Μέ ἀφορμή τό γεγονός ὃτι η νέα διεθνής ταινία «Ὀδύσσεια» μέ τούς Ρέϊς Φάϊνς – Ζιλιέτ Μπινός δέν θά γυριστεῖ στήν Ἰθάκη, ἀλλά στήν…Κέρκυρα(!!), ἀξίζει τόν κόπο νά ὑπενθυμίσουμε μερικά ἀπό τά βασικά ἐπιχειρήματα, πού βεβαιώνουν ὃτι ἡ ἀληθινή Ἰθάκη τοῦ Ὁμήρου εἶναι ἡ Λευκάδα καί θά μποροῦσαν ἐκεῖ νά γυρισθοῦν οἱ σκηνές. Διότι, ὃσο κι ἀν ἐπιχειρεῖται συστηματικά ἐπί πολλές δεκαετίες νά ἀποκρυβεῖ ἡ ἀλήθεια, τόσο οἱ ἀρχαιολογικές ἀνασκαφές, ὃσο -κυρίως – τά Ὁμηρικά Ἒπη ἐπιβεβαιώνουν ὃτι ἡ πατρίδα τοῦ Ὀδυσσέα ἦταν ἡ Λευκάδα καί μόνο αὐτή.
Τόν Μάρτιο τοῦ 1900 ὁ Γερμανός ἀρχαιολόγος Γουλιέλμος Ντέρπφελντ, μέ χρηματοδότηση τοῦ Ὁλλανδοῦ Γκαίκοπ καί Πρέουνερ ἒκανε ἀνασκαφές στήν Ἰθάκη γιά τό ἀνάκτορο τοῦ Ὀδυσσέα γύρω ἀπό τό χωριό Σταυρός. Ἒψαξε παντοῦ, ἀκόμη καί στήν λεγομένη Ὁμηρική Σχολή, που οἱ σημερινοί Ἰθακιστές παρουσιάζουν στό διαδίκτυο ὡς τό…ἀνάκτορο τοῦ Ὀδυσσέα. Ὁ Ντέρπφελντ ἀνέσκαψε καί στό όροπέδιο τοῦ Σταυροῦ, πού σήμερα ὀνομάζεται Πηλικάτα. Βρέθηκαν μόνο συντρίμματα ἑλληνικῆς καί νεωτέρα ἀγγειοπλαστικῆς. Ἐκτός τῶν συνήθων παναρχαίων ἀντικειμένων, βρέθηκαν συντρίμματα μέ ζωγραφιές ποικιλωτάτου εἲδους τῆς ΙΙ καί της ΙΙΙ ἑκατονταετίας π.Χ. μέχρι τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς.
Ἀγγεῖα μυκηναϊκά ἢ προϊστορικά πουθενά δέν φάνηκαν, οὒτε καί σέ ἂλλα μέρη. Ὃλοι συνεπέραναν ὃτι στίς πολλές θέσεις, ὃπου ἒγιναν ἀνασκαφές, δέν ἦταν δυνατόν νά ὑπῆρξε ἡ πόλη τῆς Ἰθάκης καί τό ἀνάκτορο τοῦ Ὀδυσσέα.
Ἒτσι διέκοψε τίς ἀνασκαφές στήν Ἰθάκη καί, μέ χρηματοδότηση πάλι τοῦ Γκαίκοπ, διενήργησε ἀνασκαφές μέ τούς Χίμπε, Πρέουνερ καί Κροῦγκερ στήν Λευκάδα, γιά νά ἀποδείξει τελικά ὁ Ντέρπφελντ μέ τό ἀνασκαπτικό του ἒργο ὃτι ἡ ἀληθινή Ἰθάκη τοῦ Ὁμήρου εἶναι ἡ Λευκάδα, καθώς εἶναι μία τῶν τεσσάρων νήσων τοῦ βασιλείου τοῦ Ὀδυσσέα, σύμφωνα μέ τά δεδομένα τοῦ ἒπους τῆς Ὀδύσσειας.
Στήν πεδιάδα τοῦ Νυδρίου καί στόν ἐξαίρετο λιμένα τοῦ Βλυχοῦ βρέθηκε σέ ἀφθονία τό κατάλληλο ἀρχαιολογικό ὑλικό καί λείψανα ἐκτεταμένης προδωρικῆς πόλεως, τῆς ὁποίας ἡ θέση πρός τά δεδομένα τοῦ ἒπους συμφωνεῖ. Πάνω ἀπό τήν ἐποίκηση αὐτή πηγάζουν ἀκόμη καί σήμερα ἐπί τοῦ ὂρους δύο καλές πηγές. Τό νερό τῆς μιᾶς, ὃπως ἀποδείχτηκε μέ ἀνασκαφές, ἒφθανε μέ πανάρχαιες πήλινες σωληνώσεις στήν πεδιάδα καί τροφοδοτοῦσε τήν πρό τῆς πόλεως τῆς Ἰθάκης κειμένη κρήνη (Ὀδ. ρ 204 ἓως 211).
