι162».

Μετανοία. «Ὑψώθην ὁ ἄθλιος τῆ ἀπονοία ἀρθείς τῶ φρονήματι, καί εἰς βόθρον πέπτωκα, τῶν παραπτώσεων, τῆ μετανοία με ἁγνή πάλιν ἀνώρθωσον163».

Μετάνοιαν δός γνησίαν μοι Πανάμωμε, τῶν ἐκ βρεφικῆς πταισμάτων ἡλικίας μου, καί πάν-των συγχώρησιν, τελείαν τούτων παράσχου μοι, καί τῆς ἐνθέου πολιτείας ἁγνή, ἐπιλαβέσθαι προθύμως ἀξίωσον164».

Μετάνοιαν «Μετάνοιαν δός γνησίαν μοι Πανάμωμε, τῶν ἐκ βρεφικῆς πταισμάτων ἡλικίας μου, καί πάντων συγχώρησιν, τελείαν τούτων παράσχου μοι, καί τῆς ἐνθέου πολιτείας ἁγνή, ἐπιλαβέσθαι προθύμως ἀξίωσον165».

Μετάνοιαν. «Ἡ Μήτηρ τοῦ Ὑψίστου προσλαβοῦ, ἐκ πολλῶν ὑδάτων με παθῶν εἰς μετάνοιαν, ἀποστείλασα, ἐξ ὕψους τήν χάριν σου166».

Μετάνοιαν. «Ὕπνος κατέλαβεν ὁ δεινός τῆς ἀμελείας, καί συνωθεῖ προς θάνατον, ἀπωλείας Δέσποινα· αὐτή με διανάστησον, πρός μετάνοιαν, καί σωτηρίαν δώρησαι167».

Μετάνοιαν. «Ὤ τῶν ἐμῶν παθῶν καί κινήσεως! ὤ τῶν ἀμέτρων μου κακῶν! Ποῖον αἶσχος αἰ-σχροποιόν· οὐκ ἀφρόνως πέπραχα; Ποῖον οὐκ ἐτέλεσα, ἡδυπαθείας ἁμάρτημα; Σύ οὖν ἁγνή, κἄν ἐν γήρα μετάνοιάν μοι δώρησαι168».

Μετάνοιαν. «Μεμολυσμένην μυαροῖς ἐν πάθεσι, φέρω συνείδησιν, καί ὡς σαπρόν δένδρον, βρίθω ἁμαρτήμασι, Δέσποινα δός γενέσθαι με, ξύλον πεφυτευμένον, ἐν διεξόδοις δακρύων μου καί καρποφορῆσαι μετάνοιαν169».

Μετάνοιαν. «Ἐμόλυνα τῆς ψυχῆς μου ἁγνή τήν εὐγένειαν, καί τό τῆς εἰκόνος θεῖον ἀξίωμα, οἴμοι τι γενήσομαι λοιπόν; πρόφθασον Θεοτόκε· πρό τέλους δίδου σωτηρίας μου, τρόπους καί ἀξίαν μετάνοιαν170».

Μετάνοιαν. «Μυριάκις Πανάμωμε, ὑποσχόμην μετάνοιαν τῶν ἐμῶν ποιήσασθαι παραπτώ-σεων· ἀλλ’ οὐκ ἐᾶ με ἡ φαύλη μου, τῶν κακῶν συνήθεια, διά τοῦτό σοι βοῶ καί προσπίπτω σύν δάκρυσιν καί σοῦ δέομαι· ἐξελοῦ με τοιαύτης τυραννίδος, ὁδηγοῦσα πρός τά κρείττω, καί σωτηρίας ἐχόμενα171».

160 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ε΄ ὠδή. 161 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, Ὠδή γ΄ 162 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς,Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 163 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, α΄ ὠδή. 164 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος β΄. Δευτέρας Ἑσπέρας κοντάκιον, στ΄ ὠδή. 165 Ἅγ. Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος β΄. Δευτέρας Ἑσπέρας κοντάκιον, στ΄ ὠδή. 166 Φωτίου, Παρασκευή Ἑσπέρας, Ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή στ΄. 167 Μεγ. Φωτίου. Ἦχος Γ΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 168 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, ζ΄ ὠδή. 169 Ὁσ. Νικολάου Κατασκεπηνοῦ, Σαββάτω Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄. ὠδή α΄. 170 Ἁγίου Ἰγνατίου, Πατριάρχου Κωνσταντ/πόλεως, Ἦχος πλ.α΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 171 Ἅγιος Θεοφάνης Νικαίας, Ἦχος Δ΄. Τρίτη Ἑσπέρας, Προσόμοιον.

Μετάνοιαν. «Νοήσας ὦ Παρθένε τήν δύναμιν τήν σἠν, μετά δέους κράζω σοι τῆ μόνη ἀγαθῆ· εἰ καί μετάνοιαν ὅλως θερμήν οὐκ ἔχω, ἀλλά ταῖς σαῖς πρός τόν Δεσπότην ἱκεσίαις, δίδου μοι τελείαν διόρθωσιν172».

Μετάνοιαν. «Νοῦν καί ψυχήν καί σῶμα, νεκρωθέντα Κόρη τῆ ἁμαρτία, ἀνάστησον δέομαι,

τόν νοῦν εἰς μετάνοιαν· εἰς ἀξίους κόπους τό σῶμα, ἵνα εὐφρανθείς μεγαλύνω σε173».

Μετάνοιαν. «Νοός ἀμαυρότητι, οὐκ ἐκτησάμην ὅλως μετάνοιαν, οὐ μελέτην θανάτου, οὐ σωφροσύνην ὄντως οὐ φρόνησιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀνδρείαν οὐ δικαιοσύνην τε· διό βοῶ δωρεάν Δε-σποινα σῶσόν με174».

Μετάνοιαν. «Ὑπέπεσα Δέσποινα, τῆ ἀλογία τῶν πράξεών μου, καί εἰς βόθρον νῦν κατάκει-μαι, ἀπωλείας, δίδου μοι μετάνοιαν ἄχραντε175».

Μετάνοιαν. «Ὕπνον ἀποτίναξον, τόν τῆς ραθυμίας μου, καί φώτισον δέομαι, σεμνή τάς αἰ-σθήσεις μου· ἐγρήγορσιν διδοῦσα, καί μετάνοιαν ἀξίαν176».

Μετάνοιαν*. «Ὕπνωσα εἰς θάνατον ψυχικόν, καί ἐν τῶ τάφω κεῖμαι τῆς ἀπογνώσεως· ἀλλά δίδου μοι χεῖρά μοι καί ἀνάστησον δέομαι, πρός μετάνοιαν, καί ζωήν ὁδηγοῦσά με177».

«Ὅταν ἀθυμῆς καί γογγύζης καί δέν ὑπομένης τούς πειρασμούς, τότε ἀντί νά νικᾶς πρέ-πει διαρκῶς νά μετανοῆς· διά τά σφάλματα τῆς ἡμέρας, διά τήν ἀμέλειαν τῆς νυκτός. Καί, ἀντί νά λαμβάνης ἐπί χάριτος χάριν, λαμβάνεις τάς θλίψεις σου. Διά τοῦτο μή δειλιᾶς· μή φοβῆσαι τούς πειρασμούς.Κἄν πέσης πολλάκις, ἀνάστα. Μή χάνης τήν ψυχραιμίαν σου. Μήν ἀπογοητεύεσαι. Σύννεφα εἶναι θά περάσουν. καί ὅταν, συνεργούσης τῆς χάριτος πού σέ κα-θαρίζει ἀπό ὅλα τά πάθη, παρέλθης ὅλα αὐτά ὅπου εἶναι ἡ «πρᾶξις», τότε γεύεται ὁ νοῦς φω-τισμόν καί κινεῖται εἰς θεωρίαν. Καί πρώτη θεωρία εἶναι τῶν ὄντων178».

Μετάνοιαν ρήματα θείων Πατέρων ἁγνή διδάσκουσι, τήν ἀποχήν τῆς κακίας εἶναι μετάνοι-αν· εἶτα καί κάκωσιν νηστείαν ἀγρυπνίαν, καί συντριμμόν καρδίας, πένθος τε ἡγνισμένον, ἅ μοι δώρησαι Μητροπάρθενε179».

Μετάνοιαν. «Στένω τρέμω καί βοῶ, μή παρίδης με ἁγνή, τόν εἰς πάθη ὁλικῶς ἐμπεσόντα χα-λεπά, ἀλλ’ οἴκτηρον· καί πρός μετάνοιαν χειραγώγησον180».

Μετανοίας δάκρυα. «Νοσοῦσαν τήν ψυχήν μου Θεοκυῆτορ, δαιμόνων ἐπηρείας καί ραθυμία, θεράπευσον καί δάκρυα μετανοίας, δός τῆ καρδία μου καί τοῦ Δεσπότου μου, ἐν αὐτῆ ἐμφύ-τευσον φόβον σου Πάναγνε181».

Μετανοίας ὁδούς. «Ἡ τέξασα θελητήν τοῦ ἐλέους μή θέλοντα, ἁμαρτωλῶν θάνατον, τῆ με-τανοία δέ μάλιστα, τούτου ἡδυνόμενον, πρός μετανοίας ὁδούς με χειραγώγησον182».

Μετανοίας θύραν. «Ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ ζῶσα πύλη, ὑπανοιξόν μοι πύλας δικαιοσύνης, καί θύραν μετανοίας ὡς ἄν ἐν ταύταις, ἐξομολόγησιν καί ἐξαγόρευσιν, εἰσελθών προσάξαιμι τῶ Κυρίω183».

172 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Ἦχος α΄, Σάββατο Ἑσπέρας, Ὠδή δ΄. 173 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 174 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή ζ΄. 175 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης, Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 176 Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου Εὐγενικοῦ, Ἦχος πλ.Α΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή ζ΄. 177 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος Γ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 178 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996,ἐπιστ. Ι΄. σελ. 86-87 179 Ἅγ. Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς,Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 180 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, στ΄ ὠδή. 181 Μητροφάνους Μητροπ. Σμύρνης, Ἦχος β΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, γ΄ ὠδή. 182 Ἰωάννης Εὐχαΐτων, Ἦχος β΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, δ΄ ὠδή. 183 Ἰωάννης Εὐχαΐτων. Ἦχος β΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, γ΄ ὠδή.

Μετανοίας* ἀκτῖνά μοι. Ἡ Βασίλισσα Παρθένος, ἡ Θεόν σωματώσασα, ἡ χρυσῆ λυχνία λάμ-ψον μετανοίας ἀκτῖνά μοι, ἡ τοῦ ἡλίου νεφέλη φωταγώγησον· τῆς καρδίας μου, τά νοητά αἰ-σθητήρια184».

Ἡ χάρις τῆς μετανοίας ὅπου ἐνεργεῖται εἰς αὐτούς ὅπου ἀγωνίζονται, εἶναι κληρονομία πατροπαράδοτος. Εἶναι συνάλλαγμα καί ἀντάλλαγμα θεῖον, ὅπου δίδομεν γῆν καί λαμβάνο-μεν οὐρανόν. Ἀνταλλάσσομεν ὕλην λαμβάνοντες Πνεῦμα. Ὁ κάθε ἱδρώτας, ὁ κάθε πόνος, ἡ κάθε ἄσκησις διά τόν Θεόν μᾶς εἶναι ἀλλαγή συναλλάγματος. Ἀφαίρεσις αἵματος, εἰσροή Πνεύματος. Ἡ χάρις αὐτή αὐξάνεται καθόσον δύναται νά χωρέση ὁ ἄνθρωπος· ἀναλόγως τό σκεῦος, καθ’ ὅσον χωρεῖ. Λέγεται δέ αὐτή ἡ χάρις τῆς πράξεως καί χάρις καθαρτική. Τώρα· τήν «πρᾶξιν» διαδέχεται καί εἶναι αὐτό δεύτερον στάδιον, ἥγουν χάρις φωτιστική «φωτι-σμός»· καί εἶναι αὐτό δεύτερον στάδιον, ἥγουν χάρις φωτιστική185».

Μετανοίας με πηδαλίω. «Ἡδονῶν ὁ κλύδων σφοδρός, αὔραις κυμαινόμενος, τῶν τῆς κακίας πνευμάτων χειμάζει με· Κόρη ἀπειρόγαμε, μετανοίας με πηδαλίω ἰθύνασα, πρός τούς ἀπα-θείας, ὅρμους τούς γαληνιῶντας ὅρμισον186».

Μετανοίας με. «Βεβαρημένον τοῖς παθήμασι, καί ταῖς τρικυμίαις ποντούμενον, ὁ δολιόφρων ἀγαθή, ἐφερπύζει ἁρπᾶσαί με· ἀλλά ρῦσαι καί ἀνάγαγε, πρός φῶς μετανοίας με187»

.

Μετανοίας σκότει. Λάμψον μοι φῶς, μετανοίας ἐν σκότει τῆς ἀπωλείας, τῶ κατωκισμένω Θεογεννῆτορ· δίδου μοι χεῖρα βοηθείας κειμένω καί ταῖς πρεσβείαις με ἔγειρον, πράττειν τοῦ Θεοῦ τά σεπτά δικαιώματα188».

Μετανοίας ὑσσώπω. Ραντίσασα σεμνή, μετανοίας ὑσσώπω, τήν ρυπῶσάν μου ψυχήν καθά-ρισον ταχύ, καί τοῖς δάκρυσι πλύνασα, λεύκασον ὑπέρ χιόνα, νοητήν εὐφροσύνην μοι, ἀκου-τίσασα καί ἀγαλλίασιν189.

Μετανοίας τήν ψυχήν μουν ἐπίστρεψον. Τρίβοις θείαις ἐκβιβάζουσα, τῆς μετανοίας τήν ψυ-χήν μουν ἐπίστρεψον, ἐξ’ ὁδοῦ ἁγνή, τῆς ἀπαγούσης εἰς θάνατον, καί πρός ὄλεθρον ὄντως αἰώνιον, Μαρία Θεοτόκε, ἁμαρτωλῶν τό ἱλαστήριον190».

Μετανοίας. «Ἡ Βασίλισσα Παρθένος, ἡ Θεόν σωματώσασα, ἡ χρυσῆ λυχνία λάμψον μετα-νοίας ἀκτῖνά μοι, ἡ τοῦ ἡλίου νεφέλη φωταγώγησον· τῆς καρδίας μου, τά νοητά αἰσθητήρια191.

Μετανοίας. «Γνησίας μετανοίας ἐνδιαθέτου, πένθους καί κατανύξεως, μεριμνημένην χάριν παράσχου μοι· ἰδού γάρ ἀπεγνωσμένος, ὑπό πλήθους τῶν ἐμψύχων ἁμαρτιῶν, ἁγία Παρθένε, προστρέχω τῶ ἐλέει σου192».

«Μέ τήν μετάνοια γίνεται ἡ ἐξάλειψη τῶν αἰσχρῶν πράξεων. Ὕστερα ἀπό αὐτή χορηγεῖ-ται τό Ἅγιο Πνεῦμα,ὄχι βέβαια χωρίς προϋποθέσεις, ἀλλά ἀνάλογα μέ τήν πίστη, τή διάθεση καί τήν ταπείνωση ἐκείνων πού μετανοοῦν μέ ὅλη τήν ψυχή τους, κι ἀφοῦ λάβουν αὐτοί τήν τέλεια ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους ἀπό τόν πνευματικό τους πατέρα καί ἀνάδοχο. Γι’ αὐτό κα-λό εἶναι νά μετανοοῦμε κάθε μέρα,σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου.Γιατί τό «μετανοεῖτε,

184 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἦχος Δ΄.Κυριακῆ Ἑσπέρας δ΄. ὠδή 185 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΛΕ, σελ.207 186 Ἰωάννης Εὐχαΐτων, Ἦχος β΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, α΄ ὠδή. 187 Ἅγιος Ἀνδρέ-ας Κρήτης, Ἦχος α΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, β΄ ὠδή. 188 Μητροπ. Σμύρνης, Ἦχος β΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, ε΄ ὠδή. 189 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἦχος Δ΄.Κυριακῆ Ἑσπέρας α΄. ὠδή 190 Ἁγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπό-λεως, Ἦχος α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, θ΄ ὠδή. 191 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἦχος Δ΄.Κυριακῆ Ἑσπέρας δ΄. ὠδή 192 Ἰωάννης Εὐχαΐτων. Ἦχος Γ΄. Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή ε΄.

ἔφτασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν193», μᾶς δείχνει ὅτι εἶναι ἀπεριόριστη ἡ ἐργασία τῆς μετά-νοιας194».

Μετανοίας. Ἡ θεία πύλη τοῦ βασιλέως Χριστοῦ, δι’ ἧς διῆλθε καί κόσμω πεφανέρωται· πύ-λας μοι διάνοιξον, τῆς κατανύξεως ἁγνή καί μετανοίας195.

Μετανοίας. Ἡ νεφέλη ἡλίου τοῦ νοητοῦ, τοῦ νοός μου τά νέφη τά σκοτεινά, διάλυσον Δε-σποινα, τῶ φωτί τοῦ προσώπου σου, καί μετανοίας φέγγει, τά ὄμματα φώτισον, τῆς ζοφερᾶς ψυχῆς μου παθῶν ἀμαυρότητι· τά πεπηρωμένα καί τυφλώττοντα πάντη, τῶν φαύλων μου πράξεων, θολεραῖς ἐπιχύσεσιν, ἵνα κραυγάω σοι· πρέσβευε Χριστῶ τῶ Θεῶ, τῶν πταισμάτων δοῦναί μοι τήν ἄφεσιν, σέ γάρ ἔχω ἐλπίδα ὁ ἀνάξιος δοῦλός σου196.

Μετανοίας. Ἡ πύλη τῆς θείας δόξης, τάς πύλας μοι διάνοιξον τῆς μετανοίας, καί πρός φῶς εἰσάγαγέ με ἄδυτον, τοῦ Υἱοῦ καί Κτίστου σου Πανύμνητε· παθῶν με ἐξαίρουσα ζόφου καί ραθυμίας, ὁμίχλην διαλύουσα197.

Μετανοίας. Ἡ πύλη τῆς θείας ἀνατολῆς, ἄνοιξόν μοι πύλας, μετανοίας καί ἐκ πυλῶν, τῆς θανατηφόρου ἁμαρτίας, τῆ μεσιτεία σου ρῦσαί με Δέσποινα198.

Μετανοίας. Ἡ τόν βότρυν τεκοῦσα, τῆς ζωῆς Θεοτόκε τόν ἀγεώργητον, ἀξίωσον καρπούς με, προσφέρειν μετανοίας* τῶ Υἱῶ σου κραυγάζοντα, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεός εὐλογητός εἶ199.

«Ἀφοῦ εἶναι πιά κοντά μας ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μέ τήν συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ Λό-γου πρός ἐμᾶς, ἄς μήν ἀπομακρυνθοῦμε ἐμεῖς ἀπ’ αὐτήν, ζώντας ἀμετανόητοι. Ἄς ἀποφύ-γομε μᾶλλον τήν ἀθλιότητα ἐκείνων πού ζοῦν στό σκοτάδι κάτω ἀπό τήν σκιά τοῦ θανάτου200. Ἄς ἀποκτήσομε τά ἔργα μετανοίας, φρόνημα ταπεινό, κατάνυξη καί πνευματικό πένθος, καρδιά γεμάτη πραότητα καί νά διψᾶ τή δικαιοσύνη, νά οἰκειοποιεῖται τήν καθαρότητα, νά εἶναι εἰρηνική καί εἰρηνοποιός, νά ὑπομένει τά δεινά, νά εὐχαριστεῖται μέ τούς γιά χάρη τῆς ἀλήθειας καί τῆς δικαιοσύνης διωγμούς, ζημίες, ὕβρεις, συκοφαντίες καί παθήματα. Γιατί ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἤ μᾶλλον ὁ Βασιλιάς τῶν οὐρανῶν – ὦ ἀνέκφραστη μεγάλη δωρεά! – εἶναι μέσα μας201. Σ’ Αὐτόν ὀφείλομε νά προσκολλόμαστε πάντοτε μέ τά ἔργα τῆς μετάνοιας, ἀγαπώντας μέ ὅλη μας τή δύναμη Αὐτόν πού τόσο μᾶς ἀγάπησε202».

Μετανοίας. Ὤ τῆς ἐμῆς, φρενοβλαβίας Παύμνητε,ὅτι θέλων τοῖς κακοῖς συμπέφυρμαι, ἀναι-σθητῶν ὅλων ἀμελῶν, καί ἐμματαιάζων, ταῖς ἀνυπάρκτοις ὀρέξεσι· διό ὁδήγησόν με, πρός ὁδόν μετανοίας, ἐπιστρέφουσα καί συνετίζουσα203.

Μετανοίας. Ἄβυσσον παθῶν, τῶν ἐμῶν Θεοκυῆτορ, πῶς ξηρανεῖ μετάνοια; Εἰ μή βληθῆ μοι καί τό πῦρ νοερῶς· ὅ βαλεῖν οἶδε Χριστός, ὁ σός Υἱός ἐν ταῖς ψυχαῖς πάντοτε· τοῦτον δυσώπει, μερίδος ἀξιῶσαι, τῆς τῶν σωζομένων τήν ταπεινήν ψυχήν μου204.

193 Ματθ. 3,2 194 Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, 154 κεφάλαια, Φιλοκαλία τόμ. 4ος, ἔκδ. Περιβόλι τῆς Παναγίας, Ἀθήνα 1987, σελ. 27 195 Μεγ. Φωτίου. ἦχος γ΄, Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 196 Φωτίου, Παρασκευή Ἑσπέρας, Ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή στ΄, Κάθισμα. 197 Ὅσιος Νικόλαος ὁ Κατασκεπηνός, Ἤχος πλ. Β΄ Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 198 Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, Δευτέρα Ἑσπέ-ρας, ἦχος πλ. Δ΄. ὠδή α. 199 Μητροφάνους Σμύρνης, Τρίτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄. ὠδή ζ΄. 200 Λουκ. 1, 79 201 Λουκ. 17,21 202 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, 150 κεφάλαια, κεφ. 57, Φιλοκαλία, ἔκδ. Περιβόλι τῆς Παναγίας, τόμ. 4ος, Ἀθήνα 1987, σελ. 315 203 Καλλινίκου Ἡρακλείας, Τετάρτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄. ὠδή, δ΄. 204 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή η΄.

Μετανοίας. Δάκρυα τῆξις στεναγμός, τῆς μετανοίας τά ἄνθη, ἐν ἐμοί καρπόν ἀειθαλῆ· οὐδό-λως Παρθένε ἐπεδείξαντο, ἀλλ’ ἀπογνώσεως ποθέν, λαῖλαψ σφοδρά ἐμπεσοῦσα, ταῦτα κατεμάρανε Θεόνυμφε205.

Μετανοίας. Ὁδούς μετανοίας Παρθένε ποθῶ, διατρίβειν ἀεί τάς φερούσας με, ζωήν πρός ἀ-τελεύτητον ἀλλ’ αὖθις τά δεινά, συστήματα δαιμόνων, καθέλκουσι κρημνίσαι, εἰς βυθόν ἁμαρτίας, καί ἀπωλείας δεινόν βόρβορον206.

Μετανοίας. Ὕδωρ ἀτεκνοῦν τό τῶν παθῶν ψυχῆς μου, τήν μήτραν ἐστείρωσε καί κατεξήρα-νε· ρᾶνόν μοι κούφη νεφέλη θεῖον ὄμβρον, ὅπως ἐκβλαστήσω καρπούς τῆς μετανοίας207.

Μετανοίας. Θεογεννῆτορ Μαριάμ, τῆς νοητῆς με Αἰγύπτου, καί δουλείας τῆς τοῦ πονηροῦ· ἐξάρπασον σύ θαλάσσας τέμνουσα, τῶν πονηρῶν μου ἐννοιῶν, καί ὄρει τῆς μετανοίας, ἐν-διαβιβάζουσα καί σώζουσα208.

Μετανοίας. Κύμασι βυθίζομαι τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας, καί ἡδονῶν ὁ δοῦλός σου· Θεοτόκε πρόφθασον καί κυβερνήσει θεία σου, πρός λιμένα με, μετανοίας ὁδήγησον209.

Μετανοίας. Λαμψάτω νῦν ἐπ’ ἐμέ, ἡ ἄφατος εὐσπλαχνία σου, βυθοῦ με ἁμαρτιῶν, καί τῆς ἀπογνώσεως, Κόρη ἀπαλάττουσα· καί πρός μετανοίας, τούς λιμένας ἐμβιβάζουσα210.

