Οἱ ἀμαθεῖς πού ἒχουν ἀπεριόριστο καί ἀνεξέλεγκτο δημόσιο λόγο αὐξάνονται καί πληθύνονται. Τό κατάντημα τῆς γλώσσας μας δέν ἒχει τελειωμό. Κι ἂν κάποιοι νομίζουν ὃτι ἡ καθημερινή κακοποίηση τῆς γλώσσας μας ἡλικίας 10.000 ἐτῶν τουλάχιστον ἂν πάρουμε ὡς ἀφετηρία τήν πινακίδα τοῦ Δισπηλιοῦ Καστοριᾶς (ἀρχαιολόγος καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης) ἀποτελεῖ τό μικρότερο κακό σέ μία Ἑλλάδα πού πάσχει ἀπό τήν συνεχῆ χειροτέρευση τῆς καθημερινότητος, ἀπατῶνται. Ἡ καταστροφή τῆς ἀρχαιοτάτης γλώσσας μας ἒχει ἐδῶ καί μισό αἰῶνα μπεῖ στό στόχαστρο τῶν παγκοσμιοποιητῶν. Ἂν δέν μπορεῖ ἓνας λαός νά ἐκφρασθῆ σωστά, εἶναι μοιραῖο νά ὑποστῆ τά πάνδεινα σέ ὃλους τούς τομεῖς τῆς ἰδιωτικῆς καί τῆς δημόσιας ζωῆς. Ὃλοι οἱ ὁρίζοντες περιορίζονται δραματικά: Ὁ πνευματικός, ὁ αἰσθητικός, ὁ γνωσιολογικός, ὁ πολιτιστικός, ὁ καλλιτεχνικός, ὁ δημιουργικός κλπ. Τότε χάνει καί τό νόημά της ἡ δημοκρατία, ἡ ὁποία μεθοδικά ὑποκύπτει στήν τυραννία, στόν αὐταρχισμό, στήν αὐθαιρεσία καί στήν ἀλαζονία τῆς ἐξουσίας. Καί ἀκολουθοῦν ἡ καταπίεση, ἡ ἠθική ἐκτροπή, ἡ πνευματική νωθρότητα καί γενικά ἡ ἠθική καί ἀξιακή ἀλλοίωση τῶν πάντων. Ἀρωγός τους ἡ λεγομένη «δημιουργική γραφή», πού τρώει σάν σαράκι τήν γνήσια νεοελληνική λογοτεχνία καί ὁδηγεῖ τώρα στήν ἐπιβολή ἑνός εἲδους «δημιουργικῆς ὁμιλίας», τήν «Ἂγγσος» τοῦ Ὂργουελ, καθώς ἡ νέα τάξη πραγμάτων θέλει τήν ἐπικρατήση μιᾶς νέας Ὀμιλίας-ἐργαλεῖο χωρίς ἐκφραστικές δυνατότητες, ὣστε νά ξεχαστῆ ἡ Παλαιά Ὁμιλία, ἡ αἱρετική. Οἱ λέξεις τῆς Νέας Ὁμιλίας (καί γραφῆς) μποροῦσαν νά προέρχονται ἀπό ὁποιοδήποτε μέρος τοῦ λόγου. Μποροῦσαν νά συνταχθοῦν μέ ὁποιαδήποτε διάταξη καί νά συντμηθοῦν μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, ἀρκεῖ αὐτή ἡ διάταξη καί ἡ σύντμηση νά διευκολύνουν τήν προφορά τους καί νά δείχνουν τήν καταγωγή τους.Ἒτσι ὁ πληθυντικός τῶν λέξεων μάρτυρας, κλέφτης, τίγρις, λέων γίνονταν μάρτυροι, κλέφτοι, τίγρες, λέοντοι. Ἡ λέξη κρύος ὃπως καί πολλές ἂλλες λέξεις δέν χρειάζεται νά ἒχουν παραθετικά. Μέ τό μόριο δίς ἒχομε δίσκρυος, τρίσκρυος κλπ. Ὁ καλός δέν χρειάζεται νά ἒχη ἀντίθετο. Ὁ μήκαλος ἀρκεῖ. Μέ τέτοιες καί ἂλλες μεθοδεύσεις περιορίζεται δραστικά τό λεξιλόγιο. Ὃμως, τέτοιες λέξεις δυστυχῶς ἀκοῦμε καθημερινά ἀπό τά τηλεοπτικά κανάλια. Κρίνετε καί οἱ ἲδιοι:
ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΑΛΙΟΥ: Τά κτήρια ἦταν ἀρτιμελές. (Ἀλήθεια, πέραν τῆς γραμματικῆς ἐκτροπῆς, ἒχετε ξανακούσει ὃτι ὑπάρχουν καί ἀρτιμελῆ κτίρια; Ὂχι; Κακῶς).
ΑΛΛΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΝΑΛΙ: Τό παιδί ἦταν ὑγιῆ.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΙΛΙΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΩΡ: Ὑπάρχει ἀνθρωπινότητα, διάδραση συναυθεντικότητας, συγκροτητική ὀρθολογικότητα καί προαγωγή τῆς αὐθεντικότητας (Οὒγκ!!!)
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Θά συνεχίσουμε τίς ἒρευνές μας μέχρι τελευταία ρανίδος. (Δηλαδή θά κάνει ἒρευνες μέχρι νά…πεθάνη στήν μάχη; Τί γράμματα ἒμαθε αὐτός ὁ ἂνθρωπος;)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΙΑΤΡΩΝ: Ὑπῆρχε παντελή ἂρνηση.
ΓΝΩΣΤΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ: Ὑπάρχει ἀμφισβητοποίηση (ὂχι ἀμφισβήτηση).
ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΑΛΙΟΥ: Γιά ἀπάνθρωποι βομβαρδισμούς ἒκανε λόγο στήν Στογιάνκα τῆς Οὐκρανίας.
ΑΛΛΟΣ ΡΕΠΟΡΤΕΡ: Ἒχουμε κάνει πρόοδος.
Τό πτῶμα δέν ὑπάρχει πιά στό λεξιλόγιο τῶν δημοσιογράφων. Ἒχει ἀντικατασταθῆ ἀπό τήν λέξη σορός, πού σημαίνει φέρετρο. Μία «ἀνταποκρίτρια» λοιπόν εἶδε μία σορό πού φοράει στολή.Προφανῶς ἡ κυρία αὐτή ὃταν γυρνάει κουρασμένη στό σπίτι της λέει στήν μαμά της: Εἶμαι…σορὀς ἀπό τήν κούραση καί ὂχι εἶμαι πτῶμα στήν κούραση.
ΤΕΩΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Τῶν ἀποσχισθέντων περιοχῶν.
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ: Θά ἀκουστοῦν ὃλες οἱ ἀπόψεις ἀνεξαρτήτου κόμματος.
Ο ΙΔΙΟΣ: Ὁ δικτάκτορας.
Ο ΙΔΙΟΣ: Ἀδρευτικά ἒργα, ἂδρευση.
ΑΛΛΟΣ ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΜΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Ἡ ἐπανάληψη εἶναι μητήρ
μαθήσεως.
Ο ΙΔΙΟΣ: Οἱ ὑπερεσίες…
Ο ΙΔΙΟΣ: Ὁ δικτάκτορας…
Δέν θά ἢθελα νά συνεχίσω καταγράφοντας τά καθημερινά γλωσσικά ὀλισθήματα τόν ἐχόντων δημόσιο λόγο διά τῶν τηλεοπτικῶν σταθμῶν, διότι θά ξεχάσω κι αὐτά πού ξέρω. Προτιμότερο θά ἦταν νά θυμίσουμε κάποιους γραμματικούς κανόνες, μέ τήν ἐλπίδα ὃτι κάποιοι ἀπό τούς καθημερινῶς σολοικίζοντες καί αὐθαιρέτως τονίζοντες θά μποροῦσαν νά χειρισθοῦν εὐπρεπέστερα τήν γλῶσσα μας, καθώς μάλιστα δέν διστάζουν ν᾽ ἀναμίξουν στίς ὁμιλίες τους καί ἀρχαῖες ἢ καθαρευουσιάνικες ἐκφράσεις, ὃπως π.χ.
