Η πολύκροτη ιστορία με την «υπερ-γενναιόδωρη» πρόταση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι για τους ουκρανικούς φυσικούς πόρους αναμενόμενα τράβηξε την προσοχή όλων, αλλά τα πραγματικά κίνητρα και τα σχέδια του Αμερικανού προέδρου σε αυτόν τον τομέα παρέμειναν μυστήριο για τους περισσότερους αναλυτές, παρόλο που η λύση του βρισκόταν μπροστά στα μάτια τους.
Λίγοι πρόσεξαν ότι το μεγαλύτερο μέρος του 55σέλιδου σχεδίου συμφωνίας που «διέρρευσε» δεν αφορούσε τα υπόγεια κοιτάσματα της Ουκρανίας, τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, είναι σχεδόν ανύπαρκτα, αλλά το τι βρίσκεται πάνω από αυτά —δηλαδή το σύστημα αγωγών φυσικού αερίου και τις συναφείς υποδομές.
Στο προσχέδιο της συμφωνίας αναφέρεται ανοιχτά ότι ο Τραμπ θέλει πρωτίστως να ελέγχει στην Ουκρανία «τους αγωγούς και άλλες μεταφορικές υποδομές» και να εισπράττει αδιάκοπα έσοδα από αυτά.
Αλλά τίθεται το ερώτημα: Πώς να πάρεις ενοίκιο από έναν άδειο αγωγό; Η απάντηση είναι απλή: πρώτα πρέπει να τον γεμίσεις με κάτι.
Ο μόνος τρόπος για να γεμίσει ο (ουκρανικός) αγωγός με κάτι πολύτιμο είναι να συνδεθεί ξανά στη μία άκρη με τη Ρωσία και στην άλλη με την Ευρώπη.
Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, εκπρόσωποι του Τραμπ διεξάγουν αυτή τη στιγμή έντονες συνομιλίες με την Ευρώπη, η οποία, εν μέσω του αντιρωσικού της μένους, συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι έχει απογαλακτιστεί οριστικά από το ρωσικό αέριο. Στις διαπραγματεύσεις δεν συζητείται μόνο η επαναφορά της διέλευσης φυσικού αερίου μέσω της Ουκρανίας —που πλέον ελέγχεται από τις ΗΠΑ— αλλά και η επανέναρξη του θαλάσσιου αγωγού «Nord Stream 2». Σύμφωνα με την εφημερίδα Bild, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Ρίτσαρντ Γκρένελ, διεξάγει συνομιλίες για την επανέναρξη του αγωγού απευθείας στα κεντρικά γραφεία της Nord Stream 2 AG στην Ελβετία.
Αυτό το σημείο γέννησε σοβαρές αμφιβολίες στα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης. Η βρετανική εφημερίδα The Telegraph δημοσίευσε άρθρο στο οποίο εκφράζει την υποψία ότι οι ισχυρισμοί των Αμερικανών πως «ο Πούτιν δεν θα τολμήσει να επιτεθεί στο ουκρανικό σύστημα φυσικού αερίου αν εκεί υπάρχει αμερικανικό εμπορικό ενδιαφέρον» δεν σχετίζονται καθόλου με την προστασία της Ουκρανίας, αλλά με τη δημιουργία μιας νέας κοινοπραξίας μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ.
Οι Ευρωπαίοι μας φίλοι θα πρέπει να αποδεχτούν και να συγχωρήσουν πολλά ακόμα ενδιαφέροντα πράγματα: ότι ήδη διεξάγονται ρωσο-αμερικανικές συνομιλίες για τα σπάνια μέταλλα, στα οποία η Ρωσία κατατάσσεται τέταρτη παγκοσμίως· ότι συζητείται η κοινή εκμετάλλευση των αρκτικών πόρων και η επιστροφή των αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών εκεί· ότι είναι πολύ πιθανή η παραχώρηση αμερικανικών συμβάσεων εκμετάλλευσης στον Βόρειο Θαλάσσιο Δρόμο· και ότι έχει ήδη ξεκινήσει η συνεργασία για την ευρύτερη εξαγωγή ρωσικών τροφίμων και λιπασμάτων στην παγκόσμια αγορά.
Ο Τραμπ είναι βέβαιος ότι έχει επινοήσει μια εξαιρετικά έξυπνη συμφωνία και κάνει ό,τι μπορεί για να την υλοποιήσει. Και δεν πρέπει να αποθαρρυνθεί.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, χωρίς να κάνει καν τον κόπο να σηκωθεί από τη θέση της, κατάφερε με μαεστρία να μετατρέψει τον βασικό της γεωπολιτικό αντίπαλο —και σχεδόν εχθρό— σε έναν υπερ-δραστήριο μεσάζοντα, ο οποίος, για ένα μερίδιο της πίτας, θα ανατρέψει όποια κυβέρνηση αρνηθεί να δεχτεί τα ρωσικά «δώρα» με ανοιχτή αγκαλιά.
Όσοι αναρωτιούνται μήπως πρόκειται για «μαζική εκποίηση» της πατρίδας, μπορούν να μάθουν εμπιστευτικά ότι η διαμεσολάβηση του Τραμπ, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, θα μπορούσε να προσθέσει έως και δέκα δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως στον ρωσικό προϋπολογισμό, μόνο από το πετρέλαιο (ακόμα και λαμβάνοντας υπόψη το αμερικανικό μερίδιο). Οι λόγοι είναι απλοί και κυνικοί: στην Ευρώπη, για παράδειγμα, ο Τραμπ θα πουλήσει με μεγάλη χαρά το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο στη μέγιστη τιμή, ενώ η Ρωσία θα εξοικονομήσει σημαντικά ποσά από τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης και πρόσβασης σε φθηνή χρηματοδότηση.
Για δεκαετίες, η Ρωσία έχτιζε εμπορικά αντιπροσωπεία σε διάφορες χώρες, επενδύοντας τεράστιους πόρους. Τώρα, οι επιπλέον εμπορικοί αντιπρόσωποί της θα μπορούσαν να είναι οι πρεσβείες των ΗΠΑ σε κάθε χώρα —και αυτό χωρίς να της κοστίσει ούτε μια δεκάρα.
Μπορεί να προκύψει το ερώτημα: Τι θα γίνει με τη στρατηγική συνεργασία της Ρωσίας με τους εταίρους της στους BRICS, ιδίως την Ινδία και την Κίνα; Μήπως προδίδει τον στόχο της για έναν πολυπολικό κόσμο;
Όχι, όλα θα είναι διαφανή και αμοιβαία επωφελή. Η Ρωσία θα τηρήσει όλες τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις της. Οι εταίροι της θα πρέπει να ενδιαφέρονται για μια ισχυρή Ρωσία, η οποία θα ενισχυθεί μέσω συνεργασιών με όσους περάσουν το «φίλτρο».
Ο ίδιος ο Κινέζος πρωθυπουργός Χε Λιφέν δήλωσε πρόσφατα ότι η Κίνα θα συνεχίσει να προσελκύει Αμερικανούς επενδυτές και επιχειρηματίες, ενώ τόνισε ότι θα βελτιώσει το επενδυτικό περιβάλλον της.
Όσο για την πολυπολικότητα, αυτή λειτουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις και δεν επιτρέπει σε κανέναν να αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα.
Και αν ένας πιθανός πυρηνικός πόλεμος μετατραπεί σε διαπραγμάτευση για το ποσοστό της προμήθειας, τότε μιλάμε για λαμπρή διπλωματία και μια εξαιρετική συμφωνία — που ακόμα και ο Τραμπ θα ζήλευε.
Κύριλλος Στρέλνικοφ