Ἡ ἂλλη ἐκαλεῖτο ἀκόμη καί στήν ἐποχή τοῦ Ντέρπφελντ, Μαυρονέρι καί εἶναι ἡ πηγή Μελάνυδρος, ἀπό ὃπου ὑδρευόταν τό ἀνάκτορο τοῦ Ὀδυσσέα (Ὀδ. υ 158). Ἐξυπακούεται ὃτι ἡ κρήνη ἐτροφοδοτεῖτο ἀπό τίς πηγές τοῦ ποταμοῦ Δημοσάρι, πού σήμερα ὀνομάζονται Καταρράκτες. Αὐτό προκύπτει ἀπό τόν στίχο ἀν δ᾽ Ἀγαμέμνων ἳστατο δάκρυ χέων ὡς τέ κρήνη μελάνυδρος ἣ κατ᾽αἰγίλιπος πέτρης χαίει δνοφερόν ὓδωρ (= σηκώθηκε ὁ Ἀγαμέμνων χύνοντας δάκρυ ὃπως ἀπό κρήνη μέ μελανόν ὓδωρ, πού ἀπό ἀπόκρημνη πέτρα χύνει σκοτεινό νερό). Ὁ στίχος αὐτός βρίσκεται τόσο στήν Ὀδύσσεια (υ 158), ὃσο καί στήν Ἰλιάδα (Ἰλ. Ι, 15). Ἡ εὑρεθεῖσα ἀποικία μέ πολυάριθμα προϊστορικά, μυκηναϊκά καί κρητικά λείψανα κεῖται κάτω ἀπό παχύ χαλικῶδες στρῶμα βάθους μέχρι 5 μέτρων. Καί ἐπειδή ὁ Ὃμηρος πεπαίδευκεν τήν οἰκουμένην, ἒχει ἐκπαιδεύσει ἰδιαίτερα καί τήν φυλή τῶν Ἑλλήνων ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Ἲσως γι᾽αὐτό νά λέμε σήμερα τήν ἒκφραση κλαίω μέ μαῦρο δάκρυ, σέ ἀνάμνηση τῆς μελανύδρου πού χύνει μαῦρο νερό. Δέν εἶναι τυχαῖο μάλιστα ὃτι ὁ Ντἐρπφελντ, πού ἦταν δεινός γνώστης τῆς ἀρχαίας καί τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσας, ὃταν ἂκουσε πρίν ἀπό 150 χρόνια τούς χωρικούς τῆς Παλαιοκατούνας νά ὀνομάζουν Μαυρονέρι τήν κρήνη, νόμιζε ὃτι οἱ χωρικοί αὐτοί ἢθελαν νά τόν παραπληροφορήσουν, διότι ἡ λέξη Μαυρονέρι εἶναι πιστή μετάφραση τῆς μελανύδρου. Ἡ ἒκπληξή του ὃμως ἦταν μεγάλη ὃταν διαπίστωσε ὃτι ἡ λέξη Μαυρονέρι εἶχε ἡλικία 500 ἐτῶν.
Καί τό πιό παρἀδοξο εἶναι τοῦτο: Ἐπειδή στό Θιάκι (τήν Σάμη τοῦ Ὁμήρου) θέλουν νά ἀναγνωρίσουν μέ τό στανιό, δεδομένα τοῦ ἒπους κατ᾽εἰκασἰα μέ…μεταομηρικές ἀναβαπτίσεις, παρουσιάζουν στούς ἀνίδεους ξένους τουρίστες πινακίδες μέ τήν λέξη Μελάνυθρος ἀντί Μελάνυδρος, ἐρχόμενοι σέ πλήρη άντίθεση μέ τό ἀρχαῖο κείμενο τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν. Ἀκόμη καί ὁ Ι. Πανταζίδης στό Ὁμηρικό Λεξικό του παρατηρεῖ: Περιεργείας χάριν σημειωτέον ὃτι ὀνομάζεται σήμερον ἐν Ἰθάκη κρήνη τίς Μελάνυθρος, βεβαίως έκ τοῦ ὁμηρικοῦ ἐπιθέτου, ὡς κυρίου ὀνόματος ἐκληφθέντος κατά τροπήν τοῦ δ εἰς θ, ὡς ἐν τῆ λέξει θόλος=δόλος, Φιλιστ.. Γ´. σ. 430.