Ἐν τοῖς πράγμασι.
Εἰρήσθω ἐν παρόδω.
Ὃ,τι μέλλει γενέσθαι.
Τά ἐν οἲκω μή ἐν δήμω.
Ἰδίοις ὂμασι.
Ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ κλπ.
Ἀς θυμηθοῦμε λοιπόν τίς κλίσεις τῶν ὀνομάτων, πού εἶναι ἓνας ἀπό τούς βασικούς πυλῶνες τῆς γλώσσας μας. Κλίσεις ὀνομάτων εἶναι ἀνύπαρκτες ἓως πενιχρές στίς ξένες γλῶσσες. Καί ἀς ἀρχίσουμε ἀπό τήν πρώτη κλίση τῶν οὐσιαστικῶν. Σ᾽αὐτή κλίνονται μόνο ἀρσενικά καί θηλυκά ὀνόματα, ἀρσενικά πού λήγουν σέ –ας καί –ης καί θηλυκά πού λήγουν σέ –α καί –η. Παραδείγματα ἀρσενικῶν σέ –ας: Ἐγκληματίας, ἐπαγγελματίας, καρχαρίας, ταραξίας, σωσίας, αἰσθηματίας, κοχλίας, μανδύας κλπ.
Παραδείγματα οὐσιαστικῶν πού λήγουν σέ –ης: Πελάτης, ὁπλίτης, τραπεζίτης, συντάκτης, κομήτης, πλανήτης, τεχνίτης,ἐφέτης, ἀρεοπαγίτης, πατριώτης, καλλιτέχνης κλπ.
Παραδείγματα θηλυκῶν πού λήγουν σέ –η: Ἐπιστήμη, ἀγάπη, κόρη, νύφη, ἀστραπή, βροχή, ψυχή, φωνή, στιγμή, γῆ κλπ.
Ἡ δευτέρα κλίση οὐσιαστικῶν περιλαμβάνει ὀνόματα καί τῶν τριῶν γενῶν, πού λήγουν τά ἀρσενικά καί θυλικά σέ –ος καί τά οὐδέτερα πού λήγουν σέ –ον. Παραδείγματα ἀρσενικῶν σέ ος: Θάνατος, μάγειρος ἂγγελος, καρκίνος, λύκος, σύζυγος, ἒμπορος, γρῖφος, ζῦθος, σίτος, ποταμός, γεωργός, ὀπαδός κ.ἂ.
Παραδείγματα οὐδετέρων πού λήγουν σέ ον: (Σ᾽αὐτά τό μονοτονικό ἒκοψε τό τελικό ν, κάτι πού εἶχε ἰδιαίτερα ἐνοχλήσει τόν Ὀδυσσέα Ἐλύτη πού ἒλεγε ὃτι θέλει νά βλέπει τό ν, καφενεῖον, καί ἀς μή προφέρεται. Τώρα οἱ λέξεις, ἒχουν μία τρύπα, ἒλεγε): Πιεστήριον, συνέδριον, σχολεῖον, γραφεῖον, ἂροτρον, ὑπόγειον, κύπελλον, πλοῖον, βιβλίονκ.ἂ.