Μετανοίας. Ἥλιον ἡ τεκοῦσα, τῆς δικαιοσύνης κούφη νεφέλη, τά νέφη διάλυσον τά τῆς ρα-θυμίας μου, καί πρός μετανοίας αἰθρίαν, διά προθυμίας με ἴθυνον211.

Μετανοίας. Ἰλύος φθοροποιῶν παθῶν ἡμᾶς λύτρωσαι, ταῖς πρός τόν Υἱόν σου ἁγνή δεήσεσι, δίδου βηματίζειν καθαρῶς τῆς μετανοίας τρίβους, τάς εἰσαγούσας Θεονύμφευτε, πρός τήν αἰώνιον κατάπαυσιν212.

Μετανοίας. Ἐν πελάγει τοῦ βίου κλυδωνιζόμενος καί μερίμναις γηΐναις περιαντλούμενος, καί συμπνιγόμενος τόν νοῦν τήν σήν βοήθειαν, ἐπικαλοῦμαι ἐκ ψυχῆς, ἐπιταχύνουσα λοιπόν, κυβέρνησον καί ὅρμον, εἰσάγαγε μετανοίας, ἵνα ὑμνῶ σε Παρθένε ἄχραντε213.

Μετανοίας. Ἀνάστειλον Δέσποινα, τῶν ἡδονῶν μου τήν πικράν μέθην, νῆψιν θείαν μοι πα-ρέχουσα. Μετανοίας, καί ἐπιστροφήν τήν σωτήριον214.

Μετανοίας. Ἀνάστειλον, μετανοίας ἀκτῖνά μοι Δέσποινα, καί τά νέφη, πονηρῶν λογισμῶν διασκέδασον, ἡλίου νεφέλη, τοῦ τήν δικαιοσύνην Πανάμωμε215.

Μετανοίας. Ἀνατολή τοῦ ἡλίου Δέσποινα, τοῦ νοητοῦ ὡς συμπαθής, σύ τῆ αἴγλη τῆ παμφαεῖ, τῆς θείας πρεσβείας σου, φαῦσον μετανοίας μοι, ἀνατολήν ἐκδιώκουσα, τήν ζοφεράν τῶν παθῶν μου ὁμίχλην καί πταισμάτων μου216.

205 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 206 Ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, ὠδή ε΄ 207 Μητροφάνους Σμύρνης, Ἦχος πλ.Α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 208 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Ἦχος Βαρύς, Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 209 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου. Ἦχος Γ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 210 Ὁσίου Νικολάου Κατασκεπηνοῦ, Σαββάτω Ἑσπέρας, Ἦχος πλ. Δ΄.ὠδή στ΄. 211 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Ἦχος Βα-ρύς, Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 212 Ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου Εὐγενικοῦ, Ἦχος πλ.Α΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 213 Μητροφάνους Σμύρνης, Ἦχος πλ.Α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδῆ στ΄. 214 Ὅσιος Νικόλαος ὁ Κατασκεπηνός, Ἤχος πλ. Β΄ Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 215 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἦχος Δ΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας στ΄. ὠδή 216 Ἁγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἦχος α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, ζ΄ ὠδή.

Μετανοίας. Νεκρωθεῖσα τάλαινα ψυχή, δεινῶς τῆ ἀμελεία, ἐγέρθητι ὡς ἐξ ὕπνου, καί μεσίτ-ριαν ποιοῦ τήν μόνην ἀπείραντον Θεοτόκον· ὅπως σε τρόποις ζωώση μετανοίας, καί τῆς ἀπα-θείας καθυποδείξη τρίβους217.

Μετανοίας. Ἀνεπιστρόφω νεύματι, ἀκλινεῖ τε ὁρμήματι, τήν πρός ἀρετήν ἀνεμποδίστως στέλλεσθαι, πορείαν εὐόδωσον, καί τοῖς πρόσω ἐκτείνεσθαι, τῶν ὄπισθεν ἁπάντων, ἐπιλαθό-μενόν με· καί θέρμην μετανοίας, καί εὐχῶν μοι παράσχου, Παρθένε ἵνα πόθω, ὑμνῶ σε εἰς αἰῶνας218.

Μετανοίας. Νεύρωσον ἄχραντε τῆς ψυχῆς μου τόν τόνον, νενεκρωμένον ταῖς πολλαῖς ἁμαρ-τίαις, καί φώτισον μετανοίας τῶ φέγγει· ταῖς θείαις σου λιταῖς, ὅπως δοξολογῶ σε εἰς πάντας τούς αἰῶνας219.

Μετανοίας. Νοήμασι καί αἰσθήσεσι, καί ραῖς πράξεσι Θεοκυῆτορ ὅλος, Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἀπέστην, καί ἐδούλευσα τυράννοις παθῶν εὑρεταῖς· ἀλλά σύ τούτων λύτρωσαι καί δίδου μοι, τῆς μετανοίας αὐγήν220.

Μετανοίας. Νύξ με βαθεῖα, συνέχει πταισμάτων, καί ἀτενίσαι οὐ δύναμαι, πρός μετανοίας τό φέγγος Θεόνυμφε· ἀλλά σύ διέγειρον, τῆ θερμῆ σου πρεσβεία πρός κατάνυξιν221.

Μετανοίας. Παλάτιον θεῖον τοῦ Λόγου ἁγνή, ἐμέ τῶν πονηρῶν ἐργαστήριον· ὑπάρξαντα πν-ευμάτων διά πράξεων αἰσχρῶν, καί τοῦτον ἐκπληροῦντα, τό θέλημα ἀφρόνως, διά μετανοίας, δεῖξον Θεοῦ κατοικητήριον222.

Μετανοίας. Παρθένε μόνε πανύμνητε, Παρθένε ἡ Θεόν σωματώσασα, Παρθένε ἡ πᾶσι πρό-ξενος· ζωῆς τῆς αἰωνίου λάμψον μοι φῶς, τό τῆς μετανοίας, διαλύουσα τόν ζόφον τῶν πται-σμάτων223.

Μετανοίας. Ὑπό τόν ἅδην ὑπάρχων, ἀνεβιβάσθης πρός ὕψος, ταῖς πρός τόν θεῖον μου Υἱόν, ἱκεσίαις καί πρόσχαις· μή τοῖς προτέροις σου δεινοῖς, ἐμπέσης ἐγκλήμασιν ἀλλ’ ἄπελθε, εἰς ὁδούς μετανοίας μήπως πάλιν, τῆ γεένη ἐμβληθῆς224.

Μετανοίας. Πύλη ἡ οὐράνιος πύλας μοι ἄνοιξον, τῆς μετανοίας Θεογεννῆτορ, πύλας ἡ ἀνοί-ξασα, τάς τοῦ Παραδείσου, καί ἅδου πυλῶν ρῦσαι με225.

Μετανοίας. Πύλη τοῦ φωτός τοῦ νοητοῦ, τῆς μετανοίας μοι πύλας διάνοιξον· καί τόν νοῦ μου φώτισον, τό ζοφερόν σκότος ἀποδιώκουσα, τό τῆς ἁμαρτίας, καί τῶν παθῶν Παναμώμη-τε226.

Μετανοίας. Πύλην μετανοίας, τήν στενήν καί τρίβον τεθλιμμένην, ἡ πύλη ἡ ἔμψυχος, ἥν ὁ Θεός διώδευσε, μετά πλουτισμοῦ τῆς καρδίας, χαρμοσύνως δός διέχεσθαι227.

Μετανοίας. Ραντίσασα σεμνή, μετανοίας ὑσσώπω, τήν ρυπῶσάν μου ψυχήν καθάρισον ταχύ, καί τοῖς δάκρυσι πλύνασα, λεύκασον ὑπέρ χιόνα, νοητήν εὐφροσύνην μοι, ἀκουτίσασα καί ἀγαλλίασιν228.

217 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, η΄ ὠδή. 218 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή η΄. 219 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἦχος Βαρύς, Παρασκευή Ἑσπέρας, ὠδή η΄ 220 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης, Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, , ὠδή ζ΄. 221 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή ζ΄. 222 Ἁγίου Ἰωσήφ τοῦ Ὑμνογράφου,Ἦχος α΄. Δευτέρας Ἑσπέρας, ε΄ ὠδή. 223 Ἁγίου Ἰωσήφ τοῦ Ὑμνογράφου, Ἦχος α΄., Κυριακῆ Δευτέρα Ἑσπέρας, Ὠδή α΄. 224 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, Ὠδή θ΄. 225 Ἁγίου Ἰγνατίου Κωνσταντινουπόλεως, Ἦχος πλ. Α΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, ε΄. ὠδή. 226 Ἁγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἦχος α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, α΄ ὠδή. 227 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἤχος Βαρύς, Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 228 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἦχος Δ΄.Κυριακῆ Ἑσπέρας α΄. ὠδή

Μετανοίας. Ὄρθρω τῆς μετανοίας σκότος λύσασα, καί τήν νύκτα τῶν παθῶν, τήν ἐν ζόφω τῆς ἀγνοίας, κοιμωμένην ψυχήν μου, ὀθρίσαι καί φωταγγηθῆναι, φωτί τῆς θείας γνώσεως· ἔγειρον Θεοτόκε, τῆ φωταυγεῖ πρεσβεία σου229.

Μετανοίας. Τό πολύφωτον ὄχημα τοῦ Θεοῦ, θείου φέγγους λυχνία χρυσοφαής, ἄσπιλε ἀμό-λυντε, ὑπεράμωμε Δέσποινα, τήν σκοτεινήν ψυχήν μου, τυφλώττουσαν βάθεσι, τῆς ἀπαθεί-ας αἴγλη, καταύγασον δέομαι· καί μεμολυσμένην, τήν καρδίαν μου πλῦνον, ροαῖς κατανύξε-ως, μετανοίας καί δάκρυσιν, ἵνα πόθω κραυγάζω σοι· πρέσβευε τῶ σῶ Υἱῶ καί Θεῶ, τῶν πτ-αισμάτων δοῦναί μοι τήν ἄφεσιν, σέ γάρ ἔχω ἐλπίδα ὁ δοῦλός σου230.

Μετανοίας. Τρίβοις θείαις ἐκβιβάζουσα, τῆς μετανοίας τήν ψυχήν μουν ἐπίστρεψον, ἐξ’ ὁδοῦ ἁγνή, τῆς ἀπαγούσης εἰς θάνατον, καί πρός ὄλεθρον ὄντως αἰώνιον, Μαρία Θεοτόκε, ἁμαρ-τωλῶν τό ἱλαστήριον231.

Μετανοίας. Τῆς ἀρετῆς καί μετανοίας τήν τρίβον, τήν τεθλιμμένην καί στενήν καί τραχεῖαν, χαρμονικῶς ὁδεύειν με ἐνίσχυσον ἁγνή,πλάτυνον ἐν θλίψεσι, τήν στενήν μου καρδίαν, πλού-τισον ἐν πράξεσιν, ἀγαθαῖς τήν ψυχήν μου, καί ἐκ παθῶν στενώσεως αὐτήν, εἰς πλατυσμόν ἀπαθείας ἐξάγαγε232.

Μετανοίας. Φιλαμαρτήμων ὑπάρχων τρέμω καί δέδοικα, μήπως ἐξαίφνης τό τέλος τοῦ βίου φθάση με· ἄχραντε Δέσποινα, ἡ πάντων προστασία, τῶν καταπονουμένων τρόποις μετανοί-ας, βελτιῶσαι νῦν παρακλήθητι233.

Μετανοίας. Χειμάζει με λογισμῶν τρικυμία, πρός ὅρμον με ἀληθοῦς μετανοίας· κυβέρνησον Παρθένε, ἐν γαλήνη συντηροῦσα τήν καρδίαν μου234.

Μετανοίας. Ἡ θεία πύλη τοῦ βασιλέως Χριστοῦ, δι’ ἧς διῆλθε καί κόσμω πεφανέρωται· πύ-λας μοι διάνοιξον, τῆς κατανύξεως ἁγνή καί μετανοίας235.

Μετανοίας. Ἀνατολή τοῦ ἡλίου Δέσποινα, τοῦ νοητοῦ ὡς συμπαθής, σύ τῆ αἴγλη τῆ παμφα-εῖ, τῆς θείας πρεσβείας σου, φαῦσον μετανοίας μοι, ἀνατολήν ἐκδιώκουσα, τήν ζοφεράν τῶν παθῶν μου ὁμίχλην καί πταισμάτων μου236.

Μετανοίας. Οὐκ ἔστιν ἄξιος Μῆτερ, ὁ προσφυγών σοι ἐλέους· καί γάρ ἀνθρώπων με οὐδείς, ὡς αὐτός παροργίζει· ἀλλά πρεσβείαις σου σεπταῖς, αὐτόν τῆς κολάσεως ἀμέτοχον, ἐν τῆ κρί-σει ποιήσω εἰ πράξει, μετανοίας μοι καρπούς237.

Μετανοίας, πύλας μοι. Ἡ θεία πύλη τοῦ βασιλέως Χριστοῦ, δι’ ἧς διῆλθε καί κόσμω πεφανέ-ρωται· πύλας μοι διάνοιξον, τῆς κατανύξεως ἁγνή καί μετανοίας238.

Μετανοοῦντα. Μυρίοις ἐγκλήμασιν ἁμαρτημάτων, βαρούμενος ἄχραντε, σοί προσπίπτω δε-ξαι με, μετανοοῦντα θερμῶς, καί ἵλεών μοι τόν κριτήν ποίησον Δέσποινα239.

Μετανοοῦντας. Αἱ ἡδοναί τοῦ σώματος, καί κινήσεις αἱ ἄτακτοι, καί παραλλαγαί τῆς φυσι-κῆς στάσεως· ἀθλίως τελούμεναι, τῶ ἀκοιμήτω σκώληκι, πέμπουσι τούς ταύταις, ἐπιμένον-

229 Ἰωάννης Εὐχαΐτων. Ἦχος Γ΄. Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή α΄. 230 Καλλινίκου Ἡρακλείας, Τετάρτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄. ὠδή, στ΄ Κάθισμα. 231 Ἁγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἦχος α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, θ΄ ὠδή. 232 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος δ΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, Κάθισμα ὠδῆς στ΄. 233 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, ἦχος Βαρύς, Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 234 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἦχος Βαρύς, Παρασκευή Ἑσπέρας, ὠδή ε΄ 235 Μεγ. Φωτίου, ἦχος γ΄, Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 236 Ἁγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντ/πόλεως, Ἦχος α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, ζ΄ ὠδή. 237 Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Ἦχος α΄ Σάββατο Ἑσπέρας, Προσόμοιον. 238 Μεγ. Φωτίου. Ἦχος Γ΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 239 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ΄ ὠδή.

τας πάντη· καί μή μετανοοῦντας τί ποιήσω ὁ τάλας! Πρός σε οὗν καταφεύγω, οἰκτείρησόν με Κόρη240.

Μετανοῶ. Μίαν ἡμέραν τῶ Θεῶ, μετανοῶ τάς δέ πάσας, παροργίζω τήν αὐτοῦ εὐσπλαχνίαν, ὁ ἀναίσθητος ἐγώ, καί τήν ψυχήν ἀμείλικτος, ἀλλά μακροθυμεῖν μοι, τοῦτον δυσώπει Πανά-χραντε241.

Μετάνοια. Τίς τόν Πέτρον διέσωσε; Πάντως ἡ μετάνοια Θεονύμφευτε, καί ληστήν πόρνην καί ἄσωτον, οὕς με μιμηθῆναι καταξίωσον242.

Μετάνοιαν. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μου δεδαπάνηται, ἐν ὕπνω καί ἀνέσεσι, καί τρυφῆ καί ρεμ-βασμοῖς τῶν λογισμῶν· νῦν οὖν κἄν ἐν γῆρά με σωφρόνισον,Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, καί πρός μετά-νοιαν χειραγώγησον243.

Νῆψιν244 θείαν. «Ἀνάστειλον Δέσποινα, τῶν ἡδονῶν μου τήν πικράν μέθην, νῆψιν θείαν* μοι παρέχουσα. Μετανοίας, καί ἐπιστροφήν τήν σωτήριον245».

Νήφουσάν μοι δός τήν καρδίαν καί τό ὄμμα, τῆς διανοίας γρήγορον, ἐπαγρυπνοῦν καί ἐκδε-χόμενον· ἐν ὥρα ἧ οὐ δοκῶ, ἐν ἀωρία τε νυκτός τόν Θεόν ἥκοντα· θείας παστάδος ἁγνή, ἀξι-ῶσαι καιομένην, τούς τῶν ἀρετῶν τήν λαμπάδα κεκτημένους246».

«Νῆψις, (ἤ ἐγρήγορσιν,ἤ προσοχήν), εἶναι μέθοδος πνευματική ἡ ὁποία ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο, σύν Θεῶ, ἀπό τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπό τούς λόγους καί ἀπό τά πονηρά ἔργα. Χαρακτηρίζεται γιά τό ἀδιάκοπο καί για τήν πολλή της προθυμία. Καθώς προχωρεῖ ἡ νῆψις, χαρίζει τήν ἀσφαλῆ γνῶσι τοῦ ἀκαταλήπτου Θεοῦ, ὅσο εἶναι δυνατόν, καί τήν λύσι τῶν θεί-ων καί ἀποκρύφων μυστηρίων…Ἡ νῆψις εἶναι ὁδρόμος κάθε ἀρετῆς καί κάθε ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Ἡ νῆψις πού παραμένει μόνιμα σέ ἕναν ἄνθρωπο, γίνεται ὁδηγός μιᾶς ὀρθῆς καί θεά-ρεστης ζωῆς. Αὐτό εἶναι καί «ἐπίβασις θεωρίας». Ὅταν τεέιοποιηθῆ, χωρί νά δεσμεύεται ἀπό κσμμίς φσντασία,λέγεταο ἡ ἴδια καί «φυλακή τοῦ νοός»καί καρδιακή ἡσυχία.

Ἡ νῆψιςεἶναι σταθερή τοῦ λογισμοῦ προσήλωσις καί στάσις στήν πύλη τῆς καρδιᾶς. Ὁ λογι-σμός αὐτός βλέπει καί ἀκούει τούς ἐρχομένους κλέπτες λογισμούς τί λένε καί τί κάνουν οἱ φονιάδες. Βλέπει τίς ἀπάτες τοῦ δαίμονος ἐπί τοῦ νοῦ τίς ὁποῖες προσπαθεῖ μέ τήν φαντα-σία νά ξεγελάση τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπάρχουν πολλοί τρόποι νήψεως, ὥστε νά καθαρί-ζωμε τόν νοῦ μας ἀπό τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ἕνας τρόπος εἶναι τό νά ἐξετάζης συχνά πυκνά τήν φαντασία, δηλαδή τήν προσβολή, γιά τήν αἰτία ὅτι ὁ σατανᾶς δέν μπορεῖ χωρίς τήν φαντασία νά δημιουργῆ λογισμούς καί νά ὑποδεικνύει στό νοῦ ψεύτικα πράγματα με σκοπο νά τόν ἀπατήση.

Ἄλλος τρόπος νήψεως εἶναι τό νά ἔχης καρδιά, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε βυθισμένη στήν σιωπή καί στήν ἡσυχία, μακριά ἀπό τήν ταραχή πού φέρνει κάθε λογισμός καί νά προσεύχεται.

Ἄλλος τρόπος εἶναι τόν νά παρακαλῆς τόν Κύριο Ἰησσοῦ Χριστό ἀδιάκοπα καί μέ ταπείνωσι νά σοῦ στέλνη τήν βοήθειά Του.

240 Ὁσίου Νικολάου Κατασκεπηνοῦ, Σαββάτω Ἑσπέρας, Ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή η΄. 241 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή γ΄. 242 Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, Δευτέρα Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄. ὠδή δ. 243 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, στ΄ ὠδή. 244 Εἶναι πολύ σπάνιο νά βρεῖς ἀνθρώπους πού τό λογιστικό τους δέν ἐνοχλεῖται ἀπό κακούς λογισμούς. Αὐτό συμβαίνει μόνο σ’ ἐκείνους πού μέ τόν τρόπο αὐτό μηχανεύονται νά προσελκύουν τή θεία χάρη καί ἐπίσκεψη. Ἄν λοιπόν θέλομε νά βαδίζομε τήν κατά Χριστόν φιλοσοφία, δηλαδή τή νοητή ἐργασία, μέ φύλαξη τοῦ νοῦ καί νήψη, ἄς ἀρχίσωμε τό δρόμο αὐτό μέ ἐγκράτεια ἀπό τά πολλά φαγητά, παίρνοντας μέ μέτρο κατά τή δύναμή μας τήν τροφή καί τό ποτό μας. Ἡ νήψη ἄς λέγεται εὔλογα ὁδός πού ὁδηγεῖ στή βασιλεία, καί στήν μέσα μας (Λουκ. 17,21) καί στή μελλοντική, ἐπίσης καί νοητή ἐργασία, γιατί ἐπεξεργάζεται καί λευκαίνει τά ἤθη τοῦ νοῦ καί τόν μετα-βάλλει ἀπό τήν ἐμπάθεια στήν ἀπάθεια. Μοιάζει μέ μιά φωτεινή θυρίδα, ἀπό τήν ὁποία σκύβει ὁ Θεός καί φανε-ρώνεται στό νοῦ. (Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: Νηπτικά Κεφάλαια (Φιλοκαλία τ. Γ, Περιβόλι τῆς Παναγίας κεφ. 3) 245 Ὅσιος Νικόλαος ὁ Κατασκεπηνός, Ἤχος πλ. Β΄ Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 246 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή η΄.

Καί ἄλλος τρόπος νήψεωςεἶναι νά ἔχης στήν ψυχή σου ἀδιάλειπτη «μνήμη θανάτου».Ὅλες αὐτές οἱ ἐργασίες, ἐμποδίζουν σάν θυρωροί νά μποῦν μέσα σου οἱ πονηρές ἔννοιες247».

Νοός καθαρότητι. Ὑπέρ πᾶσαν φύσιν λογικήν, τόν ἐξαμαρτήσαντα, ἡ ὑπερβᾶσα Ἀγγέλων τά τάγματα· ἐν ἁγιωσύνητε, καί σεμνότητι καί νοός καθαρότητι, σῶσόν με Παρθένε, ἵνα σε γεραίρω τήν Πανύμνητον248. ,

Οἶκος249. Ὡς ἀμόλυντος οἶκος τοῦ Βασιλέως τήν πάθεσι, μολυνθεῖσαν ἀτόποις, ἐμήν δέομαι καρδίαν Κόρη ἁγνή…250»

Οὐρανῶν βασιλείας. «Πάσαις καλῶν ἰδέαις μέ, κατακόσμησον Δέσποινα, πλήρωσον χαρᾶς πνευματικῆς τόν δοῦλόν σου,τῶ κύκλω στεφάνωσον, τῶν ἀρετῶν Πανάμωμε,ἔμπλησον παν-τοίας, δωρεῶν μετουσίας· καί μέτοχόν με δεῖξον, οὐρανῶν βασιλείας, κἄν μου ὑπέρ ἀξίαν, τό αἰτηθέν ὑπάρχει251».

Πάθεσι252 ἡδοναῖς. «Σῶσόν με Παρθένε ἀπειρόγαμε σῶσόν με· μή με παρίδης ἀγαθή καταπο-νούμενον δεινοῖς, ἡδοναῖς καί πάθεσι, καί λογισμοῖς βεβήλοις καί πονηρίας μεστοῖς, καί τῶν δαιμόνων παρενοχλήσεσιν253».

Πάθεσι παραλόγοις. «Κλῖνόν μοι τό φιλάγαθον οὗς σου, δεομένω Πανάμωμε, καί μή ἀπορ-ρίψης τοῦ σοῦ με προσώπου, μηδέ πόρρω πέμψης τῆς σῆς βοηθείας· δόλω γάρ ὁ δόλιος σπου-δάζει ἀπολέσαι με, παραλόγοις πάθεσι, κινῶν τήν καρδίαν μου, σύ δέ μέ συντήρησον, ὅλον τῆς αὐτοῦ βλάβης ἀμέτοχον254».

