(ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ)
“Un fonctionnaire quelconque, un ministre, un directeur de théâtre ou de journal, peuvent être quelquefois des êtres estimables; mais ils ne sont jamais divins. Ce sont des personnes sans personnalité, des êtres sans originalité, nés pour la fonction, c’est-à-dire pour la domesticité publique” (Charles Baudelaire: Mon coeur mis à nu)
(Καθένας δημόσιος λειτουργός, ένας υπουργός, ένας διευθυντής θεάτρου ή εφημερίδας μπορεί να είναι μερικές φορές όντα με εκτίμηση, αλλά ποτέ δεν είναι αξιοσέβαστα. Είναι πρόσωπα χωρίς προσωπικότητα, όντα χωρίς πρωτοτυπία, γεννημένα να λειτουργούν, δηλαδή, για τη δημόσια οικογένεια – σαν δημόσιοι υπάλληλοι).
Το απόσπασμα του Charles Baudelaire, ενός εκ των “καταραμένων ποιητών” (les poètes maudits) είναι από το έργο του “Mon coeur mis à nu” (Καρδιά μου ξεγυμνωμένη), σαν να είναι γραμμένο για τη ξεγυμνωμένη χώρα των καταραμένων πολιτών, τη χώρα μας.
Η σύλληψη του σχολίου αυτού ήταν αστραπιαία, κάτι σαν νυχτερινό (nocturnal) ανεμοστρόβολο ανεμογκάστρι, με το που φύσηξε ο κοπανιστός αέρας της ελπίδας του ανασχηματισμού, αλλά η έλλειψη κινητής διαδικτυακής επικοινωνίας, λόγω της επιτυχίας του προγράμματος των “μεταρρυθμίσων”, που έκανε τη σύνταξή μου από ασφαλιστικό δικαίωμα προνοιακό βοήθημα ανίσχυρο να υποστηρίξει τέτοια διαδικτυακή πολυτέλεια, μου οδήγησε ξημερώνοντας στην αναζήτηση κοινόβιας σταθερής επικοινωνίας για την προώθησή του, που προς στιγμή, περιμένοντας να ανοίξει το καφενείο για να στηριχθώ στο σταθερό του διαδίκτυο, άρχισα να επαίρομαι σαν τον Αρχιμήδη “δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω”.
Βγήκαν, λοιπόν, στα τηλεοπτικά κλουβιά του πολιτικού τσίρκου οι γερμανοπίθηκοι και οι βρυξελλοπαπαγάλοι να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα ενός ακόμα ανασχηματισμού – ξεπλύματος μαύρου πολιτικού κρίματος, με τον Πόντιο Πιλάτο, όπως συμβαίνει κάθε φορά με τον εκάστοτε κατά φαντασία πρωθυπουργό, πάντα στη θέση του, να νίπτει τα χέρια του στο bidet* της Merkel.
Αλλά, ευτυχώς, μίλησε προφητικά γι’ αυτόν, όχι το bidet, αλλά τον ανασχηματισμό, πριν από ενάμισι αιώνα ο Abraham Lincoln και έμεινε ως διδακτική παροιμία η φράση:
“Don’t change horses in midstream”
(Μην αλλάζεις άλογα μεσοπόταμα)
Βέβαια, ο Lincoln δεν έλαβε υπόψη του, ότι στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις δεν βρίσκονται μεσοπόταμα, αλλά μεσοπέλαγα και ότι η αλλαγή δεν αφορά άλογα, αλλά τηλεκατευθυνόμενα donkeys drones**, για να το πω ευγενικά στην ηλεκτρονική παππαδική γλώσσα του νεοσύστατου υπουργείου “Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης”, που βλέπω να αναζητεί διαδικτυακούς υπερθεματιστές κλεισμένους στο dropbox***.
