“… Νοσταλγοί της χούντας” (άραγε ποιάς χούντας, της άλλοτε στρατιωτικής ή της σημερινής οικονομικής;), κατά γίγαντα υπουργό με μυαλό νάνου, είναι οι Έλληνες, που διαδήλωσαν κατά της επερχόμενης εθνικής προδοσίας για την εκχώρηση της Μακεδονίας στους Σλαβοαλβανούς αθίγγανους των Βαλκανίων στο γυφτοπάζαρο της εξουσίας.
Πόσο άβολο μου φαίνεται να στέκομαι απέναντι στα ανοήμονα κακοήθη πολιτικά μορφώματα, κρατώντας στη δεξιά μου μια φράση του Όμηρου “ὡς οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος οὐδὲ τοκήων γίνεται” και στην αριστερά μου μια του Σεφέρη “νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό”!
Αλήθεια, ποιός Έλληνας, που ζει σήμερα στον τόπο του, δεν νοσταλγεί την Ελλάδα, που χάθηκε στο βόθρο των κοπρολυμάτων της Ευρώπης;
ΥΓ
Οφείλω να ζητήσω την ταπεινή συγγνώμη μου από τον Όμηρο και τον Σεφέρη, που χρησιμοποιώ μάταια το όνομά τους στον πολιτικό σκουπιδότοπο, κατά το Βιβλικό: “οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίω”, αφού τόσο ο Όμηρος, όσο και ο Σεφέρης είναι δύο κοσμικές θεότητες του Ελληνισμού, που τον στηρίζουν ως δωρικοί κίονες ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία, σαν τη δωρική φυλή των Μακεδνών του Ηρόδοτου ή τη μακεδνή (ψηλή) λεύκα, ουράνια, κατά τον Ησύχιο, του Όμηρου.
ΔΑ