Πάθεσι τυφλώττουσαν*. «Τό πολύφωτον ὄχημα τοῦ Θεοῦ, θείου φέγγους λυχνία χρυσοφαής, ἄσπιλε ἀμόλυντε, ὑπεράμωμε Δέσποινα, τήν σκοτεινήν ψυχήν μου, τυφλώττουσαν πάθεσι, τῆς ἀπαθείας αἴγλη, καταύγασον δέομαι· καί μεμολυσμένην, τήν καρδίαν μου πλῦνον, ροαῖς κατανύξεως, μετανοίας καί δάκρυσιν, ἵνα πόθω κραυγάζω σοι· πρέσβευε τῶ σῶ Υἱῶ καί Θεῶ, τῶν πταισμάτων δοῦναί μοι τήν ἄφεσιν, σέ γάρ ἔχω ἐλπίδα ὁ δοῦλός σου255».

Ἄχ! Τά πάθη, ἡ κακή διάγνωσις, ἡ σκότωσις τῆς ψυχῆς δέν ἀφήνουν τόν νοῦ νά ὑψωθῆ μικρόν προς τά ἄνω, νά φανῆ τό συμφέρον τῆς ψυχικῆς σωτηρίας256».

Πάθη. Ἀγρίαις θηρσί, παρεδόθην τῶν παθῶν τοῖς ἐπιστάταις, ὡς ἐν ἐρήμω οἱ γογγύσαντες, καί ἀφανῶς ἐκκεντοῦσί με, ὥσπερ καί ἐκεῖνους οἱ ὄφεις, ἀλλά Κόρη Θεόνυμφε, τῆ σῆ πρε-σβεία δυσωπῶ δός μοι τήν ἴασιν257.

247 Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Νῆψις καί προσευχή, ἐκδ.Ἱ. Ἡσυχαστήριο ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Κουφάλια Θεσ/κης 2001, σελ.90 κ. ἑξ… 248 Ἰωάννης Εὐχαΐτων, Ἦχος β΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, α΄ ὠδή. 249 Ἡ Θεοτόκος εἶναι ὁ οἶκος Θεοῦ, τόν ὁποῖον εἶδε ὁ Ἰεζεκιήλ γεμᾶτον ἀπό δόξαν Θεοῦ, (μγ.5). Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἑορτοδρόμιον τόμ. Γ. «’Ορθόδοξος Κυψέλη»Θεσ/κη, σελ. 328 250 Ἀρσενίου Μοναχοῦ, ἦχος γ΄, Τετάρτη Ἑσπέρας, Προσόμοιον 251 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. Δ΄, ὠδή η΄. 252 Πέντε πράγματα εἶναι διά μέσου τῶν ὁποίων ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν ἁμαρτία· α) ἡ προσβολή ἡ πρώτη κίνηση τοῦ λογισμοῦ, πού γίνεται ἀπό τόν δαίμονα διά τῆς φαντασίας ἤ διά τοῦ ἐνδιαθέτου λόγου, (ὁ λόγος πού λέμε ἀπό μέσα μας). β) «Ὁ συνδυασμός ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μέ τόν κακό λογισμό, καί ἀπό τή προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἤ νά συνομιλήσει μαζί του ἤ νά τόν διώξει. γ) Πάλη ἡ μάχη τοῦ κακοῦ λογισμοῦ μέ τόν νοῦ. δ) Συγκα-τάθεση μέ τήν ἡδονή, ε) ἡ πράξη ἡ τέλεση τῆς ἁμαρτίας. Ἡ συνεχής τέλεση τῆς ἁμαρτίας δημιουργεῖ τό πάθος. Πάθος εἶναι ἡ συνήθεια, εἶναι θά λέγαμε ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας πού εὑρίσκεται στήν καρδιά, πού ἀποκτήθηκε ἀπό τίς πολλές ἐνέργειες καί πράξεις τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι ἡ παρά φύση κίνηση τῆς ψυχῆς, μητέρα ὅλων τῶν παθῶν εἶ-ναι ἡ παράλογη ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ φιλαυτία. Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Σωτ. Σχοινᾶ, Βόλος, 1956, σελ. 101, 150, 151 253 Ἁγ. Φωτίου Πατριάρχου Κων/πόλεως, ἦχος α΄.Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή δ΄. 254 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, Προσόμοιον. 255 Καλλινίκου Ἡρακλείας, Τετάρτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. δ΄. ὠδή, στ΄ Κάθισμα. 256 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΛΗ, σελ. 232 257 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος β΄, Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή ζ΄.

Γιά τήν ἴαση, μέ τήν βοήθεια τῆς Θεοτόκου, ὁ χαρισματοῦχος Γέροντας Ἀμβρόσιος258 συνι-στᾶ τήν ἑξῆς στρατηγική σχετικά μέ τά πάθη, τά ἐλαττώματα καί τά μειονεκτήματά μας: «Ἀφοῦ προβοῦμε σέ λεπτομερής ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ μας, τά καταγράφουμε σέ ἕνα χαρτί. Μετά κόβουμε χαρτονάκια, ὅσα καί τά προβλήματα πού ἔχομε καταγράψει, καί γράφουμε τά προβλήματα στά χαρτονάκια, ἕνα σέ κάθε χαρτονάκι. Ὅταν τελειώσουμε, θά ἔχουμε τόσα χαρτονάκια, ὅσα καί οἱ ἀδυναμίες μας πού ἔχουμε διαπιστώσει. Προτείνει ὁ σοφός Γέροντας νά μήν καταπιαστοῦμε μέ ὅλα τά προβλήματά μας συγχρόνως, γιατί δέν θά μπορέσουμε νά τά βγάλουμε πέρα μέ ὅλους τούς ἐχθρούς μαζεμένους, ἀλλά νά διαλέξουμε δύο χαρτονάκια καί μέ αὐτές τίς ἀδυναμίες νά ἀσχοληθοῦμε, μέχρι νά τίς ξεπεράσουμε. Θά ἐλέγχουμε δηλα-δή κάθε βράδυ τόν ἑαυτό μας ἀναφορικά μέ τήν πορεία μας σέ αὐτά τά δύο προβλήματα καί ὅταν, μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, τήν προσευχή καί τή δική μας προσπάθεια τά ἔχουμε ξεπερά-σει, τότε θά πάρουμε ἄλλα δύο χαρτονάκια. Καί οὕτω καθ’ ἑξῆς, μέχρι νά ὑπερνικήσουμε τά πάθη, τά ἐλαττώματα καί τά μειονεκτήματα πού ἔχουμε καταγράψει. Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι κατά τή διάρκεια τῆς προσπάθειάς μας δέν θά ἀφήνουμε ἀνεξέλεγκτα τά ὑπόλοιπα πάθη, ἀλλά ὅτι θα συγκεντρωνόμαστε ἰδιαίτερα καί ἐπίμονα στό νά ξεπεράσουμε τά δύο πάθη πού ἐπιλέγουμε κάθε φορά.

Τά πιό πάνω, ὅμως, κατά τόν σοφό Γέροντά μας, ἐκφράζουν τήν ἀρνητική πλευρά τοῦ ἑ-αυτοῦ. Θά πρέπει, τονίζει, νά ἀσχοληθοῦμε παράλληλα καί μέ τή θετική. Θά πρέπει δηλαδή νά ἑδραιώσουμε μέσα μας καί τίς ἀρετές τῆς πίστης, τῆς ταπείνωσης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλή-θειας, τῆς εἰλικρίνειας καί τῆς δικαιοσύνης.

Θά γράψουμε τίς κάθε μία ἀπό τίς ἀρετές παίρνοντας τό πρῶτο χαρτονάκι, τῆς «πίστης», καί τήν ὥρα τῆς πνευματικῆς μας μελέτης259 καί περισυλλογῆς θά ἐμβαθύνουμε στήν ἀρετή τῆς πίστης, θά σκεφτόμαστε τά χαρακτηριστικά καί τά πλεονεκτήματά της καί θά προσπαθοῦμε νά τήν ἑδραιώσουμε μέσα μας. Μέ συνδυασμό τήν προσευχή, τήν ἄσκηση καί τή μελέτη θά μπορέσουμε νά ἀντιμετωπίσουμε τήν ζωή καί δυσκολίες της μέ πίστη, στήν ἄπειρη μεγαλει-ότητα τοῦ Θεοῦ καί νά συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὅλα τά ὑπάρχοντά μας καί ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας ἀνήκουν στον Θεό260.

Παρθενία. «Συνήφθη τοῖς Ἀγγέλοις ἀγαθή, ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις ἐν σοί, ὅθεν πολιτείαν ζηλοῦσιν ἄνθρωποι· ἀγγέλων ἐν παρθενία, καί ἁγνότητι βιοῦντες ἐπί γῆς, ὦν περ τῆς μερί-δος, ἀξίωσόν με Δέσποινα261».

Ἡ κρυφή ἐσωτερική ἐργασία, ἡ ἀποβολή ὅλων τῶν λογισμῶν ἀπό τήν καρδιά, ἡ περι-φρούρηση τῆς καρδιᾶς ἀπό λογισμούς καί ἐπιθυμίες, ἡ αἴσθηση τῆς αὐτομεμψίας καί ἡ βαθυ-τάτη μετάνοια, πού συνδέεται ταυτόχρονα μέ τήν προσευχή, εἶναι αὐτό πού λέγεται ἐσωτε-ρική παρθενία (παρθενία τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς). Ὁ μοναχός δέν πρέπει νά νομίζει ὅτι δια-σώζεται «ἐν μόνη τῆ τοῦ σώματος φυλακή τό κατόρθωμα τῆς παρθενίας», ἀλλά ἡ παρθενία ἐπεκτείνεται στήν προσοχή νά μή μολυνθεῖ ἀπό κάθε ἐμπαθῆ διάθεση πού ἐνεργεῖται ἀπό διάφορα πάθη στήν καρδιά.

Πένθος τε ἡγνισμένον. «Ρήματα θείων Πατέρων ἁγνή διδάσκουσι, τήν ἀποχήν τῆς κακίας εἶ-ναι μετάνοιαν· εἶτα καί κάκωσιν νηστείαν ἀγρυπνίαν, καί συντριμμόν καρδίας, πένθος τε ἡγ-νισμένον*, ἅ μοι δώρησαι Μητροπάρθενε262».

«Ὁ ἅγιος Φιλόθεος τήν ὀνομάζει «ἀγαθήν λύπην, σωτήριον πένθος, εὐκατάνυκτον ζωήν». Αὐτό τό πένθος κατά τό ἅγιο Φιλόθεο εἶναι πρῶτα πένθος γιά τίς ἁμαρτίες πού ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε κάνει στήν ζωή μας. Ἀλλά ὑπάρχει καί ἄλλη ἀφορμή πένθους: Τά παθήματα, ἡ ὀδύ-νη, ὁ πόνος πού ἔχει ὁ κόσμος. Ἐδῶ δίνει ἐκκλησιολογικό χαρακτῆρα στό πένθος. Βασιζόμε-

258 Ἴσως πρόκειται για τόν μακαριστό π. Ἀμβρόσιο Λάζαρη, πνευματικοῦ τῆς Ἱ. Μ. Δαδίου. 259 Ἕνα βιβλίο, βοήθημα, πού θά μπορέσει ὁ ἀναγνώστης – μελετητής, νά ἐντρυφήσει, εἶναι τό ἔργο τοῦ ὁσίου Πέ-τρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Φιλοκαλία ἐκδ. Περιβόλι τῆς Παναγίας, τόμος γ΄. 260 Ἰωσήφ Μ.Δ. Ὁδηγός γιά τήν πνευματική ζωή, ἐκδ. Κυριακίδη, ἔκδ. βα, Ἀθήνα 2004, σελ. 74. 261 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος γ’, ὠδή ε΄. 262 Ἅγ. Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς,Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄.

νος στόν Ἀπόστολο Παῦλο, «χαίρειν μετά χαιρόντων καί κλαίειν μετά κλαιόντων». Πῶς μπο-ρεῖ ὁ Χριστιανός νά μήν πενθῆ, ὅταν σκέπτεται πόσα κακά γίνονται στόν κόσμο! Πόσα πάν-δημα κακά! Σεισμοί, καταποντισμοί, ναυάγια!

Ἀλλά ὑπάρχει καί ἄλλο πένθος, γιά τό ὁποῖο πενθεῖ ὁ κατά Θεόν ἄνθρωπος. Τό πένθος γιά τήν πτῶσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πού ἀπό μεγάλη δόξα ἀρρώστησε τόσο βαρειά καί ἔπεσε τόσο χαμηλά».

Πίστιν* ἔνθεον. «Πολυέραστον κάλλος πένσεμνε χαῖρε ἡ πάντας, τῶ ὑπέρ φύσιν σου τόκω, ἐκ βυθοῦ σώσασα τῆς ἀπιστίας ἁγνή, καί πρός πίστιν ἔνθεον χειραγωγήσασα μόνη· χαῖρε παντευλόγητε, χαῖρε Θεόνυμφε263».

Πίστη εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀποδοχή καί ὁμολογία αὐτῶν, πού διδάσκει ἡ Ἐκκλησία. Πίστη εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στο Χριστό με τό νά βλέπει κανείς ὡς ὁρατά ἐκεῖνα, πού εἶναι ἀόρατα264. Πιστεύω στό Χριστό σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζω τό μεγάλο ἔργο Του. Ἡ καρδιά μου εἶναι εὐπα-θής καί εὐαίσθητη, εὐγνώμων πρός Ἐκεῖνο, γιατί τόσο μᾶς ἀγάπησε ὥστε νά σταυρωθεῖ. Εἶ-ναι τόσο μεγάλο τό ἔργο Του, ὥστε καμμιά ἄλλη ἀμοιβή δέν μπορῶ νά Τοῦ προσφέρω παρά τήν πίστη μου, τήν ἀναγνώριση τοῦ ἔργου Του!265.

Ἀποκτᾶται, αὐξάνεται, ἐνισχύεται μέ τούς πειρασμούς, τίς στενοχώριες, τά βάσανα266, με τήν προσευχή267, μέ τή Χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι καρπός του. Τό θαῦμα τῆς πίστεως εἶναι τό ὅτι φέρνει εἰς πέρας μεγάλα ἔργα. Σέ κάνει νά πραγματοποιεῖς τά ἀδύνατα δυνατά268.

Ἡ ἀληθινή πίστη εἶναι θεμέλιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν καί θύρα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί νίκη ἄκοπη τῶν ἐχθρῶν, καί πιό ἀναγκαία ἀπό κάθε ἄλλη ἀρετή καί δίνει φτερά στή προσευ-χή καί κατοίκηση τοῦ Θεοῦ μέσα στή ψυχή269.

Πράξει. «Κλῖμαξ οὐρανομήκης τῶν ἀρετῶν ἡ ὁδός, ἀναφέρουσα λόγω, ψυχάς πρός τά οὐρά-νια, ἧς βαίνειν μέ ποίησον, τάς βαθμίδας πράξει* καί θεωρία270».

Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, πράξη δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ μετάνοια, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὅλος ὁ ἡσυχαστικός τρόπος τῆς ζωῆς τοῦ νοῦ, (ὁ νοῦς νά εὑρίσκεται ἐντός τῆς καρδιᾶς καί νά προσεύχεται), ἡ στάση τοῦ κόσμου, ἡ ἀπόθεση ὅλων τῶν νοημά-των271…». «Διά νά φθάσει ὅμως κανείς εἰς αὐτήν τήν θεία μέθεξη καί θεωρία τοῦ θείου, πρέ-πει νά εἶναι εἰς τόπο ἥσυχο, ἀπερίσπαστος ἀπό βιωτικές μέριμνες, «ἔξωθεν κόσμου», ἔχων τόν νοῦ καί τήν καρδίαν τοῦ ἐστραμμένα εἰς τόν Θεόν μέ πλήρη ἀφοσίωση εἰς αὐτόν272».

«Ἡ ἄσκηση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν ἀποτελεῖ βασική βαθμίδα στήν πορεία τοῦ χριστιανοῦ πρός τήν ἐν Χριστῶ τελείωση, τήν κατά τούς ἁγίους Πατέρας θέωση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ-τανοήσει καί ἀποφασίσει νά ἐπιστρέψει πρός τόν Θεόν, ἔχει νά ἐπιτελέσει ἕνα ἀγώνα πνευ-ματικό γιά τήν ἐν Χριστῶ ὁλοκλήρωσί του. Ὁ ἀγών αὐτός, κατά τούς ἡσυχαστάς καί τόν ἅγιο Φιλόθεο τόν Κόκκινο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἀκολουθεῖ τά γνωστά δύο στάδια: τήν πράξη καί τήν θεωρία273».

Ἡ πράξη ἀναφέρεται στούς πέντε πρώτους μακαρισμούς καί ἡ θέωση στόν ἕκτο, «μακά- ριοι οἱ καθαροί τῆ καρδία, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».

263 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Παρασκευῆ Ἑσπέρας, ἦχος γ΄, ὠδή α΄. 264 Βασ. Χαρώνη, Παιδαγωγική ἀνθρωπολογία, ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τομ. 3ος , σελ.676 265 Ἀρχιμ. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, Ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, τόμ. 2ος , σελ. 221, 266 Α΄. Πέτρ. 1, 6-7. Ἰάκ. 1,3 267 Μάρκ. 9,24, Ὀρδόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία, τ. 53/1993 268 Βασ. Χαρώνη, Παιδαγωγική ἀνθρωπολογία, ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τομ. 3ος , σελ. 706 269 Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, Φιλοκαλία. τ. γ΄, Περιβόλι τῆς Παναγίας, Ἀθήνα 1986, σελ. 144 270 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσ-πέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή α΄. 271 Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Μικρά εἴσοδος στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα», Ἀποστολική Διακονία, ἔκδ. β΄ Ἀθήνα 1998, σελ. 84 272 Δεσποίνης Κοντοστεργίου, Ἀγάπη καί ἔρως κατά τόν ἅγιον Συμεών τόν Νέον Θεολόγον, Θεολογία, τόμος 70, ἔτους 1999, σελ. 45 273 Βασ. Ψευτογκᾶ, Φιλοθέου Κοκκίνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἔργα, τόμ. 3ος, Λόγοι καί Ὁμιλίες, Θεσ-σ/κη 1979, σελ. 151-194

Σαρκωθέντα Λόγον274, ὑπέρ νοῦν καί λόγον Παρθένε, ἁγνή ἀπεκύησας διά λόγου, τῆς ἀλο-γίας ἡμᾶς λυτρωσάμενον· ὅθεν λόγοις θείοις σε ἀπαύστως, ἀνυμνολογοῦμεν καί πιστῶς δο-ξάζομεν275.

Συγχώρηση. «Στῆσον τούς ποταμούς τῶν παθῶν, τῆς ἁμαρτίας μου τό πέλαγος ξήρανον, τῶ ρείθρω τῆς σῆς πρεσβείας, καί πρός λιμένα Θεοῦ, σεπτῶν θελημάτων ἐγκαθόρμισον· ἐχθ-ρούς καθ’ ἑκάστην, τούς τήν ψυχήν μου ἐκθλίβοντας, καί ταῖς ἀτόποις ἡδοναῖς ἐκταράττον-τας, καταπόντισον ἀπωλείας εἰς βάραθρα· πλήρωσον τήν καρδίαν μου, χαρᾶς καί ἡδύτητος, λῦσον τό νέφος βοῶ σοι τῆς ἀθυμίας μου Πάναγνε· Χριστόν δυσωποῦσα, τήν συγχώρησιν δο-θῆναι τῶν ἐπταισμάτων μοι276».

Ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν διά ἄλλο δέν γίνεται ὑπό τοῦ Κυρίου, εἰ μή διά τά σπλάχνα τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀπείρου αὐτοῦ φιλανθρωπίας καί ἀγαθότητος, καί ὄχι διά τά καλά ἔργα τῶν ἀνθρώπων277.

Συνείδησιν*. «Μεμολυσμένην μυαροῖς ἐν πάθεσι, φέρω συνείδησιν, καί ὡς σαπρόν δένδρον, βρίθω ἁμαρτήμασι, Δέσποινα δός γενέσθαι με, ξύλον πεφυτευμένον, ἐν διεξόδοις δακρύων μου καί καρποφορῆσαι μετάνοιαν278.

«Ἐάν εὐθύς μέ τόν λόγον ἐνεργήση ἡ χάρις, τότε γίνεται κατ’ ἐκείνην τήν ὥραν ἀλλοίω-σις μέ τήν ἀγαθήν τοῦ ἀνθρώπου προαίρεσιν. Καί ἀλλάσσει θαυμαστῶς ἡ ζωή ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ὅμως αὐτό συμβαίνει εἰς ὅσους δέν ἐσκλήρυναν ἀπό μέσα τους ἀκοήν καί συνείδη-σιν279».

Ταπεινήν καρδίαν*. «Ρυπαροί λογισμοί μεμολύνουσι· φαῦλαι καί αἰσχραί ἐνθυμήσεις μιαί-νουσι, τήν ταπεινήν καρδίαν μου, Παναγία Παρθένε βοήθει μοι280».

«Ταπείνωσις εἶναι νά σφάλλη ὁ ἄλλος καί,πρίν νά σφάλλη ὁ ἄλλος καί, πρίν νά προλάβη αὐτός νά ζητήση συγχώρησιν, ἡμεῖς νά τοῦ βάνωμεν μετάνοιαν λέγοντες: – Συγχώρησον, ἀδελφέ μου, εὐλόγησον! Ὅταν ἐσύ ταπεινωθῆς, ὅλοι θά σοῦ φαίνωνται ἅγιοι· ὅταν ἐσύ εἶσαι φαντασμένη, ὅλοι σοῦ εἶναι ἀνάποδοι καί κακοί281».

Ταπεινώσει. «Ἁγνή Παναγία Δέσποινα, ἡ τέξασα Χριστόν ἐν σαρκί, τόν ἕνα τῆς Τριάδος, τόν γυμνόν ἁπάσης ἀρετῆς, τῶν ἀρετῶν τῆ Τριάδι· ταύτη μέ πλούτισον, φόβω Θεοῦ κατανύξει, ταπεινώσει τε φρουρήση με282».

Ταπεινώσεως εἴδη. Πέντε εἶναι τά εἴδη ταπεινώσεως.

Πρῶτον λέγεται ταπείνωσις, ἡ προαιρετική καί ἑκούσιος μετριοφροσύνη· κατά τό «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῆ καρδία283».

Δεύτερον, λέγεται ταπείνωσις ὁ ἀπό τῶν πειρασμῶν καί τῆς κακοπαθείας σωφρονισμός· κα-τά τό «ἀγαθόν μοι, ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἄν μάθω τά δικαιώματά σου284». Τρίτον ταπεί-νωσις λέγεται ὁ κρημνισμός καί καταβιβασμός· ὡς τό «σύ ἐταπείνωσας ὡς τραυματίαν ὑπε-ρήφανον285». Σέ εὐχαριστῶ Κύριε, εἶναι θαυμάσιο γιά μένα γιατί μέ ἐταπέινωσες γιά νά μά-θω τόν νόμο Σου. Εἶναι ὁ παιδαγωγικός τρόπος τῆς ταπεινώσεως, ἔρχεται ἀπ’ ἔξω, μέ τόν

274 Καθώς οἱ στόν κύκλο γινόμενες γραμμές, ὅλες σέ ἕνα κέντρο συναθροίζονται ἔστι καί ὅλα τά ρητά καί αἰνίγ-ματα τῶν Προφητῶν, σέ ἕνα κέντρο συναθροίζονται,καί σέ ἕνα ἀντικείμενο ἀποβλέπουν,στήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς Παρθένου. «Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἑορτοδρόμιον, τεῦχος γ΄. σελ. 340,»Ὀρθόδοξος Κυψέ-λη» Θεσ/κη. 275 Μητροφάνους Σμύρνης, Ἦχος Βαρύς, Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 276 Μητροφάνους Σμύρνης, Ἦχος πλ.Α΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, Προσόμιον. 277 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Κῆπος Χαρίτων, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1958, σελ. 237. 278 Ὁσίου Νικολάου Κατασκεπηνοῦ, Σαββάτω Ἑσπέρας. 279 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΚΖ, σελ.162 – 163 280 Ἰωάννης Εὐχαΐτων, Ἦχος β΄, Κυ-ριακῆ Ἑσπέρας, στ΄ ὠδή. 281 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΛΓ, σελ.195-196 282 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης,Ἦχος Γ΄.Κυριακή Ἑσπέρας, ὠδή η΄. 283 Ματ. ια, 29 284 Ψαλμ. ριη΄, 71 285 Ψαλμ. πη΄, 10

πειρασμό για νά ταπεινωθοῦμε. Πιστέψαμε κάποια φορά ὅτι πετύχαμε κάποια ἀρετή καί τό πιστέψαμε. Ἀπό τήν πτώση αὐτή παίρνουμε πεῖρα καί μάθημα ὅτι πρέπει νά εἴμεθα ποιό σώ-φρονες, ποιό ταπεινοί.