Ιστορία
Στην κορύφωση του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1864, όταν οι επικριτές του ζητούσαν την αλλαγή της προεδρίας, ο πρόεδρος Abraham Lincoln τους είπε:
“I have not permitted myself, gentlemen, to conclude that I am the best man in the country; but I am reminded in this connexion of a story of an old Dutch farmer, who remarked to a companion once that it was not best to swap horses when crossing a stream”
(Δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου, κύριοι, το συμπέρασμα πως είμαι ο καλύτερος άνθρωπος στη χώρα, αλλά θυμάμαι σε σχέση μ’ αυτό μια ιστορία ενός ηλικιωμένου Ολλανδού αγρότη, ο οποίος επισήμανε κάποτε σε έναν σύντροφό του, πως δεν είναι το καλύτερο να ανταλλάξουν άλογα, διασχίζοντας ένα ρέμα).
Τέλος, πόσο προφητικός ήταν ο Βολταίρος, όταν συνέκρινε την υποκρισία ενός πρωθυπουργού της Ευρώπης με αυτή του πρωθυπουργού της Ινδίας, λέγοντας πως διαμαρτύρονται ότι ενεργούν για το καλό του ανθρώπινου γένους, αλλά σε κάθε διαμαρτυρία τους υπάρχει πάντα μια πόλη κατεστραμμένη και μερικές επαρχίες ρημαγμένες (“Notre premier ministre et celui des Indes protestent souvent qu’ils n’agissent que pour le bonheur du genre humain et à chaque protestation il y a toujours quelque ville détruite et quelques provinces ravagées”) (Voltaire).
Μια από αυτές τις ρημαγμένες επαρχίες της Ευρώπης, που κατά σύμπτωση μοιάζει με την Ινδία, είναι και η χώρα μας, που δεν ανασχηματίζεται, ούτε αναδομείται, κατά το άσμα του Μανώλη Ρασούλη:
“Όλα τριγύρω αλλάζουνε
κι όλα τα ίδια μένουν”.
* Μια και έκανα αναφορά, γαλλιστί, στο bidet, για να μην τον αφήσω παραπονεμένο στη σχολιογραφική ορφάνια, μιλώντας μόνο για τον ανασχηματισμό και τον Lincoln, μου ήρθε στο μυαλό το διήγημα του Μάριου Χάκκα με τίτλο “Ο μπιντές”, η περιγραφή και τα λόγια του οποίου μπιντέ προς τον κτήτορά του, που τα σημειώνω με έντονα γράμματα στο απόσπασμα που παραθέτω παρακάτω, αντικατοπτρίζουν το μπιντέ, στον οποίο πλένει τον κώλο της η Merkel και νίπτουν τα χέρια τους οι υποτακτικοί Πόντιοι Πιλάτοι και κατά φαντασία πρωθυπουργοί της, μεταθέτοντας τις ευθύνες τους στους αυτοφοράκιες υπουργούς τους, που τους “τιμωρούν” ανασχηματίζοντάς τους, πχ κάνοντας τον μαντηλοφόρο αμαντήλωτο και τον αγραβάτωτο γραβατοφόρο, για να συνεχίσουν αλώβητοι το μαρτύριο των λαβωμένων Ελλήνων:
“…Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ’ απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.
Τ’ άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το ‘να μάτι μπλε τ’ άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τί λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή — ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι
χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ”. (Μάριος Χάκκας: Ο μπιντές, Εκδόσεις Κέδρος).
Η πραγματικότητα δεν ανασχηματίζεται σε φαντασία και η πραγματικότητα του ζόφου της χώρα μας ανασχηματιζόμενη θα μείνει πάλι ζόφος, κατά το Λατινικό “in girum imus nocte et consumimur igni”, που αν ανασχηματιστεί από το τέλος προς την αρχή μένει το ίδιο:
“μπαίνουμε στη νύχτα και μας καταναλώνει η φωτιά”.
** Γαϊδούρια κηφήνες.
*** Εφαρμογή αποθηκευτικού νέφους, για το συγχρονισμό της κοινής χρήσης αρχείων (κοινοκτημοσύνη) σε διάφορες συσκευές, που στην περίπτωση του νέου υπουργείου “Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης” θα μας περάσει από την κοινοκτημοσύνη της φτώχειας στη διαδικτυακή παρτούζα του ηλεκτρονικού μπανιστηριού.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ






