Στο βιβλίο “Πραξεις Αποστόλων Κεφ. Α , 8” διαβάζουμε ότι την Πεντηκοστή έγινε η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, οι οποίοι και ενεπλήσθησαν με πλήθος χαρισμάτων , όπως ρητορική δεινότητα, δύναμη ιάσεως από σωματικές και ψυχικές ασθένειες και άλλα.
Τότε πλήρης θείας Χάριτος ο Πέτρος έκανε τις δύο ομιλίες του προς τους συγκεντρωθέντες στα Ιεροσόλυμα από όλα τα μέρη Εβραίους, οι οποίο ήταν εκεί, γιατί ήταν ημέρα εορτής των. Με την δύναμη των ομιλιών του η Εκκλησία του Χριστού απέκτησε 7000 πιστούς, οι οποίοι εβαπτίσθησαν.
Η πρώτη αυτή κοινότητα πιστών αυτοχαρακτηρίστηκε “εκκλησία”(Πραξ. Αποστόλων. Κεφ. Β 47). Υιοθέτησαν τότε οι πρώτοι Χριστιανοί, ΑΥΤΟΝΟΜΑ, έναν νέο τρόπο σχέσεων κοινωνίας, ύπαρξης και συνύπαρξης, που οδηγεί στην δυνατότητα να βιώνεται η ζωή των μόνο ως αγάπη( Κορ. Επιστ. Α΄κεφ. Ι στ. 17) και επέλεξαν την λέξη Εκκλησία για να προσδιορίσουν λεκτικά την ιδιαίτερη αυτή κοινωνία που συναποτελούσαν.
Το καινούργιο στη λειτουργικότητα της Εκκλησίας, σε σχέσει με εκείνη της αρχαίας Αθήνας, ήταν τα στοιχεία της ισότητας της αδελφότητας, της κοινοκτημοσύνης και της διακονίας. Αυτά την διαφοροποιούσαν και από τις υπάρχουσες θεσμικές οργανώσεις των τότε κοινωνιών, όπως κατ΄εξοχήν ήταν ο πολιτικός θεσμός της αυτοκρατορίας.
Στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων αναδύθηκε νοοτροπία αγάπης και οι συλλογικές αποφάσεις σ΄αυτήν λαμβάνονταν “ομοθυμαδόν” δηλαδή με θεσμό καινοφανή. (Πραξ. Κεφ. Δ΄ στ. 24). Τα στοιχεία της ισότητας και της αδελφότητας, ως απτές πραγματικότητες γίνονταν ιδιαίτερα φανερά στην πρώτη χριστιανική οργάνωσης της κοινωνίας κατά την άσκηση του θεσμού της διακονίας.
Ποια όμως είναι η έννοια της διακονίας;
Νομίζω ότι ορθά αντιλαμβανόμαστε την ανωτέρω έννοια, όταν την διακονία, την ορίσουμε ως την προσφορά βοήθειας, υπηρεσίας, εξυπηρέτησης και φιλανθρωπικής μέριμνας προς τους συνανθρώπους μας, που ξεπηδά με προθυμία από αγάπη, την οποία βιώνουμε, ως τον τρόπο της υπάρξεώς μας.
Ο Κύριος μας την προσδιόρισε και καταγράφθηκε από τους Ευαγγελιστές στα Ευαγγέλια ως την αντίθετη της έννοιας εξουσία (Μαρκ. Κεφ. 10 42-44 και Λουκ. Κεφ. 22 25-26).
Εξουσία είναι θεσμοθετημένη δύναμη εξαναγκασμού (βίαιου ή ηθικού), ασκουμένη επί των μελών μιας κοινωνίας, προς επιβολή συγκεκριμένης συμπεριφοράς των, στην κοινωνία όπου ζουν.
Για τους Χριστιανούς “ηγούμενος” είναι “ο διακονών” , “μέγας” είναι ο “διάκονος”, “πρώτος” είναι ο “δούλος” και “μείζων” είναι ο “νεώτερος”.
Η διακονία στην Εκκλησία είναι θεσμός που αναδύθηκε ως προέκταση του έργου και της ζωής του Χριστού και των Αποστόλων .