Τό τρίτο εἶδος τῆς ταπεινώσεως εἶναι ἐκεῖνο πού ὁ Θεός γκρεμίζει καί κατεβάζει τόν ἄνθρω-πο. Εἶναι ἐκεῖνο πού ἔκανε στούς δαίμονες ὅταν τούς γκρέμισε ἀπό τόν οὐρανό.

Τέταρτον, ταπείνωσις λέγεται καί τό νά ὑποταχθῆ τινάς εἰς τόν ἐχθρόν του· κατά τό «μή ἀποστρέψης ἄνθρωπον εἰς ταπείνωσιν286».

Πέμπτον εἶδος ταπεινώσεως εἶναι ἡ τῆς ἀνθρπίνης φύσεως ταπείνωσις καί εὐτέλεια, συγκρι-νομένη πρός τό ὕψος καί τήν ὑπεροχήν τῆς θείας φύσεως καί μεγαλειότητος.Εἶναι ἐκεῖνο πού λέγει ὁ η΄, ψαλμός, «τί ἔστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκει αὐτοὺ ἤ υἱός ἀνθρώπου πού ἐπισκέ-πτει αὐτόν287».

Αὐτή εἶναι ἡ ταπείνωσις πού εἶπε ἡ Θεοτόκος στήν ὠδήν της «ὅτι ἐπέβλεψε ἐπί τήν ταπείνω-σιν τῆς δούλης αὐτοῦ», ὄχι βλέποντας τήν ταπείνωσιν σάν ἀρετή, γιατί αὐτή θά – ἦταν μεφ-γαλαυχία, ἀλλά ἐπέβλεψε στήν ἀσημότητά μου. Πρῶτα – πρῶτα σάν ἄνθρωπος, ὁ Θεός νά ἐπισκεφθῆ ἐμένα; Ἐμένα τόν ἄσημον ἄνθρωπον; Ἔχω συναίσθησιν ποιός εἶναι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, ὁ Κύριος Σαβαώθ. Ναί εἶμαι ἀπό βασιλική οἰκογένεια τοῦ Δαβίδ, ἀλλά τώρα εἶμαι μία πολύ μακρινή ἀπόγονος πού κατοικῶ σέ ἕνα ἄσημο χωριό καί εἶμαι κρυμμένη σέ μία γω-νιά τῆς ἁγίας γῆς. Ἦλθες σέ μένα καί ποιά εἶναι ἐγώ; Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια ὁμιλεῖ ἡ Θεοτόκος εἰς τήν ὠδήν της. Ἡ Θεοτόκος εἶχε τό πρῶτο εἶδος τῆς ταπεινώσεως τῆς ταπεινῆς καρδίας. Ἦταν πραγματικά κεκοσμημένη μέ τήν ἀρετήν τῆς ταπεινοφροσύνης ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί μέ αὐτή τήν προοπτική ἔβλεπε τό πέμπτο εἶδος τῆς ταπεινώσεως, δηλαδή τήν ἀσημότητά της. Αὐτήν τήν ταπείνωσι πού εἶχε ὡς ἀρετή πλέον ἡ Θεοτόκος, πού ἔβλεπε τά παντα με ἕνα καθαρό μάτι καί ὅπως ἀκριβῶς εἶναι τά πράγματα.Αὐτό τό Ἅγιον Πνεῦμα, λέγει ὁ ἅγιος Γρη-γόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔρχεται νά δώση αὐτό τό δῶρο τῆς ταπεινοφροσύνης εἰς τήν ψυχήν ὅταν ἡ ψυχή εἶναι δεκτική γι’ αὐτό τό χάρισμα. Ἔτσι καί ἡ Παναγία τήν ἔχει στό κύτταρό της, ἔγι-νε ὕπαρξί της. Ἦταν κάτι πού ζυμώθηκε με αὐτή τήν ὕπαρξίν της. Αὐτή ἡ δυσθεώρητος τα-πείνωσις δέν μποροῦμε νά τήν δοῦμε ἤ νά τήν μετρήσουμε, καί αὐτό γιατί εἶναι «στολή Θεό-τητος». Αὐτή τήν στολή τῆς ταπεινώσεως ντύθηκε ὁ Θεός Λόγος καί ἐχρησιμοποίησε τήν Θεο τόκον πού εἶναι ἡ Σκάλα τῆς ταπεινώεως καί ἦρθε ἀνάμεσά μας. Αὐτός ἡ ἄπειρος ταπείνω-σις, καί ὅποιος φορεῖ αὐτήν τήν στολή αὐτόν τόν Χριστόν ντύνεται, ἐνδύεται. Ἡ ἀληθής καί γνησία ταπείνωσις εἶναι αὐτός πού ἔχει μέσα του ἕνα θησαυρό καί τόν βλέπει τόν θησαυρό αὐτόν, ἀλλά δέν καυχᾶται, τό θεωρεῖ σάν κάτι σπουδαῖο, μέ πᾶσαν ἁπλότητα. Καί θεωρεῖ ὅτι δέν ἀξίζει σάν ἄνθρωπος καί αὐτό ἔρχεται ἀπό μία πολύ βαθειά κατανόησι. Θεωρεῖ τόν ἑαυ-τόν κάτω ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Ἡ ἄλλη ὄψις εἶναι τό νά ἀποδίδης κάθε κατόρθωμα, κάθε προσόν κάθε τί στόν Θεό καί ὄχι μέ λόγια, ἀλλά πιστεύω ὅτι εἶναι τοῦ Θεοῦ, καί αὐτή ἡ τα-πείνωσις λέγεται Θεοδώρητος. Οἱ Πατέρες λέγουν δύο εἶναι τά εἴδη τῆς ταπεινώσεως:«τό ἔχειν ἑαυτόν ὑποκάτω πάντων· καί νά ἀποδίδη εἰς τόν Θεόν ὅλα τά κατορθώματα». Αὐτό δέ ὀνομάζεται ἡ τελειότητα ὅλων τῶν ἀρετῶν. Μέ τά λόγια ὅτι ἐπέβλεψε ἐπί τήν δούλην αὐτή ἐπιγράφει τό θαῦμα στόν Θεό καί ὄχι στόν ἑαυτόν της. Δηλαδή ὄχι ὅτι ἐγώ ἀξίζω κάτι, ἀλλά γιατί Ἐσύ Κύριε μέ κατέστησες γιά νά μέ χρησιμοποιήσης ὅπως Ἐσύ θά ἤθελες. Αὐτή ἡ ἐσχά-τη ταπείνωσι ἐκινήθη ἡ Θεοτόκος καί ἔκρυψε καί ἀπό τον Ἰωσήφ αὐτό τό μεγάλο γεγονός. Καί δέν τό λέγει πουθενά ἀλλά ἀφήνει στά χέρια τοῦ Θεοῦ νά τό ἀναλάβη288».

Τιμιωτέρα. «Ἁγιωτέρα Ἀγγέλων, Χερουβίμ ὑπερτέρα, πυρίνων ἀνωτέρα Σεραφείμ, καί νεαρ-

ρᾶς πάσης τάξεως, ὤφθης τιμιωτέρα*, καί δόξη ἀσυγκρίτω καί τιμῆ, ὑπερενδοξοτέρα, Μαρία Κόρη Δέσποινα289».

«Τήν τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ, καί ἐνδοξοτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθό-ρως, Θεόν λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον, σέ μεγαλύνομεν290».

286 Ψαλμ. πθ΄, 3 287 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Κῆποςς Χαρίτων, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1958, σελ. 202-203 288 Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου ἡγουμένου Στομίου Λαρίσης. 289 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος β΄, ὠδή θ΄. 290 Μεγάλης Παρασκευῆς, κανών Εἱρμός, ὠδῆς θ΄,

«..Τοιουτοτρόπως καί ὁ Ἱεράρχης Κοσμᾶς, ὁ συγγραφέας τοῦ Κανόνα, θέλωντας νά ὑμνή-νήσει τήν ἀσύγκριτη δόξα τῆς Θεοτόκου, καί μή μπορῶντα νά παρουσιάσει ἀπό τόν θεομη- τροπρεπῆ αὐτῆς ἁγιασμό, καί ἀπό τά ὑπερφυσικά καί παράδοξα χαρίσματα, ὑπερβαίνουν τόν κάθε νοῦ καί κάθε λόγο, τόσο γιά τό μέγεθος αὐτῶν, ὅσο καί γιά τό πλῆθος· ἀναγκάζεται νά ἀναφέρει τά Χερουβίμ, (πού ἑρμηνεύεται πλῆθος γνώσεων), καί καί τά Σεραφίμ, (πού ση-μαίνει, ἐμπρηστάς ἤ θερμαίνοντες), τίς πρῶτες ταξιαρχίες τῶν οὐρανίων Δυνάμεων· μέ σκο-πό νά φανερώσει ἔστω καί ἐλάχιστα τήν ὑπέρ τιμή τῆς Ἀειπαρθένου Θεομήτορος· ἐπειδή κα-τά τόν θεῖον Χρυσόστομον, κανείς ἄλλος σέ ὅλη τήν δημιουργία εἶναι ἴσος ἤ ἀνώτερος ἀπό τήν Θεοτόκο. «Ὑπερτέρα γέγονας ἁγνή, τῶν ποιημάτων Θεόν σωματώσασα291…»

Στόν ἱερό Κοσμᾶ πού ἔγραψε τόν ἀνωτέρω Εἱρμό τοῦ Κανόνος, παρουσιάστηκε ἡ Θεοτό-κος καί τόν εὐχαρίστηκε, λέγοντάς του ὅτι στόν ὕμνον αὐτόν ἀναπαύεται περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, καί εἶναι παροῦσα, ὅπου ψάλλεται καί ἀντευλογεῖ ὅσους τήν εὐλογοῦν. Γι’ αὐτό καί ὅταν ψάλλεται εἶναι ἀσκεπεῖς292. Κατά δύο τρόπους λέγεται ἡ Θεοτόκος ἡ Παναγία· πρῶ-τος λόγος γιατί ἔλαβε ἀπό τήν Παναγία τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Θεός Λόγος, καί ὁ τέλειος Θεός ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ὁ ἄλλος ἡ ἀνθρώπινη φύση πού ἔλαβε ἑνώθηκε καί θεώ-θηκε καί ἔγινε ὁμόθεη, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό293, καί αὐτό συνιστᾶ ὁλόκληρο τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, ὅπως ἀναφέρεται σέ ἄλλο τροπαριο: «Τό μέγα καί πάνσε-πτον καί θεῖον μυστήριον, τῆς ἀποκρύφου τοῦ Θεοῦ βουλῆς ἐν σοί παναληθῶς, ἁγνή πεφα-νέρωται, ὅτι αὐτός ὁ κατ’ οὐσίαν ἀχώρητος, τῆ κτίσει πάση ἐν σῆ γαστρί κεχώρηται294».

Τράπεζα295. «Χαῖρε μυστική, ζωοτρόφε τράπεζα Δέσποινα, ἄρτον τόν οὐράνιον Χριστόν, ἐν μέσω ταύτης φέρουσα ἄμωμε296…».

Ὑπακοή. «Ἀρχή σωτηρίας, ἡ τοῦ Γαβριήλ προσηγορία, πρός Παρθένον γέγονεν· ἤκουσε γάρ τό χαῖρε, καί οὐκ ἀπέφυγε τόν ἀσπασμόν, οὐκ ἐδίστασεν ὡς ἡ Σάρρα ἐν τῆ σκηνῆ, ἀλλ’ οὕ-τως ἔλεγεν· ἰδού ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου297».

«Πλήν παρακαλῶ ἐκτενῶς, φροντίσατε τάς ψυχάς σας. Μηδέ μία ἄς μήν ὁμοιάση τήν προμήτορα Εὔαν, ἀλλά πᾶσαι τήν θεόπαιδα Μαριάμ, τήν Παρθένον Μαρίαν. Αὕτη εἰποῦσα· «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου!» γέγονε Μήτηρ Θεοῦ καί τῶν Ἀγγέλων Κυρία. Αὐτῆς ὁ καρπός, ὁ γλυ-κύς Ἰησοῦς, δι’ ὑπακοῆς, ἀνελθών εἰς τόν Σταυρόν καί κατελθών εἰς τόν Ἅδην ἰάτρευσε τῆς παρακοῆς τό μέγα τραῦμα. Ὅθεν νοήσατε ἀπ’ ἐδῶ τοῦ μυστηρίου τήν δύναμιν298».

Φαντάσματα* δαιμόνων. «Ἁγίων Ἀγγέλων σε, τήν εὐπρέπειαν ὑμνῶ, καί δυσωπῶ Πανάμω-με, τά ἀπρεπῆ ἀπέλασον ἀπ’ ἐμοῦ, δαιμόνων φαντάσματα, ἐν γαλήνη τηροῦσα τήν καρδίαν μου299».

«Ἡ κάθε ἁμαρτία ὅπου θά πράξη πᾶς ἄνθρωπος, τό μέν ἁμάρτημα συγχωρεῖται, ὁπόταν μετανοήση, ἡ δέ φαντασία παραμένει ἕως ἐσχάτης πνοῆς. Καί, ὅταν ὀλίγον νυστάξη, ὅταν μικρόν ἀμελήση ὁ ἄνθρωπος, τοῦ τήν εἰκονίζει ξυπνητόν ἤ καθ’ ὕπνον· διά νά τοῦ μολύνη τόν λογισμόν, νά τόν καταστήση ὑπεύθυνον παλαιᾶς ἁμαρτίας ἤ κἄν νά τοῦ μετεωρίζη τόν νοῦν300».

291 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Τρίτη Ἑσπέρας, ἦχος α΄, ὠδή α΄. 292 Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, τόμ. β΄, “Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 193-195 293 Βιβλίο γ΄, κεφ. ιβ΄. 294 Φωτίου τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κων/πόλεως, Τετάρτη Ἑσπέρας, ἦχος α΄, ὠδή δ΄.” 295 Σύ εἶσαι ἡ ἀληθινή τράπεζα τοῦ Λογου τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος τρέφει πλήρως κάθε ψυχή πού πεινᾶ μέ τόν ζωηρόν ἄρτον, Ἄρτος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τόν ὁποῖον οἱ πεινασμένες ψυχές τρέφονται κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριο. Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιοερείτης, Ἑορτοδρόμιον τόμ. Γ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»Θεσ/κη, σελ. 357 296 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος, ἦχος γ΄, Παρασκευήν Ἑσπέρας,ὠδή δ΄. 297 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Παρασκευῆ Ἑσπέρας, ἦχος πλ. β΄, κάθισμα, στ΄, ὠδῆς. 298 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΚΘ, σελ.169 299 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Ἤχος πλ. Β΄ Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 300 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. ΚΑ, σελ.134

Φιλοξενία. «Θεόν ἰδεῖν ἠξιώθη, ὁ Ἀβραάμ ὡς ἦν θέμις, φιλοξενίαν ἠσκηκώς, ἐγώ δέ φει-δωλίαν, μισοξενίαν ἐσχηκώς, εἰκότως ἀπέρριμαι εἰς γέενναν,ἀλλά σύ Θεοτόκε ἐξελοῦ με, τῆς κολάσεως ἐκεῖ301».

Ἡ ἔμπρακτη αὐτή ἐκδήλωση (τῆς φιλοξενίας), τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης διοχετεύεται πρός τόν «πλησίον»,τόν «κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ» ἄνθρωπον,πού εἶναι μέλος τοῦ ἰδίου σώ-ματος, «ἐλάχιστος ἀδελφός» τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ὁ ὤν καί ὁ ἧν καί ὁ ἐρχόμενος».

«Φιλοξενία», σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, «δέν εἶναι ἁπλή φιλοφροσύνη, ἀλλά ἡ πρά-ξη πού γίνεται με προθυμία, μέ διάθεση ἀγαθή, πού μέ τέτοιο τρόπο ἐνεργεῖ, σάν νά δέχεται τόν ἴδιο τόν Χριστό».

«Ὁ πρεσβύτης Ἀβραάμ ἀναζητεῖ,περιμένει τούς ἀνθρώπους εἰς τήν ἐξώθυρα. Παρά τήν ἡλικία του,ὁ ἴδιος προσωπικά προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του στούς ἐπισκέπτες του. «Αὐτός λοι-πόν ἔκανε αὐτό τό ἔργο, καί οὔτε τά γηρατειά του ἐμπόδιζαν, οὔτε ξάπλωνε ἐπάνω στήν κλί-νη, ἀλλά καθόταν κοντά στήν πόρτα. Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη διάθεση φιλοξενίας καί τήν ὑπερβολική ἀρετή τοῦ δικαίου, διότι τό ἔκανε καί τό μεσημέρι. Πολύ φυσικό, γιατί γνώριζε, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἦσαν ὑποχρεωμένοι νά ὁδοιποροῦν σέ ἐκεῖνο τόν καιρό, εἶχαν ἀνάγκη πολ-λῆς βοηθείας, δι’ αὐτό διάλεγε αὐτό τόν καιρό σάν κατάλληλο». Πάντοτε, ἐκεῖνο πού ἔχει πρωταρχική σημασία καί ἀξία κατά τήν φιλοξενία, εἶναι ἡ διάθεσή μας ἀπέναντι στόν φιλο-ξενούμενο. «Ἐάν ἔχεις προαίρεσιν φιλόξενον, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γνωρί-ζης νά φιλοξενῆς σωστά, κι’ ὅταν ἀκόμη ἔχης μονάχα ἕνα ὀβολό. Ἄν ὅμως εἶσαι μισάνθρω-πος καί μισόξενος, κι’ ὅταν ἀκόμη ἔχεις γύρω σου ὅλα τά πλούτη, εἶναι ἀπλησίαστο τό σπίτι σου γιά τούς ξένους». Σέ μιά τέτοια περίπτωση, ὁ ἅγιος μεταχειρίζεται τό παράδειγμα τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν. Ἡ χήρα αὐτή χρησιμοποιεῖ τό λίγο ἀλεύρι καί τό λάδι πού ἔχει, γιά νά φιλοξενήση τόν προφήτη Ἠλία, θέτοντας σέ ἄμεσο κίνδυνο τήν ἐπιβίωση αὐτῆς καί τῶν παι-διῶν της. «Ἄς μιμηθοῦμε λοιπόν αὐτῆς τήν φιλοξενία, καί κανείς πλέον ἄς μή προβάλλη λό-γους φτώχειας. Διότι ὁσονδήποτε κι’ ἄν εἶναι κανείς πτωχός, δέν εἶναι πτωχότερος ἐκείνης, ἡ ὁποία διέθετε τροφή μόνο γιά μιά μέρα, κι ὅμως δέν ἔδειξε ἀπροθυμνία στήν παράκληση τοῦ δικαίου, ἀλλά μέ μεγάλη προθυμία πολύ γρήγορα, πῆρε τήν ἀμοιβή της302».

Φόβον μέν τόν θεῖον συλλαβεῖν, καί πνεῦμα Δέσποινα τῆς κατανύξεως, ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου ποίησον, καί τεκεῖν βίον ἐνάρετον· καί φοβερόν τοῖς πονηροῖς, δαίμοσιν ἄχραντε καί τῆς θεί-ας, δεῖξον Ἀγγέλων χορείας συνόμιλον303».

«Φόβος Κυρίου ἀρχή τῆς σοφίας», ὁμιλεῖ ὁ σοφός Σολομῶν, καί συμφωνοῦν οἱ Πατέρες. Καγώ δέ λέγω ὑμῖν· “Μακάριος καί τρισμακάριος ἀνήρ ὁ φοβούμενος τόν Κύριον». Ἐξ αὐτοῦ τοῦ θείου φόβου γεννᾶται ἡ πίστις πρός τόν Θεόν. Καί πιστεύει ὁ ἄνθρωπος ὁλοψύχως ὅτι, ἀφοῦ τελείως ἀφιερώθη εἰς τόν Θεόν, ἔχει καί ὁ Θεός ὅλην τήν πρόνοιαν δι’ αὐτόν. Καί ἐκτός τροφῆς καί σκεπάσματος – ὅπου πάλιν Αὐτός τόν παρακινεῖ νά φροντίζη – ἄλλην φροντίδα δέν ἔχει. Ἀλλά μέ ὅλην ἁπλότητα εἰς τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἀκολουθῶν ὑποτάσσεται. Ὁπότε, ὅταν ριζώση ἡ πίστις αὐτή καταργεῖται τελείως ἡ γνῶσις ἐκείνη ὅπου γεννᾶ τήν ἀμφιβολίαν εἰς ὅλα καί σμικρύνει τήν πίστιν, καί πολλάκις τήν ἀφαιρεῖ· διότι ἔχει ἰσχύν φύσεως, καθότι μέ αὐτήν ἀνετράφημεν. Ἀφοῦ ὅμως νικήση ἡ πίστις κατόπιν πολλῶν δοκιμασιῶν, τότε στρέ-φεται καί γεννᾶ, ἤ μᾶλλον τῆς δίδεται δῶρον γνῶσις πνευματική, ὅπου δέν ἀντίκειται εἰς τήν πίστιν, ἀλλά μέ τάς πτέρυγάς της πετᾶ καί ἐξερευνᾶ τά βάθη τῶν μυστηρίων· καί εἶναι πλέ-ον αὐτές οἱ δύο, πίστις καί γνῶσις – γνῶσις καί πίστις ἀχώριστες ἀδελφές. Ἄς ἐξετάσωμε λοι-πόν τώρα ἐμεῖς, ὅπου ἀφιερώθημεν τῶ Θεῶ, ἄν εἶναι πίστις αὐτή εἰς ἡμᾶς ἤ κυριεύη ἡ γνῶσις. Καί, ἐάν μέν ἀφήνης τά πάντα εἰς τόν Θεόν, ἰδού ὅπου ἔχεις καταλάβει τήν πίστιν, καί ἀσφα-λῶς χωρίς καμμίαν ἀμφιβολίαν θά εὕρης Αὐτόν βοηθόν. Ὁπότε κἄν μυριάκις δοκιμασθῆς καί σέ πειράξη ὁ Σατανᾶς, ἵνα σοῦ ἀβλύνη τήν πίστιν, ἐσύ προτίμησε μυριάκις τόν θάνατον καί μή ὑπακούσης τήν γνῶσιν. Καί οὕτως θά ἀνοιγῆ ἡ θύρα τῶν μυστηρίων. Καί θά θαυμά-σης ὅτι ἤσουν πρότερον δεμένος μέ ἁλύσεις τῆς γνώσεως. Καί τώρα πετᾶς μέ πτέρυγας θεϊ-

01 Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος α΄, ὠδή θ΄. 302 Ορθόδοξη Μαρτυρία, Παγκρυπρίου Συλλάγου, Ὀρθοδόξου Παραδόσεως,ἀριθ. 8, Μάϊος – Αὔγουστος, 1983, σ. 47 303 Μητροφάνους Σμύρνης, Δευτέρα Ἑσπέρας,Ἦχος δ΄, ὠδή η΄.

κάς ἐπάνω ἀπό τήν γῆν. Καί ἀναπνέεις ἄλλον ἀέρα ἐλευθερίας, ὅπου οἱ ἄλλοι τόν ὑστεροῦν-ται. Εἰ καί βλέπεις τήν γνῶσιν νά βασιλεύη, καί εἰς ἕνα παραμικρόν κίνδυνον τά χάνεις καί ἀπελπίζεσαι, γίνωσκε ὅτι εἰσέτι ὑστερεῖσαι τῆς πίστεως· καί ἑπομένως δέν ἔχεις ἀκόμη ὅλην σου τήν ἐλπίδα εἰς τόν Θεόν, ὅτι δύναται νά σέ σώση ἀπό κάθε κακόν. Φρόντισε νά διορθω-θῆς ἐδῶ καθώς λέγομεν διά νά μή ὑστερηθῆς ἕνα τόσον μέγα καλόν…νά ἀφήσης ὅλην τήν ἐλπίδα εἰς τόν Θεόν, καί ἀφήσας τήν γνῶσιν νά ἀκολουθήση τήν πίστιν. Ἡ πίστις βλέπετε λοιπόν πόσα πολλά ἐνεργεῖ; Μή νομίσετε ὅτι ἐγώ τό ἐνήργησα.Ὄχι. Δέν ἔχω τοιαύτην κατά-στασιν. Ἡ πίστις εἶναι, ὅπου ἔχει τήν δύναμιν νά κάμνη τοιαῦτα…Ἐπαναλαμβάνω ἐγώ:- Ἔχε πίστιν· ἄφησέ τα ὅλα εἰς τόν Θεόν· προτίμησε θάνατον. Μοῦ στέλνει ἀπάντησιν, ὅτι ἐστράφη ὀπίσω. Βλέπετε; Μυρίας φοράς ἐδοκίμασα τόν τοιοῦτον. Ὅταν βάλης ἐμπρός σου τόν θάνα-τον καί τόν περιμένης εἰς κάθε στιγμήν, φεύγει μακράν ἀπό σοῦ. Ὅταν φοβῆσαι τόν θάνα-τον, διαρκῶς σέ καταδιώκει…Θέλω δέ νά εἰπῶ, μέ ὅλα αὐτά ὅτι, χωρίς τό θέλημα τοῦ Κυρίου, μήτε ἀσθενοῦμεν μήτε ἀποθνήσκομεν.Φύγε λοιπόν μακράν ἀφ’ ἡμῶν ὀλιγοπιστία. Καί ἀφοῦ πρῶτον γνωρίσωμεν τόν Θεόν ὡς δημιουργόν παντός ἀγαθοῦ, Πατέρα, προνοητήν καί κηδε-μόνα ἡμῶν, πρέπει νά πιστέψωμεν εἰς Αὐτόν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί καρδίας. Καί μόνον εἰς Αὐτόν νά ἐλπίζωμεν. Καί κατόπιν θά τόν ἀγαπήσωμεν αἰσθανόμενοι τάς πολλάς του εὐερ-γεσίας. Καί, ὅταν τόν Θεόν ἀγαπήσωμεν ἐξ’ ὅλης καρδίας ὡς Πλάστην, τότε καί τό πλησίον θά ἀγαπήσωμεν ὡς ἑαυτόν, εἰδότες ὅτι εἴμεθα ἀδελφοί – κατά φύσιν Ἀδάμ, καί κατά χάριν, Χριστοῦ. Καί ὡς ἐκ τούτου δέν πρέπει ὁ ἄνθρωπος ὁ πνευματικός νά θεωρῆ τήν συγγένειαν τῆς σαρκός, ἀφοῦ ἀφιερώθη εἰς τόν Θεόν, ἀλλά τοῦ πνεύματος τήν συγγένειαν. Διότι ἡ σάρξ, ἄρρεν καί θῆλυ εἶναι διά τόν πληθυσμόν, ὅπερ ἡμεῖς ἀπαρνήθημεν καί ἀνέβημεν ὑψηλότερα. Λοιπόν ὡς πνευματικοί ὅπου εἴμεθα πρέπει καί πνευματικῶς νά βλεπώμεθα. Κατά τήν ψυ-χήν, δέν ἔχει ἄρρεν καί θῆλυ ψυχή, μήτε νέα ἤ γέρων, ἀλλά χάρις Χριστοῦ ἐπί πάντα. Ἀφή-σατε ὅθεν παρακαλῶ τόν νοῦν σας ἐκεύθερον – μήν τόν κλείετε ὑπό νόμον, ἀφοῦ ἐσμέν ὑπό χάριν – νά θεωρήση τί μέγα μυστήριον κρύπτεται ἐν τοῖς λόγοις, ὅπου σᾶς λέγω. Νά γευθῆ ἀθώαν ἀγάπην. Καί νά πετάξη εἰς τήν θεωρίαν τοῦ μόνου Θεοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ μας Πατρός. Ἀφοῦ ὅλοι εἴμεθα ἀδελφοί, ἡ πνοή τοῦ Θεοῦ, τό θεῖον ἐμφύσημα, καί ὁ ζωοπάροχός μας Πα-τήρ ἐν τῶ μέσω ἡμῶν, ὅλοι αἱ πράξεις μας, κινήματα καί νοήματα, κρίνονται διαφανῶς ὑπό τό ὄμμα Αὐτοῦ. Καί προτοῦ ἐσύ νά κινηθῆς ἤ διανοηθῆς κάτι καλόν ἤ κακόν, εὐθύς ἡ πνοή, ἡ ψυχή ὡς ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ κεντᾶ τόν Θεόν. Εἰδέ προλαβών τί θά πράξης καί κατόπιν ἐσύ θά κάμης τήν κίνησιν τῆς ψυχῆς ἤ τοῦ σώματος304».

Φόβου θεϊκοῦ. «Πυρί με φόβου θεϊκοῦ*, ἐκκαθάρασα Κόρη, τῶν πταισμάτων τοῦ ρύπου, ἐπένδυσον χρυσαυγῆ· χιτῶνα τῶν ἀρετῶν, καί χορείαις τῶν ἁγίων σύνταξον305».

«Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γιά τόν Ἀββᾶ Ἠσαΐα, σημειώνει ὁ π. Αἰμιλιανός, ἔχει κάθε ἄνθρωπος, ἐννοῦμε τήν αἴσθησι ὅτι ὁ Θεός εἶναι μέγας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πᾶσα σάρξ ἀπόλλυται306. Αὐτό εἶναι τό βίωμα τοῦ ἀρχαρίου.

«Ἀρχή σοφίας φόβος Θεοῦ307», σημαίνει «ἀρχή, κεφαλή, τοῦ παντός» αὐτό πού χρειάζεται ὁπωσδήποτε, εἶναι τό ἀδιάλειπτο στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ.Εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας, ἀρχή τῆς σχέσεώς μας μέ τόν Θεό, εἶναι στοιχεῖο ἑνοποιητικό μέ τόν Θεό, ὁ φόβος. Εἶναι στροφή τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, ἡ αἴσθησις τῆς μεγαλειότητος καί τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπιπόθησις αὐτοῦ τοῦ τόσου μεγάλου ἁγίου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι δικός μου». Ἡ «ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» σημαίνει ὅτι καταργεῖ τήν ταραχή τῆς συνειδήσεως, τῶν λογισμῶν, τῶν πειρασμῶν, τῶν κλονισμῶν. Θα εἶσαι ἀσφαλής, θα βαδίζης «ἐν σοφία». Καί Σοφία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

«Κτῆσαι φόβον Θεοῦ» κάνε τον κτῆμα σου ἀποφάσισε νά τό θελήσης. Βεβαίως ὑπάρχουν πολλοί τρόποι, γιά νά ἀποκτήσης τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ἡσυχία, τό σχόλασμα, ἡ ἀγρυ-

304 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996, ἐπιστ. Λ, σελ. (174 – 179) 305 Ἁγίου Θεοφάνους, Ἐπισκόπου Νικαίας τοῦ Γραπτοῦ. Ἦχος πλ. Β΄. Τρίτη Ἑσπέρας, ὠδή γ΄. 306 Δευτ. 5, 26 307 Παροιμ.1,7

πνία, τό νά δείξης τήν ἀγάπη σου, νά ἐξομολογηθῆς, ἔστω καί ἐάν δέν ἔχης μετάνοια· πρό πάντων ὅμως ἡ ζωή τοῦ κλαυθμοῦ, ἡ αἴσθησις ὅτι ἐνώπιόν σου εἶναι ὁ Θεός308».

Χάριτος* πλοῦτον. «Λαβών τόν πλοῦτον ἐκ σοῦ τῆς χάριτος, τῆς σῆς Χριστέ ἀσώτως μέν αὐ-τόν διεσκόρπισα· κολληθείς δε πολίταις ἐπτώχευσα, φαύλαις φιληδονίαις λόγοις καί πράξε-σιν, ἀλλά ταῖς λιταῖς, τῆς σῆς Μητρός οἰκτίρμων σῶσόν με309».

«Ἡ χάρις ἡ καθαρτική, ἡ ὁποία βοηθεῖ εἰς τήν κάθαρσιν. Καί πᾶς τις, ὅπου ἐμετανόησεν, ἡ χάρις εἶναι πού τόν προτρέπει εἰς τήν μετάνοιαν. Καί ὅσα κάμνει τῆς χάριστος εἶναι, ἄν καί δέν γνωρίζη αὐτός πού τήν ἔχει. Ὅμως αὐτή τόν τροφοδοτεῖ καί τόν ὁδηγεῖ. Καί ἀναλόγως τήν προκοπήν πού λαμβάνει, ἀνέρχεται ἤ κατέρχεται· ἤ μένει εἰς τήν ἰδίαν κατάστασιν. Ἐάν ἔχη ζῆλον καί αὐταπάρνησιν ἀνεβαίνει εἰς θεωρίαν, τήν ὁποίαν διαδέχεται ὁ φωτισμός θείας γνώσεως καί ἐν μέρει ἀπάθεια. Ἐάν ψυχρανθῆ ὁ ζῆλος, ἡ προθυμία, συστέλλεται καί τῆς χά-ριτος ἡ ἐνέργεια310».

Χάριτος. «Νοός μου πᾶσαν σκοτόμαιναν, άπέλασον καί δώρησαι ἄχραντε τῆ παναθλία μου, ψυχῆ ἀκτῖνα σῆς χάριτος, σύ γάρ ἐλπίς πάντων καί ἡ βοήθεια311».

Χριστοῦ ἐνανθρώπηση. «Ἐν δύω φύσεσι τῆς Τριάδος τόν ἕνα, θεοπρεπῶς ἄνευ σπορᾶς Θεο-μῆτορ, ἐγέννηας τόν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, διό σε οἱ πιστοί, πόθω ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας312».

«Εὔοσμον οἶα ρόδον, καί καθαρώτατον κρῖνον, ἐν μέσω κοιλάδων σε τῶν κοσμικῶν εὑράμε-νος· Λόγος ὁ δημιουργήσας, κόσμον ἐπί σοί Θεοτόκε ἐσκήνωσεν313».

«Ἀσπόρως συνέλαβες ἐν μήτρα σου Παρθένε Θεοτόκε, τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ καί Πα-τρός· ὅν ἀπαύστως ἱκέτευε, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν314».

«Ὁ Υἱός καί Λόγος (τοῦ Θεοῦ), τόν Ὁποῖον οὐδείς τόπος δύναται νά περιχωρήση, ἦτο ὁλόκληρος εἰς τήν γῆν (ἡνωμένος μέ τήν ἀνθρωπινη φύσιν πού προσέλαβεν), ἀλλ’ οὐδόλως ἀπουσίαζε καί ἀπό τόν οὐρανόν. Αὐτό συνέβαινε, διότι ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Λόγου δέν ἀπε-τέλει μετάβασιν τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Ἕνα τόπον (τόν οὐρανόν) εἰς τόν ἄλλον (τήν γῆν), ἀλλά ἀπετέλη μετάβασιν καί ταπείνωσιν, τήν ὁποίαν μόνον ὁ Θεός ἠδύνατο νά κάμη. Ἡ συγκατά-βασις δέ αὐτή ἐπραγματοποιήθη μέ τό γεγονός, ὅτι ὁ Κύριος ἔγινεν ἄνθρωπος καί) ἐγεννήθη ἀπό μίαν Παρθένον ἀφοσιωμένην ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τόν Θεόν, ἡ ὁποία ἀκούει νά τῆς λέγουν (τώρα) αὐτά τά (ἐγκωμιαστικά) λόγια: Χαῖρε Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα…315».

Ὁ Βασίλειος Σελευκείας316 σχολιάζει ὡς ἑξῆς τήν συγκατάβαση αὐτή τοῦ Χριστοῦ: γιατί κα- τήν ἐνανθρώπησή του βρισκόταν ὅλος στις ἀγκάλες τῆς μητέρας του, χωρίς καθόλου νά κε- σει τούς πατρικούς κόλπους…ἦταν τελείως άχώριστος ἀπό τήν κατ’ οὐσίαν κοινωνία μέ τά ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος. «Οὐ γάρ μερίζεται ὁ Θεός», σημειώνει, «μένων πᾶσιν ἀμέριστος, πρυτανεύει τῶ κοσμω τήν σωτηρίαν». Γιά νά καταστήσει σαφή τή θεολογική αὐτή ἀλήθεια ὁ Βασίλειος προσφεύγει σ’ ἕνα πολύ ἐκφραστικό παράδειγμα: «Ὅπως ἀκριβῶς τά λόγια πού γράφουμε στό χαρτί εἶναι ὅλα στό χαρτία καί ὅλα στό νοῦ πού τά γεννάει καί ὅλα σ’ αὐτούς πού τά διαβάζουν, ἔτσι καί ὁ Θεός Λόγος, ἤ μᾶλλον ὅπως ὁ ἴδιος γνωρίζει, εἶναι ὅλος στό δικό του σῶμα καί ὅλος στό Θεό Πατέρα καί ὅλος πανταχοῦ παρών, καί στόν οὐ-ρανό καί στή γῆ καί σ’ ὁλόκληρη τήν κτίση317…Κι αὐτό γιατί, ἄν καί περιβλήθηκε ὁ Λόγος

308 Ἀρχ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι Ἀσκητικοί, ἑρμηνεία στόν Ἀββᾶ Ἠσαΐα, Ἴνδικτος 2005, σ.4, 503 κ.ἑξ 309 Ὁσίου Παύλου, Ἐπισκόπου Ἀμορίου, Ἤχος πλ. Β΄ Πέμπτη Ἑσπέρας, Προσόμιον 310 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ι.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, 1996,ἐπιστ. Ι΄. σελ.84 311 Μανουήλ, τοῦ μεγάλου ρήτορος, Ἦχος Δ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 312 Κλήμεντος, Δευτέρα Ἑσπέρας, ἦχος βαρύς, ὠδή η΄. 313 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Σαββάτω Ἑσπέρας, ἦχος βαρύς, ὠδή, α΄. 314 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Πέμπτη Ἑσπέρας, ἦχος βαρύς, Κάθισμα στ΄, ὠδῆς. 315 Ἀρχ.Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου,Ἀκάθιστος Ὕμνος Ἑρμηνεία, Στάσις Γ΄ «Ὅλος ἧν ἐν τοῖς κάτω…» ἔκδ.8η.»Ἱ.Ἡσ. Κεχαριτωμένη Θεοτόκος, Τριζήν 1992. 316 Γ. Μαρτζέλου,«Ἡ Χριστολογία τοῦ Βασιλείου Σελευκείας καί ἡ οἰκουμενική σημασία της, ἐκδ.«Πουρναρᾶ» Θεσ/ κη, 1999, σελ. 205, 206. P.G. 85, 475 cd, 317 Γ. Μαρτζέλου,«Ἡ Χριστολογία τοῦ Βασιλείου Σελευκείας….. P.G. 85, 440A. σελ. 206.

τρεπτό καί παθητό σῶμα, δέν ἐπηρεάστηκε καθόλου ἀπ’ αὐτό ἡ θεότητά του. Ἄν, παρατηρεῖ ὁ Βασίλειος, ὁ ἥλιος ἀγγίζει μέ τίς ἀκτίνες του βρώμικους καί δύσσοσμους τόπους, χωρίς νά μολύνεται ἡ καθαρότητά του, πολύ περισσσότερο ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, πού ἔριξε τίς ἀκτί-νες του στήν ἁγνή Παρθένο καί πῆρε ἀπ’ αὐτήν τό πανάγιο σῶμα του, ἔμεινε μέσα σ’ αὐτό ἀπαθή, γιατί εἶναι Θεός318».

Ὁ Βασίλειος Σελευκείας χαρακτηρίζει τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ «ἀμήτορα (χωρίς μητέ-ρα κατά τήν θεϊκή Του γέννηση) καί ἀπατορα (χωρίς πατέρα) ἐκ…τῆς μητρός (ὡς ἄνθρω-πος)», «βρέφος τῆς μητρός προϋπάρχον· παιδίον τῶν αἰώνων ἀρχαιότερον». Ὁ Βασίλειος τή δογματική ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἐμμανουήλ ἦλθε εἰς τοῦτον (τόν κόσμον) ὅν πάλαι πεποίηκε κό-σμον, παιδίον μέν πρόσφατον, Θεός δέ προαιώνιος· ἐν φάτνη ἀνακλινόμενος…ὑπό Συμεῶ-νος ἐν ἀγκαλαις φερόμενος, καί τά πάντα θεϊκῶς ἀναγκαλιζόμενος· ὑπό ποιμένων βρέφος θεωρούμενος, καί ὑπό στρατιῶν ἀγγέλων, ὡς Θεός γνωριζόμενος». Μέ πολύ ποιητικό τρόπο ὑπογραμμίζει ὁ Βασίλειος ὅταν παρουσιάζει τήν Παρθένο γεμάτη ἔκπληξη καί ἀγαλλίαση νά μονολογεῖ μπροστά στό θεῖο Βρέφος μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ποίαν ἐπί σοί, παιδίον εὕρω προ-σηγορίαν (ὀνομασία) ἁρμόττουσαν; Ἀνθρώπου; ἀλλά θεϊκήν ἔσχες (εἶχες) τήν σύλληψιν. Τοῦ Θεοῦ; ἀλλ’ ἀνθρωπικήν ἔλαβες σάρκωσιν. Τί οὖν ἐπί σοῦ διαπράξομαι; γαλακτοτροφήσω, ἤ θεολογήσω; Ὡς μήτηρ θεραπεύσω, (νά σέ περιποιηθῶ) ἤ ὡς δούλη προσκυνήσω; Ὡς υἱόν πε-ριπτύξομαι, (νά σέ ἀγκαλιάσω) ἤ ὡς Θεῶ προσεύξομαι; Ἐπιδώσω γάλα, ἤ προσενέγκω (προ-σφέρω) θυμίαμα; Τί τό ἄρρητον, (ἀπερίγραπτο), τοῦτο θαῦμα καί μέγιστον; Ὁ οὐρανός, θρό-νος σοι ὑπάρχει, καί ὁ ἐμός σε κόλπος βαστάζει. Ὅλος τοῖς κάτω ἐπέστης, καί οὐδ’ ὅλως τῶν ἄνω ἀπέστης319».

Ψαλμωδίαν. «Νηστείαν ἄσκησον ψυχή, ἀγρυπνία καί κλαυθμόν καί ψαλμωδίαν, καί τήν ἄϋ-λον στάσιν ἐν ὁλονύκτοις εὐχαῖς, κἄντεῦθεν Θεός σοι ἱλάσκεται, ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβ-είαις εὐπροσδέκτοις320».

Ψεύστης, μόνος ὁ διάβολος. «Ἔφη τό θεῖον στόμα, ἡ αὐτοαλήθεια ὅτι ψεύστης, μόνος ὁ διά-βολος, τό ψεῦδος οὖν φύγωμεν· ἵνα ταῖς λιταῖς τῆς Πανάγνου, ἀληθείας τέκνα γενώμεθα321».

Προσρήσεις, ἐπίθετα τῆς Παναγίας

Ἡ θεία Λειτουργία μεταξύ τῶν ἄλλων καθρεπτίζει τόν οὐρανόν, εἶναι πνευματική λα-τρεία, μία προσφορά πρός στόν Κύριό μας, στούς ἁγίους Του μέ τόν τρόπο αὐτόν τούς τιμοῦ-με καί εὐχαριστοῦμε τόν Θεόν γιατί μᾶς τούς ἔδωσε, τούς χάριζε γιά νά μεσιτεύουν γιά μᾶς, ἀλλά κυριώτατα διά τήν Θεοτόκον. Λέμε στήν θεία Λειτουργία: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λογικήν ταύτην λατρεία, τήν πνευματική, ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων…ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρ-θένου Μαρίας». Ἐπίσης στήν κατάληξη τῶν εἰρηνικῶν. Τό ἐξαιρέτως σημαίνει ὅλως ἐξαιρε-τικά, ὅλως ξεχωριστά,ὅλως ἰδιαίτερα σέ σχέση μέ τούς ἁγίους, τιμοῦμεν τήν Ὑπεραγίαν Θεο-τόκον γιατί ἡ θέση της στόν οὐρανό καί συνεπῶς καί στήν θεία Λειτουγία ἡ ὁποία καθρεπτί-ζει τόν οὐρανόν εἶναι ὅλως ἐξαιρετική διότι παρέστη εἰς τά δεξιά τοῦ Βασιλέως. Ἐπιθέτει ἡ Ἐκκλησία στό κύριό της ὄνομα πού εἶναι Μαρία ἑπτά κοσμητικά ἐπίθετα, προσηγορίες, (ὀνό-ματα), ἤ προσωνυμίες μάλιστα μοναδικά ἀποδιδόμενα σέ ἄνθρωπον. Αὐτά τά ὀνόματα δορυ-φοροῦν τό κύριο ὄνομά της. Ὁ ἱερός ἀριθμός ἑπτά σημαίνει πλῆθος.

Ξεπερνᾶ τό θαῦμα καί τό ἄρρητον κάλλος τῆς Παρθένου322 τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς δη-μιουργίας. Καί ἕνας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ ὁποίου χαρα-κτηρίζει τά δημιουργήματά Του «καλά λίαν», μέ τό πρόσωπο τῆς Παρθένου: Τό «καλά λίαν»

318 Γ. Μαρτζέλου,«Ἡ Χριστολογία τοῦ Βασιλείου Σελευκείας….. P.G. 85, 440ΑΒ σελ. 207. 319 Γ. Μαρτζέλου,«Ἡ Χριστολογία τοῦ Βασιλείου Σελευκείας….. P.G. 85, 448Β σελ. 217. 320 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος β΄. Δευτέρας Ἑσπέρας κοντάκιον, η΄ ὠδή. 321 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς,Τετάρτη Ἑσπέρας. 322 «Χαῖρε κάλλος πάγχρυσον καί πολυέραστον,τῆς οἰκουμένης πάσης, Μαρία Θεοτόκε..» Ἰωάννου Εῦχαΐτων, Τρίτη Ἑσπέρας, ἦχος γ΄, προσόμοιον.

ἀναφέρεται στό κάλλος καί τήν καλωσύνη τῆς Παρθένου. Εἶναι καλά, γιατί ὁδηγοῦν στήν Παρθένο, καταλήγουν σ᾽ αὐτήν πού εἶναι ἡ «καλλονή τοῦ Ἰακώβ323». Ὁ Θεός μέσω ὅλης τῆς δημιουργίας διέκρινε τό σκοπό, τό τέλος, τόν ἀνθό της, πού εἶναι ἡ Παρθένος. Γι᾽ αὐτό εἶδε καί ὀνόμασε καλά λίαν τά πάντα324.

Σ᾽ αὐτήν καί δι᾽ αὐτῆς χρόνος καί φύσις καινοτομοῦνται. Τότε λοιπόν πού παρουσιάζεται ἡ Παρθένος, ξαναμπαίνομε στόν παράδεισο τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ θείου κάλλους. Ξαναπαίρνουμε τήν υἱοθεσία. Μποροῦμε νά γίνωμε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καταγλαΐζεται ὄντως ὁ κόσμος. Εἶναι ἡ «μόνη κοσμήσασα τήν ἀνθρωπότητα τῷ τόκῳ αὐτῆς». Ὅλο τό κάλλος τῆς Παρθένου εἶναι ἔσωθεν. Εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλίας της, εἶναι ὁ Υἱός της, τό φῶς τοῦ κόσμου. Τώρα ὁ κόσμος φωτίστηκε, ἔγινε καινός. Ἔγινε τό σπίτι μας. Μποροῦμε νά ζήσωμε, νά τρα- φοῦμε, νά σωθοῦμε ἀπό τόν Υἱόν τῆς Παρθένου καί Θεόν ἡμῶν325.

Μαρία.

«Ὁδόν τῆς σωτηρίας οὐχ εὕρηκα, τῆ ἀγνωσία τῆς ψυχῆς, ὁδόν ζωῆς ἡ κυήσασα, Θεοκυῆ-τορ Μαρία* ὁδός μοι σωτηρίας γενήθητι326».