Ἀλλά ὁ Ὃμηρος ὡς θόλον ἀποκαλεῖ τό θολωτό οἰκοδὀμημα μεταξύ οἰκίας καί αὐλῆς τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ὀδυσσέα καί ὂχι δόλον. Ἐντάσσεται καί ἡ ἐτυμολογία αὐτή στό πλαίσιο τῆς προσπάθειας τῶν Ἰθακιστῶν νά διεκδικοῦν ἐπ᾽ἀόριστον τό εὐκλεές ὂνομα τῆς πατρίδας τοῦ Ὀδυσσέα, τροποποιοῦντες κατά τό δοκοῦν τά δεδομένα τοῦ ἒπους μέ μεταομηρικές ἀναβαπτίσεις. Τώρα, ἂν στήν ὑποδεικνυομένη αὐτή θέση στήν Ἰθάκη ἦταν ἡ μελάνυδρος ὃπως τήν περιγράψαμε λεπτομερῶς, αὐτό εἶναι μία ἂλλη ἱστορία. Νά μερικά ἐρωτήματα: Στόν ὑποδεικνυόμενο λεῖο βράχο πού βρισκόταν ὁ βωμός τῶν νυμφῶν, πῶς σκαρφάλωναν ἐκεῖ οἱ ὁδίται (οἱ περαστικοί) γιά νά προσευχηθοῦν. Θά μπορούσαν νά γλυστρήσουν καί νά γκρεμοτσακιστοῦν. Γιατί οἱ Ἰθακήσιοι θά ἒπρεπε νά ἀνρριχῶνται στούς βράχους γιά νά ὑδρευθοῦν καί νά μή συλλέγουν τό νερό στούς πρόποδες τοῦ λόφου; Πῶς ἦταν δυνατόν στόν χῶρο αὐτό νά ὑπάρχει ἂλσος μέ ὑδατοτρεφεῖς λεῦκες ὃπως περιγράφει ὁ Ὃμηρος, ὃταν ἒδαφος τέτοιας συστάσεως δέν προσφέρεται; Καί ποῦ ἂραγε ὑπάρχουν δείγματα τυκτοῦ ἀρδευτικοῦ ἒργου μεγάλης σπουδαιότητος γιά τήν ἐποχή τῶν Ἀχαιῶν;
ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ
Τέλος νά ἀναφέρομε καί τά ἑξῆς:
Τέσσερις φορές στήν Ὀδύσσεια ἀναφέρεται ὃτι στήν ἀληθινή Ἰθάκη μπορεῖ κανείς νά μεταβεῖ καί πεζός. Ὁ ἀκαταμάχητος στίχος ἀναφέρει τά ἑξῆς: οὐ μέν γαρ τί σέ πεζόν οΐομαι ἐνθάδ᾽ ἱκέσθαι (Ὀδ. α 173, ξ 190, π 59 καί π 224).
Ἀπαντήσεις βέβαια σέ ὃλα αὐτά τά ἐρωτήματα δέν θά ὑπάρξουν. Ἀλλά…κρεῖττον σιγᾶν.
Γιατί ὃλες οἱ ἀπαντήσεις βρίσκονται στά ἀνεπανάληπτα ὁμηρικά ἒπη.







Σε απάντηση του ανωτέρω κειμένου θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι υπάρχει, εδώ και χρόνια, (2005), μία έρευνα του Robert Bittlestone, Βρετανού επιχειρηματία, ο οποίος υποστηρίζει στο βιβλίο του “Odysseus Unbound”, στα Ελληνικά “Οδυσσέας Λυόμενος” ότι η χερσόνησος της Παλικής στη σημερινή Κεφαλονιά είναι η Ομηρική Ιθάκη. Μάλιστα έκανε και γεωλογική έρευνα προκειμένου να υποστηρίξει τη θεωρεία ότι στα ομηρικά χρόνια ήταν ανεξάρτητη από τη Κεφαλονιά και χωρίζονταν στην ύστερη Μυκηναϊκή εποχή, με ένα θαλάσσιο δίαυλο από το κυρίως κομμάτι του νησιού και το οποίο θα μπορούσε να έχει σκεπαστεί στη συνέχεια από κατολισθήσεις ως αποτέλεσμα σεισμών και άλλων μεγάλων τεκτονικών γεγονότων, μετατρέποντας το νησί στη χερσόνησο που βλέπουμε σήμερα. Τα επιχειρήματα του είναι κυρίως δύο, το γεγονός ότι ο Όμηρος αναφέρει την Ιθάκη ως το δυτικότερο νησί των Επτανήσων, ενώ ο Στράβων αναφέρεται σε ένα στενό, χαμηλού υψομέτρου ισθμό, που χώριζε την Παλική από την Κεφαλονιά, το οποίο είχε πάψει ήδη να είναι πλωτό πέρασμα και μόνο σε φουσκοθαλασσιές το νερό μπορεί να περνούσε από τη μια πλευρά στην άλλη.