Η διαστροφή της διακονίας σε εξουσία είναι αίρεση. (Χρ. Γιανναρά “Ενάντια στη θρησκεία” σελ.82)
Επομένως η διακονία και γενικά ο τρόπος της επίγειας ζωής του Χριστού και των Αποστόλων, ήταν για και εξακολουθεί να είναι για όλους τους Χριστιανούς οδοδείκτης στην όλη δράση μας (πραξ. Αποστ. Κεφ. ΙΔ στ. 23 & Κεφ. ΙΕ στ. 2, 4, 6).
Αναπόφευκτα η αντίληψη αυτή της διακονίας οδηγεί και στην ισοτιμία όλων των Επισκόπων, που ήταν κοινή πεποίθηση όλων των χριστιανών μέχρι περίπου το τέλος του 2ου μ.Χ. αιώνα.
Οι κατά τόπους Εκκλησίες αυτοδιοικούντο και συνεδέοντο μεταξύ τους με τους δεσμούς της κοινής πίστεως και της αλληλοβοήθειας. Ήταν τότε οι ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΖΩΣΕΣ, ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΕΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΕΣ.
Η συγκρότηση Χριστιανικών εκκλησιών γίνεται με θαυμαστή ταχύτητα σε όλη την Αυτοκρατορία φτάνοντας στο 61 μ.Χ. έχουμε ως και Κελτική Εκκλησία.
Οι πρώτοι Χριστιανοί προσήρχοντο με ενθουσιασμό “πολλή χαρά” να βαπτιστούν και να γίνουν μέλη της Εκκλησίας. Στη συνέχεια, έπερναν τον λόγο του Ευαγγελίου στα χέρια τους και τον κάνανε πράξη της ζωής τους. Οργάνωσαν την νέα τους ζωή στην Εκκλησία, με νέες κοινωνικές σχέσεις εισάγοντας την κοινοκτημοσύνη ως θεσμό της. Όλοι οι πιστοί ήτανε σαν μία οικογένεια .” “Όλο το πλήθος των πιστών είχανε μια ψυχή και μια καρδιά και κανένας δεν έλεγε πως κάτι από τα υπάρχοντά του είναι ατομική του ιδιοκτησία αλλά τα είχανε όλα μαζί κοινά. … και σε όλους ήταν απλωμένη πλούσια η χάρη του Θεού. Κανένας φτωχός δεν υπήρχε ανάμεσά τους”. “Και δίνανε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”. (πραξ. Αποστ. Κεφ. Δ στ. 32 έως και 35). Διαπιστώνουμε για την λειτουργία της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στον χώρο της Οικονομίας ότι αυτή εξελίσσετο στο τμήμα της διανομής των αγαθών και υπηρεσιών και δεν εκτείνεται στον τομέα της παραγωγής των. Αυτό δεν ήταν άλλωστε νομικά εφικτό στα πλαίσια των θεσμών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Παρακάμτωντας όμως την υφιστάμενη νομοθεσία συμπεριφέρονταν οι ανήκοντες νομικά στους ελευθέρους προς τους ανήκοντες νομικά στην κατηγορία των δούλων ως σε αδελφούς (Αποστ. Παύλου Επιστολή προς Φιλήμανα στ.15 έως και 17).
Όταν άρχισαν οι διωγμοί εναντίον της πρώτης Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, τότε υλοποιήθηκε η ενδοεκκλησιαστική αλληλεγγύη με συνεισφορές “λογίες” μεγάλης κλίμακας, που διοργάνωσε ο Απόστολος Παύλος από τις Ελλαδικές κυρίως Εκκλησίες. Συνιστούσε σε κάθε πιστό, κάθε πρώτη ημέρα της Εβδομάδος, ο καθένας τους να βάζει κάτι στην άκρη, ανάλογα με το εισόδημά του που θα αποστέλλονταν στους διωκόμενους Χριστιανούς (Πράξεις των Αποστόλων Κεφ. ΙΑ στ. 28-30 και Προς Κορινθίους Α΄ επιστολή Παύλου κεφ. 16, στ. 1-4). Βέβαια οι αποφάσεις των Εκκλησιών με την εμφάνιση της αίρεσης των γνωστικών και άλλων αντιξοοτήτων δεν ήταν εφικτό πλέον να λαμβάνονταν “ομοθυμαδόν”. Το πρώιμο αυτό αποστολικό πρότυπο αυτοδιοίκησης, με την πάροδο του χρόνου ξεθώριαζε, ιδίως όταν διχογνωμίες άρχισαν να σκιάζουν την λειτουργία των Εκκλησιών.
Την κοινοκτημοσύνη οι πρώτοι Χριστιανοί την διατήρησαν μέχρι τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα, όπως μας βεβαιώνουν ο Ομολογητής και μάρτυρας φιλόσοφος Ιουστίνος (Απολογία Α΄xiv. 2) και ο Ομολογητής Τερτυλλιανός (Apologeticus 39.11). Η κοινοκτημοσύνη όμως δεν έμελλε να διαρκέσει περαιτέρω και υποκαταστάθηκε με την ελημοσύνη. Η άνθησή της ως θεσμός υπήρξε αντιστρόφως ανάλογη της αριθμητικής αύξησης των Χριστιανών. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσαν σημαντικά τα γεγονότα των διωγμών κατά της Εκκλησίας και η κοινωνική αναστάτωση που επήρχετο από τα μέσα του 3ου μ.χ. αιώνα με τις επιδρομές των βαρβάρων εντός της Αυτοκρατορίας. (βλέπε “Οι Βάρβαροι της Ευρώπης” Edward James μεταφ. Πανεπ.εκδόσεις Κρήτης σελ.64-67).
Οι πρώτοι χριστιανοί επεδείκνυαν την πίστη τους μέσω των αρετών τους . Είχαν κοινωνική συμπεριφορά σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου .
Αυτή φαινόταν και στην υπόλοιπη κοινωνία της Αυτοκρατορίας μέσα από την φροντίδα για τους φτωχούς, τις χείρες , τα ορφανά, τους ανίκανους για εργασία,τους αρρώστους, την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και της προτροπής σε όσους γίνονταν πιστοί να απελευθερώσουν τους δούλους τους. Βέβαια ο θεσμός της δουλείας ως κρατικός θεσμός παρέμενε ισχυρός στην όλη τότε κοινωνία.
Είχαν ήθος εναρμονισμένο με την πίστη τους και έντονη την επιθυμία προστασίας του καλού ονόματος της Εκκλησίας στην οποία ανήκαν. Υπερασπίζονταν λεκτικά την πίστη τους έναντι των καθιερωμένων παγανιστικών θρησκειών και απεχθάνοντο τις “εθνικές λατρείες”. Η παραμικρή ένδειξη ανοχής προς αυτές, θεωρούνταν εκδήλωση λατρείας προς τον διάβολο. Δεν συμμετείχαν σε τέλεση δημοσίων επισήμων τελετών και θεαμάτων όπως θυριομαχίες και μονομαχίες. Δεν πήγαιναν σε ιππόδρομο και θέατρο ή καύσεις νεκρών. Απέρριπταν ως αμαρτία, την θεσμοθετημένη στο ρωμαϊκό δίκαιο, εγκατάλειψη ή πώληση παιδιών . Την Αυτοκρατορία την παρομοίαζαν με την “Βαβυλώνα”(Αποκάλυψη Ιωάννη ΚΕΦ. ΙΔ 8) και συνεπείς με την χριστιανική πίστοι των αρνούνταν να συμμετάσχουν στην άσκηση της κρατικής εξουσίας ως όργανα της Αυτοκρατορίας και στις λεγεώνες της. Αποδέχονταν τους κρατικούς θεσμούς, εάν αυτοί δεν έρχονταν σε αντίθεση με τις εντολές του Ευαγγελίου. “τράπεζαν κοινὴν παρατίθενται, ἀλλ᾽ οὐ κοίτην….. Πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους.” (Προς Διόγνητον επιστολή V, 10).