Τό πανσέβαστο καί παντοπόθετο καί κεχαριτωμένο ὄνομα τῆς Μαρίας προσφυέστατα καί ἁρμοδιώτατα δόθηκε στήν Ἀειπάρθενο Θεοτόκο, ὅπως λέγει ὁ Ἱερώνυμος, κατά πρόγνωση καί κατά τήν θέληση τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἦταν προωρισμένη στό νά γίνη Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Καί συνέδραμε μέ τή θέλησή της στό μυστήριο τῆς ἔσαρκης Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου, περιέ-χει δέ τά ἑξῆς: α) τήν παντοδυναμία, διότι ἕνωσε τά δύο ἄκρα τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. β) Σοφία, διότι βρῆκε στόν τρόπο γιά νά ἑνώσει δύο φύσεις (θεία καί ἀνθρώπινη), σέ μία ὑπό-σταση, χωρίς νά φέρει σύγχυση στά ἰδιώματα τῶν φύσεων. γ) Ἀγαθότητα, δηλαδή χάρις, ἡ ὁποία ἐθεοποίησε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί τήν ἀνέβασε ὑπεράνω ἀπό τίς οὐράνιες δυνά-μεις. Τό ὄνομα Μαρία ἑρμηνεύεται ὡς ἑξῆς: α) Κυρία327, γιατί κυριεύει καί ἐξουσιάζει ὅλα τά κτίσματα οὐράνια καί ἐπίγεια καί αὐτό γιατί εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἔχει τήν τελειότητα τῆς δυνάμεως· ἐπειδή θεμέλιο τῆς κυριότητος εἶναι ἡ δύναμη. Δεύτερο ἑρμηνεύεται φωτισμός κατά τόν Νεοκαισάρειας Γρηγόριο, ἐπειδή ἡ Σοφία ἐτυμολογεῖται ἀπό τό σῶον φῶς, καί εἶναι κατά τόν Σολομῶντα, «ἀπαύγασμα φωτός ἀϊδίου» γι’ αὐτό καί τό ὄνομα Μαρία περιέχει με-

323 «Ἡ καλλονή Ἰακώβ ἡ τοῦ Ἰακώβ, ἡ ἐκλελεγμένητῶ Θεῶ, πρό τοῦ γενέσθαι τά σύμπαντα· ἡ ἁγιωσύνην καί καθαρότητα, ἀσύγκριτον πλουτήσασα χαῖρε Δέσποινα». Ἁγίου Θεοφάνους, ἐπισκόπου Νικαίας τοῦ Γρα-πτοῦ, ἦχος πλ.β΄, ὠδή ε΄. 324 «…ἐπειδή καί ὁ Θεός προώρισε τήν Θεοτόκον κατά τήν προαιώνιον αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἥτις εἶναι οὐχί τό ἑπόμε-νον καί κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό προηγούμενον καί κύριον αὐτοῦ θέλημα, ὡς τό ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (Λόγος Α’ Εἰς τά Φῶτα καί Λόγος εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν). Συνάγεται λέ-γω ἐκ τούτων, ὅτι καθώς τό περιβόλι γίνεται διά νά φυτευθῇ τό δένδρον καί πάλιν τό δένδρον φυτεύεται διά τόν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητός καί αἰσθητός Κόσμος ἔγινε διά τόν σκοπόν τοῦτον, ἤτοι διά τήν Κυρίαν Θεοτόκον· καί πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔγινε διά τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καί οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλή, καί ὁ σκοπός ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μέ τό ὅτι ἀνεκεφαλαιώθησαν τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ καί ἡνώθη ἡ Κτίσις μέ τόν Κτίστην, οὐχί φυσικῶς, οὐχί προαιρετικῶς καί κατά χάριν, ἀλλά κατ’ αὐτήν τήν ὑπόστασιν· οὗτος εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμός τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπό τόν ὁποῖον ἄλλος ἀνώτερος οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται. (Τρόπος διά νά προσεύχεσαι διά μέσου τῆς Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου www.imkby.gr) 325 Ἀρχ. Βασίλειος Γοντικάκης. 326 Ἁγίου Ἀνδέα Κρήτης, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ἦχος πλ. α΄, ὠδή δ΄. 327 Ἀλλά καί μέ ἄλλον τρόπο πάλι εἶναι Κυρία ἡ Παναγία κατ’ ἀξία, ὄντας ἀνώτερη ὅλων, ἐπειδή συνέλαβε σέ παρθενία καί γέννησε θεϊκῶς τόν κατά φύσι δεσπότη τοῦ παντός. Ἐπίσης βέβαια εἶναι Κυρία ὄχι μόνον ὡς ἐλεύ-θερη ἀπό δουλεία καί μέτοχος θείας κυριότητος, ἀλλά καί ὡς πηγή καί ρίζα τῆς ἐλευθερίας τοῦ γένους καί μάλι-στα μετά τήν ἀπόρρητη καί χαρμόσυνη γέννα…Γιά νά ἐλευθερώση ἀπό τήν ἀρά τό ἀνθρώπινο γένος ἡ παρθε-νομήτωρ, λαμβάνει τήν χαρά καί τήν εὐλογία διά τοῦ ἀγγέλου· διότι ὁ ἄγγελος, λέγει, ἀφοῦ εἰσῆλθε εἶπε πρός τήν Παρθένο, «Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου, εἶσαι εὐλογημένη ἀνάμεσα στίς γυναῖκες» ὁ ἀρχάγ-γελος δέν τῆς προαναγγέλλει τό μέλλον λέγοντας, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου, ἀλλά ἐξαγγέλλει ὅ, τι ἔβλεπε τότε ἀο-ράτως νά τελῆται. Καί ἀντιλαμβανόμενος ὅτι αὐτή εἶναι τόπος θείων καί ἀνθρωπίνων χαρισμάτων καί στολισμέ-νη μέ ὅλα τά χαρίσματα τοῦ θείου Πνεύματος, κυριολεκτικά τήν ἀναγόρευσε κεχαριτωμένη, βλέποντας δέ ὅτι ἤδη ἔλαβε ἔνοικο αὐτόν στόν ὁποῖο βρίσκονται οἱ θησαυροί ὅλων τούτων καί προορῶντας τήν ἀνώδυνη κυοφορία καί τήν γέννα πού θά γινόταν χωρίς ὠδῖνες τῆς ἀπηύθυνε τό «χαίρειν» καί βεβαίωσε ὅτι εἶναι ἡ μόνη εὐλογημένη καί εὔλογα δοξασμένη ἀνάμεσα στίς γυναῖκες διότι κατά τήν ὑπερβολή τῆς δόξας τῆς θεομήτορος Παρθένου δέν ὑπάρχει ἄλλη δοξασμένη, καί ἄν δοξάσθηκε». (Ὁμιλία ΙΔ Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν, ΕΠΕ, τόμ. 9, 384).

σα του καί τήν τελειότητα τῆς Σοφίας. Τρίτο ἑρμηνεύεται Πέλαγος κατά τόν θεῖο Ἀμβρόσιο καί στή λατινική Μάρια οἱ θάλασσες λέγονται. Τό πέλαγος καί ἡ θαλασσα, εἶναι σύμβολο τῆς ἀγαθότητας καί τῆς χάριτος του Θεοῦ, περιέχει πλῆθος χαρίτων καί δέχθηκε ποταμούς δωρεῶν, ὅπως ἡ θάλασσα δέχεται πλῆθος νερῶν ἀπό τά ποτάμια. Δηλώνουν τά γράμματα τοῦ ὀνόματος Μαρία τά ἑξῆς: τό μ, τήν Μαρία τήν ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ, πού ἦταν τύπος τῆς Θεοτόκου κατά τήν παρθενία· τό α τήν προφήτιδα Ἄννα τήν Μητέρα τοῦ Σαμουήλ· τό ρ, τήν ὡραιοτάτη Ραχήλ, τό ι, τήν ἀνδρειωτάτη Ἰουδήθ· καί τό α, τήν φρονιμωτάτη Ἀβιγαία. Κατ’ ἄλλους τό ὄνομα Μαριάμ δηλώνει: το μ, μόνη· τό α, αὕτη· τό ρ ρύσεται· τό ι, ἰοῦ· τό μ, μισο-κάλου. Δηλαδή μόνη ἡ Θεοτόκος γλυτώνει ὅλους ἀπό τό φαρμάκι τοῦ μισόκαλου Διαβό-λου328».

Τί σημαίνει Μαρία, Μαριάμ; Εἶναι πολυσήμαντο καί σημαίνει, φῶς, τό οἴκημα πού θά κρα-τήση τό φῶς πού εἶναι ὁ Χριστός, ἐλπίδα, εἶναι ἡ ἐλπίδα ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, μύρο, τό ὁποῖο θά περιέκλειε τό κατ’ ἐξοχήν μύρον πού εἶναι ὁ Χριστός, ὅπως ἀναφέρεται στόν μδ΄, ψαλμόν.

Μαρία ἑρμηνεύεται Κυρία. «Γνῶσιν Θεοῦ ἅπαντες κατεπλουτίσθημεν, οἱ ἐπιγνόντες Δέσποι-να σέ Θεομήτορα, καί Κυρίαν ἁπάντων, τοῖς πράγμασι τούς λόγους ἐπισφραγίζοντες329».

Ἡ κατ’ ἐξοχήν Κυρία ἀνθρώπων καί Ἀγγέλων.

Ὁ Μητροπολίτης Βλασίου κ. Ἱερόθεος γράφει γιά τό ὄνομα Κυρία: «Λέγεται Κυρία γιά τό ἀξί-ωμα τῆς Παρθένου,γιά τό βέβαιο τῆς παρθενίας, γιά τόν μεταμορφωμένο καί προσεκτικό βίο της, πού ἦταν παναμώμητος. Ἦταν παρθένος γιατί διέθετε τήν παρθενία τόσο στό σῶμα ὅσο καί στήν ψυχή. Ἐπίσης, λέγεται Κυρία ἡ Παναγία κατά τήν ἀξία ὡς δεσπόζουσα πάντων, ἅ τε τόν φύσιν τοῦ παντός δεσπότην ἐν παρθενία συλλαβοῦσά τε καί τεκοῦσα θείως». Ἐπίσης ὀνομάζεται Κυρία, γιατί εἶναι «πηγή, καί ρίζα τῆς τοῦ γένους ἐλευθερίας330».

Αὕτη γὰρ οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος εὑρίσκεται. Ἡ γὰρ Μαρία ἑρμηνεύεται Κυρία, ἀλλὰ καὶ ἐλπίς.

«Κύριον γὰρ ἔτεκε, τὴν ἐλπίδα τοῦ παντὸς κόσμου Χριστόν. Ἑρμηνεύεται πάλιν τὸ Μαρία, σμύρνα θαλάσσης· σμύρναν δὲ ἐρεῖ, ὃ καὶ φημὶ, περὶ ἀθανασίας, ὅτι ἤμελλε τὸν ἀθάνατον μαργαρίτην τίκτειν ἐν τῇ θαλάσσῃ, τουτέστιν ἐν τῷ κόσμῳ.

Θάλασσαν δὲ ἐρεῖ τὸν ἅπαντα κόσμον,ᾧ ἡ Παρθένος γαλήνην ἐδωρήσατο, τὸν λιμένα τεκοῦ-σα Χριστόν.

Τοιγαροῦν πάλιν τῆς σεμνῆς κόρης Μαρίας ἑρμηνεύεται τὸ μακάριον ὄνομα, φωτιζομένη, ἥτις ἐφωτίσθη παρὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,καὶ ἐφώτισε τοὺς πιστεύσαντας εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς τῇ Τριάδι. Τριάδος γὰρ νύμφη ὑπάρχει ἡ ἁγία Θεοτόκος κόρη Μαρία, τὸ πανάῤῥητον τῆς οἰ-κονομίας κειμήλιον331..»

Παναγία.

«Σύ Παναγία, ὑπεράγιον Λόγον κυήσασα, καθαγίασον ἡμῶν τάς ψυχάς καί τά σώμα-τα332…»

«Ἡ Παναγία Μαρία, εἶναι ἐκείνη πού ὑπερβάλλει σέ ἁγιότητα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλ-λο πρόσωπο. Εἶναι ἡ μόνη πού ἀντεπεκρίθη κατ’ ἀπόλυτο τρόπο στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ «ἅγι-οι γίνεσθε», γι’ αὐτό ἀπεκλήθη «πᾶν – Ἁγία». Γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα, μέ τήν ροπήν πρός τήν ἁμαρτία, αὐτό τήν κάνει ἀκόμη περισσότερο μεγαλειώδη. Δέν ἠμάρτησε οὔτε καί μέ τόν λογισμό. Μέ τήν κατά Θεό ἄσκηση, τόν προσωπικό της ἀγῶνα,

328 Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Κῆπος Χαρίτων, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1958, σελ. 190-191 329 Νικομηδείας Γεωργίου, Ἦχος β΄. Τετάρτη Ἑσπέρας, ὠδή α. 330 Μητροπολίτου Ναυπάκτου, κ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς Ἁγιορείτης, Ἱ.Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, ἔκδ. γ΄, Λεβάδεια, σελ. 289. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἔργα, Ε.Π.Ε,τόμος 9ος, σελ. 384 331 Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου πόλεως Κωνσταντίας, τῆς Κυπριωνήσου, ἐγκώμιος εἰς τὴν ἁγίαν τὴν Θεοτόκον. Homilia in laudes Mariae deiparae P.G.43, 488- 9 Ερευνητικό έργο: ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ – ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ. www.aegean.gr/culturaltec/chmlab. 332 Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Κυριακῆ Ἑσπέρα, ἦχος δ΄, ὠδή γ΄.

χρησιμοποίησε τή δύναμη καί τά ὅπλα του «κατ’ εἰκόνα» πού δώρισε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο κατά τή δημιουργία του333.

Μέ τήν ἀγάπη της στό Θεό, τή ρωμαλεότητα τἦς σκέψης της, τή σταθερότητα τῆς θέλησής της καί τή μεγαλειώδη σωφροσύνη της νίκησε κάθε ἁμαρτία334. Τό πιό θαυμαστό γεγονός εἶ-ναι ὅτι ἡ Παναγία δέν ζοῦσε μέσα στήν τρυφή τοῦ Παραδείσου, ὅπως ὁ Ἀδάμ, οὔτε μέσα στή χάρη τῶν μυστηρίων, ὅπως οἱ ἄνθρωποι μετά τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Κατάφερε ὅμως «ἐν μεσημβρία κακῶν», στόν τόπο τῆς καταδίκης πού κανένας δέν μποροῦσε νά ἀντισταθεῖ στό κακό, ἀξιοποιώντας μόνο τά κοινά χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα», νά ξεφύγει τήν κοινή ἀρρώ-στια τῆς ἁμαρτίας335».

Ἡ ανάδειξη τῆς Παναγίας ὡς τοῦ κατ’ ἐξοχήν προσώπου τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς συμπορεύεται ἀπαραίτητα μέ τό ἐπίπονο στάδιο τῆς ἄσκησης. Ἄλλωστε ἡ βάση τῆς πν-ευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἄσκηση καί ὁ ἄνθρωπος καταξιώνεται ὡς πρόσωπο μόνο μέσα ἀπό τήν ἄσκηση. Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας προβάλλει τήν ἐσωτερική ἄσκηση τῆς Παναγίας, πού πραγματοποιεῖται στά βάθη τῆς ψυχῆς, δίνοντας ἔμφαση στήν τριμερή κάθαρσή της – τοῦ νοῦ, τῆς θέλησης καί τῆς ἐπιθυμίας. Ὁ βίος τῆς Παναγίας ἦταν ἀσκητικός336. Αὐτό ση-μαίνει ὅτι ἀπό τά πρῶτα χρόνια τοῦ βίου της βάδισε τό δρόμο τῆς τελειώσεως. Ὁ ἅγιος Νικό-λαος Καβάσιλας τονίζει πώς ἡ Παναγία ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού γεννήθηκε εἶχε βάλει σάν σκοπό της νά οἰκοδομεῖ κατάλυμα κατάλληλο γιά τόν Θεό, ἀντάξιο γιά Ἐκεῖνον πού θά ἔφερνε τή σωτηρία στόν κόσμο.Ὅπως ἀκριβῶς μιά πόλη λαμπρή πού ξεχωρίζει γιά τήν ὀμορ-φιά, τόν πλοῦτο, τόν πολιτισμό ἀποτελεῖ γιά τόν βασιλιᾶ τήν πρωτεύουσα τοῦ κράτους του, τό σύμβολο τῆς ἐξουσίας καί τῆς δύναμής του, ἔτσι καί ἡ Παναγία ξεχώρισε ἀπό τήν κτίση ὡς ἡ μοναδική κατοικία τοῦ Θεοῦ χωρίς νά ἔχει τό παραμικρό σπίλο ἤ ψεγάδι337.

«Ἡ ἄσκηση τῆς Παναγίας ξεπέρασε τά ἀνθρώπινα μέτρα. Ἦταν «ὑπερφυής» γιατί τίπο-τα δέν ἐμπόδιζε τόν διαρκῆ προσανατολισμό τοῦ νοῦ της πρός τόν Θεό. Ἄν καί ζοῦσε μέσα στόν «κατακλυσμό τῆς κακίας», παρέμεινε ἀνεπηρέαστη ἀπό κάθε μολυσμό τῆς ἁμαρτίας, ἀπροσπέλαστη ἀπό κάθε ἀρνητική ἐπιρροή της καί οὔτε κἄν αἰσθάνθηκε τήν κακία πού κα-τέκλυζε τή γῆ. Ἦταν ξένη πρός ὅλα ἐκείνα πού θά μποροῦσαν νά νοθεύσουν τήν καθαρότη-τα τοῦ νοῦ της338. Μέ τόν τρόπο αὐτό διατήρησε τή σκέψη της «ἄσυλη» καί ἱερή σάν νά ζοῦσε μέσα στήν «ἀρχαία ἑστία» τοῦ Παραδείσου, ὅπου καμιά ἁμαρτία δέν εἶχε συντελεστεῖ ἀκόμη ἀπό κανέναν ἄνθρωπο339.Ὁ νοῦς τῆς Παναγίας ἦταν σταθερά προσηλωμένος στόν Θεό, ὅμοι-ος μέ φτερούγισμα πού δέ δείλιαζε μπρός σέ κανένα ὕψος, ξεπερνώντας καί αὐτό τό πέταγ-μα τῶν Ἀγγέλων. Αὐτή ἡ ὁλοκληρωτική ἀφοσίωση τοῦ νοῦ της στό Θεό εἶχε ὡς ἀπότέλεσμα καί κάθε ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς της νά εἶναι στραμμένη πρός Αὐτόν, τόν μόνον Ἐφετόν. Ὁ θεῖ-ος ἔρωτάς της ἐπεσκίασε καί ἀφομοίωσε κάθε ἄλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς της340, γι’ αὐτό ὅταν ὁ Θεός θέλησε νά κατεβεῖ στή γῆ, καμιά ἁμαρτία δέν Τόν ἐμπόδισε νά εἰσέλθει καί νά σκη-νώσει σ’ αὐτήν, τή μόνη ἁγνή καί καθαρή341. Ἡ κοπιώδης ἄσκηση τῆς Παναγίας, μέ τή σύμ-πραξη ὅλων τῶν δυνάμεών της. Ἡ συνεχής καί ἐπίπονη ἄσκηση τῆς Παναγίας ὁλοκληρώνε-ται μέ τήν κάθαρση τῆς θέλησής της. Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, πού ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ

333 Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν 6, Π. Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ, σελ.66. 334 Στό ἴδιο 6, σελ. 66 335 Στο ίδιο 7, σελ. 68-74. 336 Βλ. Ἀ. Φυτράκη, Αἱ ἀντιδράσεις κατά τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων ἐν τῆ ἀρχαία Ἐκκλησία καί τά αἴτια αὐτῶν, Ἀθήνα 1956, σελ. 40: «ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου ἤδη ὑπό τοῦ Ὡριγένους ἐθεωρεῖτο καί ἐτιμᾶτο ὡς τό πρότυπον τῆς ἐγκρα-τείας καί τῆς ἀσκήσεως καί οἱ Πατέρες τοῦ τρίτου καί τετάρτου αἰῶνος ἀπέδιδον εἰς αὐτήν πάσας τάς ἀρετάς, ἄς ἀπήτει ὑπό τῶν ἡρώων τό τότε διαμορφούμενον κατά τήν ἐποχήν ταύτην ἀσκητικόν καί μοναχικόν ἰδεῶδες». 337 Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εἰς τόν Εαγγελισμόν 3, Π. Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ, σελ.128-130. Ἡ Παναγία κατά τόν Ἅγιο Νικολάου Καβάσιλα, «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ” Τριμηνιαῖα Ἔκδοση, Ὀρθοδόξου διδαχῆς τεῦχος 7 . Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2000» 338 Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος εἰς τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, PG 96, 676 BC. 339 Νικολάου Καβάσιλα,, Λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν 3, Π. Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ, σελ.126-128. 340 Στό ἴδιο 2, σελ. 124 341 Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 10, Π. Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ, σελ.80-82.

δογματικός θεμελιωτής τῆς ἁγιότητας τῆς Παναγίας342, τονίζει πώς ἡ Παναγία ἔφτασε στήν κορυφή τῆς ἁγιότητας, γιατί εἶχε συμμορφώσει τό θέλημά της μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἱε-ρός συγγραφέας συνεχίζει ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἡ Παναγία, ἄν καί μετεῖχε σ’ ὅλα τά χαρα-κτηριστικά τοῦ πεσόντος γένους τῶν ἀνθρώπων343, δέν υἱοθέτησε τήν ἴδια νοοτροπία, οὔτε παρασύρθηκε ἀπό τή συνήθεια καί τή ροπή πρός τό κακό. Ἀλλά ἀντιστάθηκε στή φθορά τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί νίκησε τήν ἁμαρτία δίνοντας ἕνα τελειωτικό χτύπημα σ’ αὐτήν. Πέτυ-χε τήν νίκη αὐτή διατηρώντας τή θέλησή της τόσο καθαρή σάν νά μήν ὑπῆρχε κανένας ἄνθρωπος πάνω στή γῆ, καί μάλιστα σάν νά βρισκόταν μόνη μπροστά στό μόνο Θεό344.

Καί ὁ ἅγιος Ἀνδρέας σ’ ἕναν ὕμνον του μᾶς καλεῖ: «Ἱδρῶτες καί δάκρυα, καί πόνοι Θεο-νύμφευτε ἐν τῶ σταδίω, τούτω καταβάλλονται, ἐκεῖ δε οἱ στέφανοι καί γέρα καί βραβεῖα· καί τις μακάριος ἀληθῶς, ὅστις κλαίων ἐπισπείρει, θεριεῖ ἀγαλλιώμενος345».

Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ τῆς εἶπε: «Εὕρες Χάριν πρός τόν Θεόν», καί ἡ Καινή Δια-θήκη ἀρχίζει ὄχι μέ τόν ἅγιον Ἰωάννη ἀλλά μέ τήν Παναγία γιατί πῆρε τήν ἰδιαιτέραν χάριν, εὔννοιαν. Ὁ νόμος δόθηκε ἀπό τόν Μωϋσέα ἀλλά ἡ Χάρις διά Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Παναγία ἔφερε τόν Θεόν Λόγον εἰς τήν γῆν, στάθηκε ὁ χῶρος πού ἐνανθρώπησε ὁ Θεός Λόγος, «τήν πηγήν ἀποτεκοῦσαν Χριστόν, τόν ὄντως Θεόν ἡμῶν346».

Ἀπέδωκε ἔτσι στό Θεό ἀμόλυντη τήν ὡραιότητα πού χάρισε στή φύση μας καί χρησιμοποί-ησε, αὐτή μόνη, ὅλα τά ὅπλα καί ὅλη τή δύναμη πού ἔβαλε μέσα μας. Μέ τόν ἔρωτα πού εἶχε γιά τόν Θεό, μέ τή ρωμαλεότητα τῆς σκέψεώς της, τήν εὐθύτητα τῆς θελήσεως καί τή μεγα-λειώδη σωφροσύνη της ἔτρεψε σέ φυγή κάθε ἁμαρτία κι ἔστησε τρόπαιο νίκης τέτοιο, πού δέν μπορεῖ μέ τίποτε νά συγκριθεῖ. Μέ ὄλα αὐτά φανέρωσε τόν ἄνθρωπο τέτοιον πού ἀληθι-νά δημιουργήθηκε, φανέρωσε δέ καί τόν Θεό, τήν ἄφατη σοφία καί τήν ἀπέραντη φιλανθρω-πία Του. Ἔτσι αὐτόν πού παρουσίασε ἔπειτα, ἀφοῦ τόν περιέβαλε μέ ἀνθρώπινο σῶμα, αἰ-σθητά στά μάτια ὅλων, τόν ἀποτύπωσε καί τόν εἰκόνισε προηγουμένως μέ τά ἔργα της ἐπά-νω στόν ἑαυτό της. Καί ἔγινε: «Ποταμός χαρίτων, καί φωτός ἀΰλου δοχεῖον, ὑπάρχουσα Δε-σποινα Θεοτόκε347..». Καί δι’ αὐτῆς μόνης χορηγεῖ ὁ Θεός σέ ὅλα τά κτίσματα τίς θεῖες δωρεές Του: « Ὤκησε χαρίτων ἐν σοί πηγή, διό χάριτας νέμεις τοῖς σέ γεραίρουσι348» καί «πρός πλατυ-σμόν θεωρίας, καί ὕψος θείας γνώσεως349 καί «τήν ζωήν τήν ἀΐδιον, τῶ κόσμω ἐξανέτειλας350».