Τέλος ἡ τρίτη κλίση περιλαμβάνει ὀνόματα καί τῶν τριῶν γενῶν, ὃπως καί ἡ δευτέρα κλίση, καί εἶναι ἡ πιό περίπλοκη, ἀφοῦ τά τριτόκλιτα ὀνόματα λήγουν σέ ἓνα ἀπό τά φωνήεντα α, ι, υ, ω ἢ σέ ἓνα ἀπό τά ληκτικά σύμφωνα ν, ρ, ς, ξ καί ψ. Τήν κλίση αὐτή δέν μπόρεσαν νά καταργήσουν οὒτε οἱ ἐμπνευστές τοῦ μονοτονικοῦ, καί ἂν θέλαμε νά ἀναλύσουμε πλήρως τήν σπουδαία αὐτή κλίση, θά βλέπαμε τό μεγάλο κακό πού προκάλεσε ἡ καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ στήν σύγχρονη καθομιλουμένη καί γραφή, ὣστε οἱ σημερινοί Ἓλληνες νά ὁμιλοῦν καί νά γράφουν μία ἂναρχη γλῶσσα, χωρίς νά γνωρίζουν τόν ὀρθό τονισμό τῶν λέξεων οὒτε τήν σωστή ἐκφορά τους οὒτε τήν σημασία τους, κάτι πού ὁδηγεῖ στήν λεξιπενία καί στούς σολοικισμούς. Διότι μπορεῖ ὁ τριτόκλητος πατήρ νά ἒγινε πρωτόκλιτος πατέρας, ἡ μήτηρ μητέρα, ὁ φύλαξ φύλακας καί ὁ Ἂραψ Ἂραβας, ἀλλά στόν πληθυντικό ἐφαρμόζεται ἡ τρίτη κλίση: Πατέρες, μητέρες, φύλακες, Ἂραβες κλπ. Οἱ φωστῆρες τοῦ μονοτονικοῦ δέν μπόρεσαν νά μεταβάλουν οὒτε τριτόκλιτες λέξεις, ὃπως ἂστυ (ἂστεως), μέλι (μέλιτος), ἰσχύς (ἰσχύος), εἰσόδημα (εἰσοδήματος) κ.ἂ. καί τίς ἂφησαν νά κυκλοφοροῦν αὐτόνομα στήν καθημερινή μας ὁμιλία, χωρίς καμμία ἐξήγηση.
Ἐνοχλημένοι λοιπόν ἀπό τήν τρίτη κλίση, ἀλλά καί ἱκανοποιημένοι ἀπό τήν κατάργηση ὃλων τῶν γραμματικῶν κανόνων ὀρθοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων καί ὂχι μόνο, ἂφησαν ἓρμαιο τήν γλῶσσα νά τήν διαμορφώνουν ἐκεῖνοι ἀκριβῶς πού δέν τήν γνωρίζουν, ἐπειδή δέν τήν διδάσκονται, μέ ἀποτέλεσμα νά φθάσουμε στά σημερινά χάλια καί γλωσσικά ἀδιέξοδα. Γιά παράδειγμα, κανείς δέν ἐξηγεῖ γιατί λέμε ἐφημερίδα καί ὂχι ἐπημερίδα, ἐφοπλιστής καί ὂχι ἐποπλιστής, ἐφ᾽ὃπλου λόγχη καί ὂχι ἐπ᾽ὃπλου λόγχη, ἐφήμερος καί ὂχι ἐπήμερος κλπ. Ἒτσι σιγά σιγά ἡ πανάρχαια γλῶσσα μας θά χάση τήν ἐκφραστκότητα πού τῆς χάρισαν οἱ αἰῶνες, ὣσπου νά ἐπιβληθῆ ἡ ΝΕΑ ΟΜΙΛΙΑ, ὃπου οἱ λέξεις θά στεροῦνται τοῦ εὐρυτέρου νοήματός των. Ἒτσι, ἡ λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ θά ὑπάρχη μόνο στίς ἐκφράσεις «εἶμαι ἐλεύθερος γιά ἓνα καφέ», ἢ «ὁ δρόμος εἶναι ἐλεύθερος», ἀλλά δέν θά ὑπάρχει πολιτική ἐλευθερία καί διανοητική ἐλευθερία.