Αντίθετα με τις διατάξεις του Ρωμαϊκού δικαίου περί ατομικής κυριότητας και ιδιοκτησίας επί των πραγμάτων, δέχοντο ότι Κύριος είναι μόνο ο Θεός και “ο μεν γαρ έχων κτήματα και χρυσόν και άργυρον και οικίας ως θεού δωρεάς…..και ειδώς ότι ταύτα κέκτηται δια τους αδελφούς μάλλον ή εαυτόν…” (Κλήμης Αλεξανδρεύς) Με αυτά τα αγνά ήθη και συμπεριφορά οι Χριστιανοί ευρίσκονται εις οξύτατη αντίθεση προς την ανηθικότητα τού τότε “εθνικού κόσμου”. Αι Χριστιανικές Εκκλησίες ομοίαζαν με νησίδες στο μέσον θυελλώδους και τρικυμισμένης θάλασσας. Με τα εξής λόγια περιγράφει ο μάρτυρας και φιλόσοφος Ιουστίνος στην Α΄Απολογία του την ηθικήν εξαθλίωσιν του τότε ειδωλολατρικού κόσμου τής εποχής του: “πρώτον μεν ότι τους πάντας σχεδόν ορώμεν επί πορνεία προάγοντας, ου μόνον τας κόρας αλλά και τους άρσενας, και ον τρόπον λέγονται οι παλαιοί αγέλας βοών ή αιγών ή προβάτων τρέφειν ή ίππων φορβάδων, ούτω νυν παίδας
εις το αισχρώς χρήσθαι μόνον και ομοίως θηλειών και ανδρογύνων και αρρητοποιών πλήθος κατά παν έθνος επί τούτου του άγους έστηκε· και τούτων μισθούς και εισφοράς, και τέλη λαμβάνετε δέον εκκόψαι από της ημετέρας οικουμενης και των τούτοις χρωμένων τις προς τη αθέω και ασεβεί και ακρατεί μίξει, ει τύχοι, τεκνω ή συγγενεί ή αδελφώ μίγνυται· οι δε τα εαυτών τέκνα και τας ομοζύγους προαγωγεύονται, και φανερώς εις κιναιδίαν αποκόπτονταί τινες και εις μητέρα θεών τα μυστήρια αναφέρουσιν…» (Απολ. Α. 27, 1-4. Β.Ε.Π. 3, 175).
Όμως από τα μέσα του 3ου και κυρίως τον 4ο μ.Χ. αιώνα την εμπειρία μετοχής στις σχέσεις αγάπης στο «σώμα» ζωντανής Εκκλησίας την έχει υποκαταστήσει ο ατομοκεντρικός στόχος της ατομικής σωτηρίας με ατομικά έργα φιλανθρωπίας. Έτσι αρχίζει μια έκπτωση των ηθών των χριστιανών.
Το γεγονός αυτό της έναρξης έκπτωσης των ηθών επιβεβαιώνεται από τον Πατέρα της Εκκλησίας Κυπριανό Επίσκοπος Καρχηδόνας από το 248 έως το 258 μ.Χ., ο οποίος στο “Περί της ενότητος της Καθολικής Εκκλησίας” σημειώνει: “Παρ΄ ημίν αληθώς η ομόνοια ελαττούται κατά τοσούτον καθ΄όσον η αφθονία αγάπης φθίνει”. Συγκρίνοντας το ήθος των πιστών της εποχής του με εκείνο των πρώτων Χριστιανών με αγωνία σημειώνει .“Τότε επώλουν τας οικίας και τα κτήματα αυτών και καταθέτοντες δι΄εαυτούς θησαυρούς εν Ουρανοίς προσέφεραν στους Αποστόλους το τίμημα αυτών προς χρήσιν των πτωχών. Τώρα όμως ουδέ το δέκατον της πατρικής ημών κληρονομίας δίδομεν. Και ενώ ο Κύριος παραγγέλει εις ημάς ίνα πωλώμεν , ημείς μάλλον αγοράζομεν και αυξάνομεν τον πλούτον ημών”.
Ιωάννινα 26-11-2023
πτυχιούχος Π.Α.Σ.Π.Ε.
Συνταξιούχος Δημοσίου
πρώην Τμηματάρχης του πρώην Υπουργείου Γεωργίας