Ἄχραντε.

«Ἄχραντε φωτώνυμε Κόρη, τῆ φωτοφόρω σου πρεσβεία, φώτισον νοός μου τάς κόρας, καί τάς αἰσθήσεις πάσας τοῦ σώματος· ἵνα τό φῶς θεάσωμαι, τοῦ φωτοδότου καί Σωτῆρός μου351».

Λέγεται ἡ Παναγία μας ἄχραντος. Τί θά πῆ ἄχραντος; Ἀπό τό χραίνω καί τό στερητικό α. Χραίνω θά πῆ μολύνω. Ἡ παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο μολυσμένο. Ἄχραντος θά πῆ αὐτή πού εἶναι ἀμόλυντη, ἀμίαντος, καθαρά, ἁγνή, ἄμεπτος, ἀψεγάδιαστη. Ἡ Παρθένος παρέμεινε πράγματι ἀπό τήν ἀρχή ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς της ἀνέπαφη ἀπό κά-

342 Ἀμαλίας Σπουρλάκου-Εὐτυχιαδου, μν. ἔρ., σελ. 325 343 Βλ. Ἀμαλίας Σπουρλακου-Εὐτυχιαδου, ὅ.π., σελ. 496: «Ἡ ἁγιότητα τῆς Θεομήτορος δέν εἶναι προνόμιον ἔξωθεν αὐτή δοθέν, ἀλλ’ ὁ καρπός τῶν προσωπικῶν αὐτῆς βιωμάτων, ὀφειλομένων τοῦτο μέν εἰς τήν ἠθελημένην ἀξιο-ποίηση τῆς κληροδοτηθείσης αὐτή ἀγαθῆς φύσεως, τοῦτο δέ εἰς τήν κατευθύνουσαν τήν ἐλευθέραν βούλησιν αὐ-τῆς θείαν χάριν». Δ. Τσάμη, Θεομητορικόν, σελ. 16: «Ἡ προσωπική ἁγιότητά της εἶναι καρπός τῆς βουλήσεώς της μέ τή συνεργία τῆς θείας χάρης, καί γι’ αὐτό εἶναι τύπος ἁγιότητας γιά κάθε Χριστιανό». Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν 8, Π. Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ, σελ. 194. 344 Στό ἴδιο 8, σελ. 194. Ἡ Παναγία κατά τόν Ἅγιο Νικολάου Καβάσιλα, «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ” Τριμηνιαῖα Ἔκδοση, Ὀρθο-δόξου διδαχῆς τεῦχος 7 . Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2000» 345 Ἁγίου Ἁνδρέα Κρήτης, Ἦχος πλ. Β΄. Δευτέρα Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 346 Μανουήλ μεγάλου ρήτορος, ἦχος γ΄, Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή α΄. 347 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 348 Μανουήλ μεγάλου ρήτορος, ἦχος γ΄, Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή στ΄. 349 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἦχος α΄. Κυριακῆ Ἑσπέρας, ζ΄ ὠδή.». 350 Μανουήλ μεγάλου ρήτορος, ἦχος γ΄, Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 351 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος Δ΄. Σαββάτω Ἑσπέρας, Κάθισμα ὠδῆς θ΄.

θε κακία, χάρις στήν ἄγρυπνη προσοχή της, στή σταθερή θέλησή της καί στή μεγαλειώδη σωφροσύνη της352.

Ὑπερευλογημένη.

Εἶναι τό ἐξαίρετον καί ἐξαίσιον τῆς δημιουργικῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας καί θεοποιοῦ χάριτος θεο-ειδέστατον ἀποτέλεσμα.

Δηλαδή, ἡ Μαρία εἶναι τό ὅλως ἐξαιρετικόν καί θαυμάσιον τῆς δημιουργικῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ καί κατέχει τίτλους, προσωνύμια αἰώνια καί εἶναι μοναδικά.

Ὅταν ὁ Θεός τελείωσε τήν δημιουργία ὅτι ἦταν καλά λίαν τήν εὐλόγησε. Τί θά πῆ νά εἶναι εὐλογημένα; Νά στέκουν, νά ὑπάρχουν, νά μήν γυρίζουν εἰς τό μηδέν παρά τό θέλημά μου καί νά ἐπιτελέσουν τόν σκοπόν διά τόν ὁποῖον ἐγώ ὁ Θεός τά ἐδημιούργησα. Καί τούς πρω-τοπλάστους εὐλογεῖ ξεχωριστά ἀπό τήν ἄλογον κτίσιν. Τά πάντα υνεπῶς ἔλαβαν τήν εὐλο-γίαν τοῦ Θεοῦ. Δέν θά ἦτο δυνατόν νά σταθῆ τίποτε χωρίς τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τούς ἔβαλε στον Παράδεισο (πού ἦταν στή γῆ ἕνας τόπος ὁρισμένος. καί τούς ἔδωσε τρεῖς ἐντολές. Ἀπό τό δένδρο αὐτό δέν θά φᾶς, ἐντολή νηστείας, καί «ἐργάζεσθε αὐτόν καί φυλάτειν», ἀλλά τί ἐργασία νά κάνουν; Οἱ ἐντολές αὐτές εἶχαν μυστικό χαρακτῆρα. Ἦταν ἡ ἀξιοποίηση αὐτῆς τῆς τριπλῆς ἐντολῆς, ἦταν ἡ ἐργασία τῶνἐντολῶν, ἡ φύλαξις τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Ἀδάμ, νά φυλάει τόν ἑαυτόν του. Ὁ Ἀδάμ δέν ἐτήρησε καμμία ἀπό τις ἐντολές αὐτές, ἀλλά τίς παρέβη, συνεπῶς νά γιατί τήν εὐλογία πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό δέν μπόρεσε νάἀνταποκριθῆ, νά λάβη ἀνταπόκριση ἀπό τούς πρωτοπλάστους καί συρρικνώθηκε, μαζεύτηκε. Ὅμως αὐτή ἡ τριπλή ἐντολή βρῆκε πραγμάτωσι ἀνταπόκρισι ἀπό τήν Κυρίαν Θεοτόκον, ἡ ἐργασία, εἶναι ἡ τήρηση τῶνἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί τό ἔργο τῆς θεώσεως. Γιατί ἔκανε ὁ Θεός τόν Ἀδάμ; Γιά νά θεωθῆ. Γιατί ἔκανε τήν Εὔα; Γιά νά βοηθήση τόν Ἀδάμ νά θεωθῆ καί αὐτός καί ἡ ἴδια. Τό φυλάττειν εἶναι ἡ προσοχή ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἐπί τῆς προαιρέσεως, ἐπί τῶν διανοημάτων, ἐπί τῶν συ-ναισθημάτων καί ἐπί τῶν βουλημάτων, πού ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐπρόσεξε ἀφάνταστα τόν ἑαυτόν της. Διότι ὁ Ἀδάμ ἄκουσε τήν πρότασι τοῦ διαβόλου καί τούς ὑπέβαλε τήν ἰδέαν ὅτι ἄν δοκιμάσουν ἀπό τόν καρπόν θα αὐτοθεωθοῦν κατά τρόπο αὐτόνομον, ἑτερόνομον, δίχως τόν Θεόν.

Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐτήρησε καί τίς τρεῖς αὐτές ἐντολές, καί γι’ αὐτό μόνον αὐτή ἐστάθηκε ἀληθῶς εὐλογημένη. Ὅταν ἔδειξε τήν πλήρη ὑπακοή της νά γίνη ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατά τό γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου», νά γίνη ὅπως θέλει ὁ Θεός, τότε δεχομένη αὐτήν τήν διακονίαν ἱστορικῶς ὀδυνηρά, δίκοπο μαχαίρι θάπεράση τήν καρδίαν της, κατά τόν λόγο τοῦ Συμεῶνος, ἀπεδέχθη καί τότε ἔλαβε τήν ὑπέρπλήρωσιν τῆς εὐλογίας, μία ἀφθονία εὐλογίας καλί συνεπῶς κατέστη ὑπερευλογημένη.

Ἔνδοξος.

Ἡ ἀνθρώπινη δόξα εἶναι ἕνα σχῆμα πού γρήγορα διαλύεται, μία δόξα ὅμως διατηρεῖται, αὐτήν πού δίδει ὁ Θεός, καί εἶναι ἄκτιστος. Δόξα δέν εἶναι μόνον ἡ καλή φήμη, δέν εἶναι ἡ καλή μνήμη ἀπό τίς γεννεές ἀλλά εἶναι ἡ ὀντολογική μεταμλορφωσι τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρ-ξεως πού θα λάβουν ὅσοι κληρονομήσουν τήν αἰώνιον Βασιλείαν. καί ἡ Παναγία μας ἀπέ-κτησε τήν καλή φήμη τοῦ ὀνόματός της καί τήν καλήν μνήμην, ὅτι μακαριοῦσαί μέ πᾶσαι αἱ γεννεαί, εἶπε προφητικῶς, ἀλλά καί τήν ἄκτιστον δόξαν ἀπέλαβε μετά τήν κοίμησί της , τήν μεταμόρφωσιν καί τοῦ σώματός της, μέ τήν ἀνάληψίν του. Γι’ αὐτό εἶναι ἔνδοξος ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος.

Δέσποινα.

«Ποταμός χαρίτων, καί φωτός ἀΰλου δοχεῖον, ὑπάρχουσα Δέσποινα Θεοτόκε, τάς τοῦ νοός μου κινήσεις χαρίτωσον· καί τῆς ζοφερᾶς ἰλύας κόσμου, ἐκλυτρωσαμένη φώτισον καί λάμπ-ρυνον353».

352 Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας Εἰς τήν Ὑπερένδοξον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου Γέννησιν, Μετά-φραση: Παναγιώτης Νέλλας 353 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἦχος Βαρύς, Κυριακῆ Ἑσπέρας, ὠδή στ΄.

Λέγεται Δέσποινα γιατί ὁ Υἱός της λέγεται Δεσπότης ἑνός οἴκου καί ἡ Μητέρα του εἶναι Δέσποινα τοῦ οἴκου. Ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται οἶκος Θεοῦ, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦ-λος προς τόν Τιμόθεον ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἶκος Θεοῦ ζῶντος. Ἡ Κυρία Θεοτόκος εἶναι Κυ-ρία καί Δέσποινα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τό σῶ-μα τό δικό της. Εἶναι λοιπόν ἡ οἰκοδέσποινα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ τῆς εἶπε ὅτι ὁ Χριστός θα βασιλεύση ἐπί τόν οἶκον τοῦ Ἰακώβ εἰς τούς αἰώνας. Εἶναι ἡ φυλή, ὁ λαός τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Ἰσραήλ καί συνεπῶς ἡ Κυρία Θεοτόκος βασιλεύει ἐπί τοῦ οἴκου Ἰακώβ, ὅπως καί τοῦ οἴκου Δαυΐδ τοῦ ἄμεσα προγόνου της. Ὁ Χριστός ἀπό τήν προς Ἑβραίους ἐπιστολήν ἀποκαλεῖται ἱερεύς μέγας ἐπί τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά αὐτή τήν ἀνθρωπίνη φύσι πού ἀπο-καλεῖται μέγας Ἀρχιερεύς τήν ἔδωσε ἡ Κυρία Θεοτόκος καί συνεπῶς ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ Δε-σποινα καί Κυρία αὐτοῦ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ καί αὐτῆς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς λέμε: «τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου» τῆς δικῆς μας Δεσποίνης, γιατί εἶναι ἡ Κυρία τῶν καρδιῶν μας.

Ἀειπάρθενος.

«Παρθένος ἀληθῶς πρό τοῦ τόκου Παρθένε· Παρθένος ἀληθῶς καί ἐν τόκω ὑπάρχεις, Παρθένος ἀειπάρθενος μετά τόκον διέμεινας, καί ἐλπίζομεν ἐν σοί Παρθένε σωθῆναι, παρ-θένων τό καύχημα354».

Ἀειπάρθενος θά πῆ πάντοτε παρθένος:«Ἰδού ἡ παρθένος τέξεται υἱόν355». Φέρνει τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ἐν παρθενία, τόσο γιά νά τονισθῆ τό θαῦμα ἐκείνου πού θα ἐρχόταν εἰς τόν κόσμον, ὅτι δέν εἶναι ἕνας συνήθης ἄνθρωπος, ἀλλά καί ἔπρεπε νά γίνη κοινωνός αὐτῆς τῆς κτιστῆς φύσεως, τῆς κτιστῆς δημιουργίας, ὅσο καί τοῦ ὅτι τό σπέρμα με τό ὁποῖο γεννῶν-ται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἕνα μεταπτωτικό σχῆμα, ὅσο θαυμαστό κι ἄν εἶναι τό σπέρμα καί ὁ Νέος Ἀδάμ ὁ Χριστός δέν ἔπρεπε νά τό φέρη καί οὔτε νά γεννηθῆ ἐκ σπέρματος. Δέν γεννᾶ μόνον ὡς παρθένος ἀλλά καί ὡς παρθένος μένει. Γιατί πρίν τό ἔβρυον ἀνοίξη τήν μήτρα τῆς μητέρας του, προηγήθηκε τό ἄνοιγμα τῆς μήτρας ὑπό τοῦ συζύγου. Μόνον ὁ Χριστός, πού συνελήφθη χωρίς σπέρμα, ἄνοιξε τήν μήτρα τῆς Παναγίας ἀλλά καί πάλιν ἐσφραγισμένην ἐξερχόμενος τήν ἄφησε, λεγει ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλιουσιώτης στήν 23η ἐπιστολήν του. Συ-νεπῶς ἦτο παρθένος πρίν ἀπό τόν τόκο, εἶναι παρθένος κατά τόν τόκο καί μετά ἀπό τόν τόκο ἔμεινε Παρθένος. Πῶς ὅμως ἔμεινε παρθένος. Ὅταν ὁ Χριστός ἀναστήθηκε ἄφησε σῶα καί ὁλόκληρα τά σήμαντρα, δηλαδή τίς σφραγῖδες τοῦ τάφου, μέ τίς ὁποῖες ἀσφάλισαν οἱ Ἀρ-χιερεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, τόν τάφο356. Ὅπως ἀναφέρει καί τό τροπάριο τῆς στ΄, ὠδῆς τοῦ Κα-νόνος τοῦ Πάσχα. «Φυλάξας τά σήμαντρα σῶα Χριστέ, ἐξηγέρθης τοῦ τάφου, ὁ τάς κλεῖς τῆς Παρθένου μή λυμηνάμενος ἐν τῶ τόκω σου, καί ἀνέωξας ἡμῖν Παραδείσου τάς πύλας». Κατά τόν τρόπο πού βγῆκε ἀπό μέσα ἀπό τόν τάφο, μέ τόν λίθο σφραγισμένον κατά τόν ἴδιο τρόπο ἐξῆλθεν καί ἀπό τήν μήτραν τῆς Θεοτόκου καί τήν ἄφησε Παρθένο εἰς τόν αἰῶνα τόν ἅπαν-τα, ὅπως λέγει καί ὁ προφήτης Ἱεζεκιήλ357.

Διαπέρασες Κύριε, ἄφθορα καί ὑπέρ λόγον τίς κεκλεισμένες πύλες, (τήν μήτρα, τῆς Παναγί-ας καί τήν πύλη τοῦ σφραγισμένου τοῦ τάφου, καί διά μέσου αὐτῶν μᾶς ἄνοιξες τίς κλεισμέ-νες μέχρι τώρα πῦλες τοῦ Παραδείσου.

354 Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Παρασκευή Ἑσπέρας, ἦχος α΄, Κάθισμα στ΄, ὠδῆς. 355 Ἡσ. ζ, 14. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιά τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου σημειώνει τά ἑξῆς: «Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦν πρό τόκου παρθένος, καί ἐν τόκῳ παρθένος, καί μετά τόκον πάλιν παρθέ-νος διέμεινε, φυλάξασα ἀλώβητον τήν ἑαυτῆς παρθενίαν. (Ὁμολογία Ὀρθοδόξου πίστεως ἐν ἐρωταποκρίσει λθ´). Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὁ προφητεύσας τήν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, παρθένον τήν μητέρα τοῦ Ἐμμα-νουήλ ὠνόμασεν· «Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσει τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». (Ἡσ. ζ´. 14). Τοῦτο δέ δηλοῖ οὐ μόνον τήν πρό τόκου παρθένον, ἀλλά καί τήν ἐν τόκῳ καί τήν μετά τόκον παρθέ-νον, διότι ἡ παρθένος ἔμελλε νά ἀναδειχθῇ μήτηρ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅν θά ἐκυοφόρει, θά ἐγαλακτοτρόφει καί θά ἀνέτρεφε κατά τήν βρεφικήν καί παιδικήν αὐτοῦ ἡλικίαν. (Περί τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου, τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ἐπισκ. Πενταπόλεως. www.imkby.gr 356 Ματθ. κζ, 66 357 Ψαλμ. μδ, 2

Μυστήριο πραγματικά, καί στήν Βυζαντινή ἁγιογραφία παρουσιάζεται τό θαῦμα αὐτό μέ τούς τρεῖς ἀστέρες στούς ὤμους της καί στήν κεφαλήν της.

Θεοτόκος.

«Φωτοφόρον σκήνωμα Θεοῦ, ἐδείχθης Θεοτόκε, καί ἔμψυχον καί ἁγνότατον παλάτιον σε-μνή, καί θρόνος πυρίμορφος, τῆς ἀστέκτου θείας οὐσίας· διό σε ἀνυμνοῦμεν, καί δοξολογοῦ-μεν πιστοί εἰς τούς αἰῶνας358».

Εἶναι τό καινούργιο ὄνομα καί τό καινόν πρᾶγμα ὑπό τόν ἥλιον. Οὐδέν καινόν ὑπό τόν ἥλιον λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής, ἕνα εἶναι τό μοναδικόν καινόν, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, μία γυναίκα γίνεται Θεοτόκος, Γιαὐτό εἶναι ἡ ὑψηλοτέρα τῶν Σεραφείμ καί τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ, εἶ-ναι δούλη Κυρίου καί ταυτοχρόνως Μήτηρ Κυρίου. Εἶναι ἡ θυγατέρα τοῦ βασιλέως κατά τόν μδ΄ ψαλμόν ἀλλά καί ἡ βασίλισσα τοῦ Βασιλέως. Σώζεται ὑπό τοῦ Υἱοῦ της καί σώζει διά τοῦ Υἱοῦ Της, γι’ αὐτό λέμε: «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς», ὅπου δοξάζεται ὁ Υἱός δοξάζεται καί ἡ Μητέρα.

Θαυμάζομεν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ διά τά ἔργα του, θαυμάζομεν τήν Μητέρα του διά τήν ἀγά-πην της πρός τόν Θεόν καί πρός τούς ἀνθρώπους. Τί ἀνταποδόσωμεν τῶ Κυρίω περί πάντων ὄν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν; Ἀλλά καί ἐκείνη τήν Πλατυρτέρα τῶν οὐρανῶν πῶς νά τήν εὐχαρι-στήσωμεν; Μέ τά ἄνθη τῆς καρδιᾶς πού θά γίνονται καρποί χειλέων ὕμνοι καί ὠδές πνευμα-τικές, ἀλλά καί μέ τήν μίμησίν της τῆς καθαρῆς της καρδιᾶς, τῆς ταπεινώσεώς της καί τῆς βαθειᾶς ὑπακοῆς της εἰς τόν Θεόν. Αὐτά ἐκείνην ἐστόλισαν αὐτά καί ἡμᾶς θά μᾶς στολίσουν καί θά εἶναι τά εὐχαριστήριά μας εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν καί εἰς τήν μητέραν του Κυ-ρίαν Θεοτόκον.

Θεοτόκος. «Ἐγγίζει ψυχή τό τέλος, ἐπί θύραις τό κριτήριον, ἀπόστηθι τῶν ἔργων τῆς αἰσχύ-νης, καί ἐπιλαβοῦ τῆς ἀγαθῆς πολιτείας· ἔχεις γάρ σύμμαχον τήν Θεοτόκον, ἐκ πάσης ρυο-μένην σε κακώσεως359».

Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει τὰ μεγαλεῖα σου, παρθένε; Ἔγινες Θεομήτωρ, ἕνωσες τὸ νοῦ μὲ τὸ Θεό, ἕνωσες τὸ Θεὸ μὲ τὴ σάρκα, ἔκανες τὸ Θεὸ υἱὸ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἄνθρωπο υἱὸ Θεοῦ, συμφιλίωσες τὸν κόσμο μὲ τὸν ποιητὴ τοῦ κόσμου. Μᾶς δίδαξες μὲ ἔργα ὅτι τὸ θεωρεῖν δὲν προσγίνεται μόνο με αἴσθηση ἢ καὶ λογισμὸ στοὺς πραγματικοὺς ἀνθρώπους (διότι τότε θὰ ἦσαν λίγο μόνο καλύτεροι ἀπὸ τὰ ἄλογα), ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴ κάθαρση τοῦ νοῦ καὶ τὴ μέθεξη τῆς θείας χάριτος, κατὰ τὴν ὁποία ἐντρυφοῦμε στὰ θεοειδῆ κάλλη ὄχι μὲ λογισμούς, ἀλλὰ μὲ ἄυλες ἐπαφές. Ἔκαμες τοὺς ἀνθρώπους ὁμοδίαιτους μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἢ μᾶλλον ἀξίωσες καὶ μεγαλύτερων βραβείων, ἀφοῦ συνέλαβες ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα θεαν-δρικὴ μορφὴ καὶ τὴν γέννησες παράδοξα καὶ κατέστησες τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπορρήτως συμφυῆ καί, θὰ λέγαμε, ὁμόθεη μὲ τὴ θεία φύση.

Ἂς φυλάττουμε ἑπομένως τὴν πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς ἀλλήλους ἑνότητα, ποὺ ἔχει ἐντυπωθεῖ σ᾿ ἐμᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ θείως, διὰ τῶν δεσμῶν τῆς ἀγάπης. Ἂς βλέπουμε πάντοτε πρὸς τὸν ἄνω γεννήτορα. Ἂς ὑψώσουμε ἄνω πρὸς αὐτὸν τὴ καρδιά μας. Ἂς παρατηρήσουμε τὸ μέγα τοῦτο θέαμα, τὴ φύση μας νὰ συνδιαιωνίζει ἀΰλως μὲ τὸ πῦρ τῆς Θεότητος, καί, ἀποβάλλοντας τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ποὺ ἔχουμε ἐνδυθεῖ ἀπὸ τὴ παράβαση, ἂς σταθοῦμε σὲ ἁγία γῆ, ἀναδεικνύοντας ὁ καθένας μας τὴ δική του γῆ ἁγία διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς τὸ Θεὸ στα-θερῆς ἀφοσιώσεως, νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ συνδιαιωνίσουμε σὲ δόξα τῆς τριση-λίας Θεότητος ποὺ πρέπει κάθε δόξα, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνηση τώρα καὶ στοὺς ἀτέλειω-τους αἰῶνες. Γένοιτο360…».

Ἡ Θεοτόκος εἶναι τό μεταίχμιο μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Γιά τήν Παλαιά ἀπό-τελοῦσε τό κήρυγμα τῶν προφητῶν, τήν προσδοκία τῶν δικαίων ἐνῶ γιά τήν Καινή Διαθήκη γίνεται ὁ γλυκασμός τῶν ἀγγέλων, ἡ δόξα τῶν ἀποστόλων, τό θάρρος τῶν μαρτύρων, τό ἐντ-

358 Φωτίου ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κων/πόλεως, Τετάρτη Ἑσπέρας, ἦχος α΄, ὠδή η΄. 359 Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, Ἦχος γ΄. Πέμπτη Ἑσπέρας, ὠδή θ΄. 360 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς Πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τόμος 11ος.

ρύφημα τῶν ὁσίων, τό καύχημα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, γι’ αὐτό και μακαρίζεται ἀπό «πᾶ-σα γενεά361».

«…..μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ νῦν γεννήσασα τὸν ποτὲ πλάσαντα πηλῷ τὸν Ἀδὰμ ἐν τῷ παραδείσῳ, Θεοτόκε ἁγία παρθένε Μαρία. Θεοτόκος γὰρ ὑπάρχεις, ἡ τὸν Λόγον ἐκ σοῦ σαρ-κωθέντα τεκοῦσα· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ἐν μορφῇ δούλου κυήσασα· Θεοτό-κος ὑπάρχεις, ὅτι Θεὸν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα ἔτεκες· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ μόνη τοῦ μόνου μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ γεννήσασα· οὐ πρόσκαιρον Θεὸν γεννήσασα, ἀλλ’ αἰώνιον τὸν πρὸ σοῦ καὶ πάντων Θεὸν, ἐκ σοῦ σαρκωθέντα·362..».

Θεοτόκος ὅρος. Ὁ ὅρος Θεοτόκος, γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, «εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό ἕνα ὄνομα ἤ ἕνα τιμητικό τίτλο. Εἶναι μάλλον ἕνας δογματικός ὁρισμός σέ μιά μονάχα λέξι» καί «διακριτικό σημάδι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκόμη καί πρίν ἀπό τή σύνοδο τῆς Ἐφέσου» (τό 431)363. Ἤδη ἀπό τόν 4ο αἰῶνα, ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός προειδοποιεῖ: «Ἐάν ἕνας δέν ἀναγνω-ρίζη τή Μαρία σάν Θεοτόκο εἶναι ἀποξενωμένος ἀπ’ τό Θεό364». Ἀσφαλῶς, ἀπό πλευρᾶς Οἰ-κουμενικῆς ἐπικυρώσεως, «πρώτη ἡ ἐν Ἐφέσω Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος…κατακρίνασα τό φρόνημα τοῦ Νεστορίου, κατά τό ὁποῖον ἡ ἁγία Παρθένος ὑπῆρξεν ἀνθρωποτόκος…ἀνεκή-ρυξε «τήν ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον…» καί τήν «ὀνομασίαν ταύτην τῆς μητρός τοῦ Κυρίου ἐπανέλαβεν…καί ἡ ἐν Χαλκηδόνι Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος365».

Προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου366

«Οἱ προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἀναφέρονται στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου εἶναι κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ βαθύτατα σωτηριολογικές καί χριστολογικές, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀποτελεοῦν ὑποδείγματα καί πρότυπα στήν προσπάθεια βιώσεως τῶν ἀρετῶν.

Ἡ Παναγία εἶναι αὐτή πού ἐνσαρκώνει τά ὅσα ἐπαγγέλλονται οἱ Προφῆτες καί τά μετα-φέρει στήν περίοδο τῆς Χάριτος ὡς ἐνσαρκωμένα πρότυπα ἀρετῶν, τά ὁποῖα παραδίδει στούς πιστούς367».

361 Περιοδικόν Πεμπτουσία τεῦχος 21 362 Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου πόλεως Κωνσταντίας, τῆς Κυπριωνήσου, ὅ.π.π. 363 Φλορόφσκυ Γεώργιος, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, 2η έκδ., Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 1989, σελ. 125 364 Μεταφρασμένο παράθεμα ἀπό τήν Ἐπιστολή 101, στό Φλορόφσκυ, Θέματα…, ὅ.π. 365 Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β’, 3η έκδ., Ὁ Σωτήρ, Ἀθῆναι 2003, σελ. 205 366 Προεικονίσεις.Τύποι καί σκιές τῆς Θεοτόκου εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην. Ἐκτός τῶν ἀνωτέρω λίαν σημαντικῶν ἀναφορών τῆς Παλαιάς Διαθήκης εἰς τήν παναμώμητον Παναγίαν Μητέ-ρα τοῦ Θεοῦ ἔχομεν καί μίαν πληθύν ἄλλων ἀναφορῶν, οἱ ὁποῖες προεικονίζουν τήν Θεοτόκον.Ἐνδεικτικῶς καί λίαν συντόμως ἀναφέρομεν, ὅτι τό μυστήριον τῆς Παρθένου προτυπώνουν τά ἑξής γεγονότα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας τῆς σωτηρίας: -Τό ὅραμα τῆς κλίμακος τοῦ Ἰακώβ (Γένεσις κθ΄12-17) -Ἡ βάτος ἡ καιόμενη καί μή καταφλεγόμενη (Ἔξοδος γ΄2) -Ἡ διάβασις τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης (Ἔξοδος ιδ΄21) -Ἡ κιβωτός τῆς Διαθήκης ἐν ἦ ἐτέθησαν τά “μαρτύρια” τοῦ Θεοῦ καθώς ἐπίσης καί ἡ ἐν αὐτῆ τράπεζα καί ἡ λυ-χνία (Ἔξοδος κε΄1 & ἑξῆς) -Ἡ ράβδος Ἀαρών ἡ βλαστήσασα (Ἀριθμοί ιζ΄8) -Ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος τοῦ Γεδεών (Κριταί ζ΄36-40) -Τό ὄρος τό ἀλατώμητον τοῦ Δανιήλ (Δανιήλ β΄34) -Ἡ κάμινος τῶν Χαλδαίων (Δανιήλ γ΄26-27). -Τό ὄρος τό πίον (Ψαλμός ξζ΄16). κ.ἄ. Κλείνομεν τίς ἀναφορές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἰς τό πανάγιον πρόσωπον τῆς Κυρίας Θεοτόκου μέ τό ἐγκώμιον τοῦ σοφωτάτου Σολομῶντος πρός τήν κορυφήν τῆς ἁγιότητας: “Πολλαί θυγατέρες ἐκτήσαντο πλοῦτον, πολλαί ἐποίησαν δύναμιν, σύ δέ ὑπέρκεισαι καί ὑπερήρας πάσας”. (Παρ.κθ΄29). Σεβ. Βύρωνος κ.Δανιήλ. www.imkby.gr 367 Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στήν ἱστορία καί τό παρόν, Ἱ. Μ. Βατοπεδίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, Παντελεήμονος Καλαφάτη Μητροπ. Ξάνθης, Ἡ Θεοτόκος ὡς πρότυπο τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, σελ.

Δεκάδες εἶναι τά παραδείγματα πού θάμποροῦσε νά ἀνεφέρει κανείς ἀπό τήν Ἁγία Γρα-φή καί ἀπό τις ὁμιλίες τῶν ἁγίων Πατέρων. Ὅλοι οἱ προφῆτες, κάθε φορά πού τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἐκτρεπόταν ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ, Ἰσραηλῖτες) λόγω τῆς ἀνθρώπινης ἀστοχίας, ἔδιναν στό λαό μέσα ἀπό τίς προτυπώσεις τοῦ προσώπου καί τοῦ ρόλου τῆς Παναγίας.

Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ἄν ἰσχυριζόταν κανείς ὅτι κάθε γεγονός πού περιγράφεται στήν Ἁγία Γραφή παραπέμπει στό πρόσωπο τῆς Παναγίας, μέ ἀποκορύφωμα τήν ἐλεύθερη ἀντα-πόκρισή της στήν πρόσκληση τοῦ Ἀγγέλου νά γίνει ναός τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Χωρίς τήν ἀπ-ροϋπόθετη αὐτή συνεργασία τῆς Μαρίας τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου δέν θά ἦταν δυ-νατό.

Ποιά εἶναι ὅμως τά ἀγαθά πού μᾶς χαρίζει ὁ Χριστός διά τῶν πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου; Κατ’ ἀρχάς καί τό κυριότερο ἀπ’ ὅλα εἶναι ὅτι μᾶς ἔφερε κάτω στή γῆ τόν ἴδιο τό Θεό. Ἡ Παναγία ἔγινε ἡ σκάλα πού κατέβασε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἔγινε τό «δοχεῖον τῆς Χάριτος», ὅπως λέγουν οἱ ὀρθόδοξοι Πατέρες (ἱερός. Δαμασκηνός κ.ἄ. ). Ἔγινε τό καταφύγιο ὅλων τῶν πονεμένων ἀνθρώπων.Ἡ Παναγία ὑποτάσσοντας τόν ἑαυτό της στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἀπέδειξε ὅτι ἀγαπᾶ ὄχι μόνο τόν Θεό ἀλλά καί τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Στήν μικρή μας αὐτή ἐργασία παρουσιάζουμε μερικές ἀπό τίς πάμπολλες προτυπώσεις, τίς ὁποῖες καί σχολιάζουμε, κατά ἀλφαβητική σειρά.

Ἁγίασμα. «…χαῖρε θεία σκέπη, χαῖρε πῖον ὄρος, χαῖρε τόπε ἁγιάσματος, χαῖρε τό εὔοσμον ρόδον καί ἡδύπνοον τέξασα368…»

«Ὡς πύλην φέρουσαν, πρός θείαν εἴσοδον, ὡς Παράδεισον θεῖον ὡς νοητόν, τόπον ἁγιάσμα-τος, ὡς πιστῶν καταφυγήν, τήν Παρθένον μακαρίσωμεν369».

Βασίλισσα. «Βασιλικῆς ρίζης καί φυλῆς, καί συγγενείας βασιλίδος τῆς τοῦ Δαβίδ, ὡς ὡραῖον ἄνθος Δέσποινα, φυεῖσα ἐξήνθησας, ἡ βασίλισσα τόν Βασιλέα Χριστόν370».

«Χαῖρε βασιλίς τῶν βασιλίδων, ἡ Βασιλέα γεννήσασα, τῶν βασιλευόντων, οὖ ἡ βασιλεία· βα-σιλεία πέλει, πάντων τῶν αἰώνων, χαῖρε τοῦ θανάτου βασίλειον νικήσασα, καί ζωῆς ἀνοίξα-σα βασιλείας πρόξενον, βασιλεῖς ἥν σέβονται, χαῖρε Μαριάμ παντοβασίλισσα371».

Σ’ αὐτή τήν βασίλισσα372 οἱ θεοφόροι Πατέρες εἶδαν τήν δοξασμένη Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ιδ΄αἰ. μ.Χ), ἑρμηνεύει τό ψαλμικό λόγο «παρέστη ἡ βασίλισ-σα ἐκδεξιῶν Σου, ἐν ἱματισμῶ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» πανηγυρίζοντας στόν λόγο του στήν κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὡς ἑξῆς: «Καί μόνη αὐτή ἀπό ὅλες τίς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα Θεοῦ ἐκ φύσεως ἐπάνω ἀπό κάθε φύση, καί ὑπῆρξε μέ τόν ἀνέκφραστο τόκο βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου κτίσματος κι ἔτσι, ἐπειδή ὑψώνει ἡ ἴδια τούς κάτω ἀπό αὐτήν, καί ἀναδεικνύει τούς ἐπί γῆς ὑπηκόους οὐράνιους ἀντί γιά ἐπίγειους,καί μετέχει στήν ἀνώτερη ἀξία καί στήν μεγαλύτερη δύναμη, ὁρίστηκε ὡς ὑψηλοτάτη καί μακαριωτάτη βασί-λισσα μακαρίου γένους. «Τώρα ἔχει καί τόν οὐρανό κατάλληλο κατοικητήριο ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στόν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπό τή γῆ, καί στάθηκε στά δεξιά τοῦ παμβα-σιλέως μέ διάχρυσο ἱματισμό ντυμένη καί στολισμένη, ὅπως λέει γι’αὐτήν ὁ ψαλμωδός. Ὡς ἱματισμό δέ διάχρυσο πρέπει νά ἐννοήσεις τό διαυγές σῶμα της, στολισμένο με ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἀρετές. Πραγματικά για τήν ἀνώτατη ταξιαρχία αὐτῶν γράφει ὁ Ἡσαΐας373· καί τά Σεραφίμ στέκονταν γύρω του. Καί γι’ αὐτή πάλι λέει ὁ Δαυίδ: Στάθηκε ἡ βασίλισσα στά δε-ξιά σου. Βλέπετε τήν διαφορά στάσεως; Ἀπό αὐτή μπορεῖτε νά καταλάβετε καί τήν διαφορά τῆς κατά τήν ἀξία τάξεως, διότι τά Σεραφίμ ἦσαν γύρω ἀπό τόν Θεό, ἐνῶ πλησίον στόν ἴδιο μόνο ἡ βασίλισσα, ἡ ὁποία θαυμάζεται καί ἐγκωμιάζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, πού εἶναι σάν

368 Μανουήλ μεγάλου ρήτορος, Σαββάτω Ἑσπέρας, ἦχος πλ.β΄, προσόμοιον. 369 Ἁγίου Θεοφάνους τοῦ Νικαίας καί Γραπτοῦ, Τρίτη Ἑσπέρας, ἦχος πλ. β΄, ὠδή δ΄. 370 Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἤχος Βαρύς, Σαββάτω Ἑσπέρας, ὠδή ε΄. 371 Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Ἤχος Βαρύς, Τετάρτη Ἑσπέρας, Προσόμιον. 372 Ψαλμοί, μδ,10 κ.ἑξῆς… 373 Ἡσαΐου στ, 2

νά τήν ἀνακηρύττει πρός τίς γύρω του ἀγγελικές δυνάμεις καί νά λέει κατά τά λόγια τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων, τί καλή ἡ πλησίον μου! Εἶναι λαμπρότερη ἀπό τό φῶς, πιό ἀνθοστο-λισμένη ἀπό τούς θείους παραδείσους, ἁρμονικότερη ἀπό ὅλον τόν ὁρατό καί ἀόρατο κόσμο. Βρίσκεται μάλιστα ὄχι μόνο πλησίον ἀλλά καί στά δεξιά τοῦ Θεοῦ, εὐλόγως, διότι ὅπου κά-θησε ὁ Χριστός στόν οὐρανό, δηλαδή στά δεξιά τῆς μεγαλειότητος τοῦ Πατρός, ἐκεῖ στέκεται καί αὐτή τώρα πού ἀνέβηκε ἀπό τήν γῆ στούς οὐρανό, ὄχι μόνον διότι ποθεῖ καί ἀντιποθεῖται περισσότερο ἀπό ὅλους, καί λόγω τῶν φυσικῶν θεσμῶν ἄλλωστε, ἀλλά καί διότι εἶναι ἀληθι-νά θρόνος του καί ὅπου κάθεται ὁ βασιλιᾶς, ἐκεῖ βρίσκεται καί ὁ θρόνος. Αὐτόν τόν θρόνο ἔβλεπε καί ὁ Ἡσαΐας στό μέσον ἐκείνου τοῦ χερουβικοῦ χοροῦ καί τόν χαρακτήριζε ὑψηλό καί ὑπερυψωμένο, δηλώνοντας τήν ὑπέρβαση τῶν οὐρανίων δυνάμεων ἀπό τήν Θεομήτορα. Γι’ αὐτό καί βάζει τούς ἴδιους τούς ἀγγέλους νά δοξάσουν λόγω αὐτῆς τόν Θεό λέγοντας εὐ-λογημένη ἡ δόξα Κυρίου ἀπό τόν τόπο του374».

Βάτος. «Ἄφλεκτον τήν βάτον ἐν τῶ Σινᾶ, τῆς σῆς λοχείας ἁγνή, τύπος ἐφύλαξε καί ἡμᾶς τῆ σκέπη σου,ἐκ πάσης ρύο ὀδύνης· καί γάρ Θεοτόκον κυρίως σέβομεν375»

Καί τί εἶπαν τότε πρός αὐτήν οἱ μακάριοι ἀπόστολοι μέ λόγια εἴτε δικά τους εἴτε διαλεγ-μένα ἀπό τά στόματα τῶν προφητῶν;

«Ἡ βάτος ἐν Σινᾶ προδιετύπου σου, Παρθένε παράδοξον τό τοῦ τόκου· οὐ γάρ πῦρ τό τῆς θεότητος, δεξαμένη τήν μήτραν σου οὐκ ἔφλεξας376».

Χαῖρε βάτε μέ τήν τόσο παράδοξη μορφή, ἀπό τήν ὁποία ἐμφανίστηκε ἄγγελος Κυρίου σέ μορφή πύρινης φλόγας καί τήν ὁποία ἐνῶ ἡ φωτιά ἔκαιγε, δέν τήν κατέκαιε, κατά τόν μεγά-λο θεόπτη Μωϋσῆ377.

Ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γράφει γιά τήν ἐμπειρία τῆς βάτου: «…στήν ἐμπει-ρία τῆς καιομένης ἀλλά μή καταφλεγομένης βάτου, πού εἶχε ὁ Μωϋσῆς, σ’ αὐτήν τήν ἐμπει-ρία, στήν βάτο παρών εἶναι ὁ Θεός Πατήρ, πού εἶναι τό Φῶς, παρών ἐπίσης ὁ Υἱός – Λόγος, πού εἶναι τό Φῶς μέσω τοῦ ὁποίου βλέπει τό πρῶτο Φῶς, καί μετά παρόν εἶναι τό Πῦρ, πού εἶ-ναι τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτή εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως αὐτῆς τῆς τοῦ Θεοῦ. Ὅτι δη-λαδή ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἁγία Τριάς παροῦσα378».

Σέ παρουσιάζει ὡς βάτο πού φλέγεται ἀλλά δέν καίγεται, γιά νά ὑπαινιχθεῖ μ᾽ αὐτό καί τόν Μονογενή πού προσέλαβε σάρκα καί παράλληλα τήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου. Γιατί ἡ Παρθένος φλεγόταν, ἀλλά δέν καιγόταν, ἐπειδή γέννησε χωρίς νά φθαρεῖ ἡ μήτρα Της. Συ-νέλαβε καί παρέμεινε σφραγισμένη ἡ μήτρα. Θήλασε καί διαφύλαξε τούς μαστούς Της ἀνέγ-γιχτους. Κράτησε στά χέρια Της παιδί, καί τόν πατέρα Του δέν γνώρισε. Ἔγινε μητέρα, καί χωρίς νά ἔχει γίνει νύφη. Τρεφόταν Υἱός, καί ὁ Πατέρας δέν παραβρισκόταν. Τό χωράφι καρ-ποφοροῦσε, καί ὁ καρπός δέν ἀνῆκε σέ κανένα γεωργό. Ἀπέδωσε καρπό τόν καιρό τοῦ θερι-σμοῦ, χωρίς νά ἔχει δεχθεῖ σπόρο. Ποτάμι ἔτρεχε καί ἡ πηγή ἀπό παντοῦ ἦταν κλεισμένη, γιά νά ἀποδειχθεῖ ἔτσι Παρθένε, ὅτι καί μητέρα ἔγινες, καί δέν ὑπέφερες ὅσα περνᾶνε οἱ μη-τέρες. Γέννησες σάν γυναίκα καί δέν δέχθηκες φθορά ὡς γυναίκα.Κυοφοροῦσες σύμφωνα μέ τόν νόμο τῆς φύσεως, ἀφοῦ περίμενες τόν καιρό τόν πόνων τοῦ τοκετοῦ, ἀλλ᾽ ὅμως συνέλα-βες ἔξω ἀπό τόν νόμο τῆς φύσεως379.

«Τό θαῦμα μέ τήν βάτο, σημειώνει ὁ Ζωναρᾶς, καί ὁ τόπος φανέρωναν, ὅτι τό πῦρ τῆς θεότητος θά ἑνωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὄχι μόνον δέν θά τήν καταστρέψει, ἀλλά θά τήν καταστήσει περίλαμπη. Ἀπό αὐτό τό θαῦμα ἐμνέεται ὁ παρών ὕμνος πρός τήν Θεοτόκο, τήν ὁποία καί ἱκετεύουμε νά σβήσει ἐντελῶς τό καμίνι τῶν πειρασμῶν καί νά μᾶς ἀναδείξει ἀπείραχτους ἀπό τήν φωτιά αὐτοῦ τοῦ καμινιοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καί ἐκείνη δέν κάηκε ἀπό τό

374 Ἰεζεκιήλ γ;΄, 12, Ε. Π. Ε, 446 κ. ἑξ…παράγρ. 7,8,13,14. 375 Μανουήλ μεγάλου ρήτορος, Σαββάτω Ἑσπέρας, ἦχος γ΄, ὠδή στ΄. 376 Θέκλης Μοναχῆς, Τρίτη Ἑσπέρας, ἦχος β΄, ὠδή γ΄. 377 βλ. Ἔξ. γ´ 2-3. Ἐγκώμιον εἰς τήν κοίμησιν τῆς Ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τοῦ Θεοδώρου Στουδίτου www.imkby.gr 378 πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία, «Παρακαταθήκη» Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 156 379 Στήν ἁγία Μαρία τη Θεοτόκο τοῦ ἁγ.Ἡσυχίου Ἱεροσολύμων www.imkby.gr

 

Στείλτε μας τα άρθρα σας στο [email protected]
Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο "Triklopodia.gr", μπορεί να μας ενημερώσει, στο "[email protected]" ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα. Στην Τρικλοποδιά ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .

Παρόμοια Άρθρα

Γ.Μ: Θα σε τραβάν, για να τους πεις για το Χριστό…..
ΑΡΘΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Γ.Μ: Θα σε τραβάν, για να τους πεις για το Χριστό…..

by admin
16 ώρες ago
«Να εύχεστε χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό» (Άγιος Παϊσιος).
ΑΡΘΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Να εύχεστε χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό» (Άγιος Παϊσιος).

by admin
21 ώρες ago
Chat Control: «314 βουλευτές ψήφισαν ΟΧΙ, 276 ΝΑΙ – Και παρόλα αυτά πέρασε. Η μεγαλύτερη απάτη της ευρωπαϊκής “δημοκρατίας”»
ΑΡΘΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Chat Control: «314 βουλευτές ψήφισαν ΟΧΙ, 276 ΝΑΙ – Και παρόλα αυτά πέρασε. Η μεγαλύτερη απάτη της ευρωπαϊκής “δημοκρατίας”»

by admin
3 ημέρες ago
Γ.Μ: Ο άνδρας ο σωστός….
ΑΡΘΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Γ.Μ: Ο άνδρας ο σωστός….

by admin
3 ημέρες ago
Next Post
Το 70% των Γάλλων λέει «όχι» σε άλλους μετανάστες. Βόμβα, έτοιμη να εκραγεί η Γαλλία

Το 70% των Γάλλων λέει «όχι» σε άλλους μετανάστες. Βόμβα, έτοιμη να εκραγεί η Γαλλία

π.Κων/νος Γιολδασης : ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 4

π.Κων/νος Γιολδασης : ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 4

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ [email protected]

Newsletter

Ενημερώσου πρώτος για τα τελευταία μας άρθρα, ειδήσεις και εκπληκτικές προσφορές! Μείνε συντροφιά με την πιο ανεβαστική πηγή πληροφοριών και ανακαλύψεις. Η περιπέτεια ξεκινάει με ένα κλικ!.
SUBSCRIBE

Κατηγορίες

Χρήσιμα Links

  • Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
  • Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ)
  • Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
  • Ελληνική Εθνική Οδική Βοήθεια (ΕΕΟΒ)
  • Σελίδα Εργασίας του ΟΑΕΔ

Ποιοι είμαστε

Καλωσορίσατε στον κόσμο της Τρικλοποδιας, της πιο ανεβαστικής πηγής ειδήσεων που αναδεικνύει τον ευφάνταστο τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα! Εδώ και 15 χρόνια, παρέχουμε μια μοναδική μίξη από ειδήσεις, χιούμορ και θετική ενέργεια. Στον κόσμο μας, τίποτα δεν είναι υπερβολικό και καμία είδηση δεν είναι "απλή". Είμαστε μια εναλλακτική πηγή ειδήσεων, προσφέροντας μια δροσερή προοπτική σε έναν κόσμο που ποτέ δεν σταματά να εκπλήσσει!

  • Ποιοι είμαστε
  • Διαφήμιση στη τρικλοποδιά

© 2009 - 2023 Triklopodia.gr

Welcome Back!

Login to your account below

Forgotten Password?

Retrieve your password

Please enter your username or email address to reset your password.

Log In
No Result
View All Result
  • ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  • ΕΛΛΑΔΑ
  • ΔΙΕΘΝΗ
  • ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
  • ΑΠΟΨΕΙΣ
  • ΝΕΑ ΤΑΞΗ
  • ΕΚΚΛΗΣΙΑ
  • ΥΓΕΙΑ
  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

© 2009 - 2023 Triklopodia.gr