Νίκος Καζαντζάκης και Φώτης Κόντογλου. Ορθοδοξία, Ελλάδα, Ελευθερία, αξιοπρέπεια, και Δικαιοσύνη.
Η Ελλάδα στο πέρασμα των αιώνων, έχει σταυρωθεί αμέτρητες φορές. Πόλεμοι, γενοκτονίες, σφαγές, κλοπές, βιασμοί και σκλαβιά. Ο λόγος ένας και μοναδικός. Η Ελλάδα είναι το αιώνιο πολιτισμικό φως, και όλοι οι υπόλοιποι, το αιώνιο εωσφορικό σκοτάδι. Με την αποδοχή του χριστιανισμού, ένα πράγμα αυτονόητο, καθώς αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός και χριστιανισμός είχαν τα ίδια αξιώματα. οι περιπέτειες του Ελληνικού έθνους έγιναν πάρα πολύ μεγαλύτερες στο πέρασμα των αιώνων. Από το έτος 2010 μ.χ, ξεκίνησε για μια ακόμη φορά ένας απίστευτος Εθνικός Γολγοθάς. Η Ελλάδα μας κάθε χρόνο σταυρώνεται μαζί με τον Ιησού. Μόνον που σε αντίθεση, με τον Χριστό, η Ελλάδα παραμένει μονίμως, αδύναμη και δυστυχώς καθηλωμένη επάνω στον σταυρό του μαρτυρίου. Φυσικά όσο επιμένουν οι κάτοικοι, να μην αλλάζουν τρόπο ζωής, καμία ελπίδα επιιβιώσεως, δεν διαγράφεται στον ορίζοντα. Αυτό διότι ο διαχρονικός τρόπος επιβίωσης του Ελληνικού έθνους, ήταν πάντοτε τα χρηστά ήθη. Το χειρότερο όλων είναι ότι ήρθε ο Χριστός στην γη, έκανε θαύματα μαρτύρησε, σταυρώθηκε, αλλά δεν αναστήθηκε μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Δηλαδή δεν αναστήθηκαν ψυχικά και πνευματικά αρκετοί άνθρωποι, στο πέρασμα 2019 ετών. Πάρα πολλοί άνθρωποι παρέμειναν κακοί, δειλοί, σάπιοι και άνανδροι. Άδικος κόπος είχε αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης, απορημένος, για το πως ο ερχομός του Χριστού στην γη, δεν άγγιξε της ψυχές όλων των ανθρώπων. Βέβαια, ξεχνά, είτε δεν υπολογίζει ο Νίκος Καζαντζάκης, ότι εκτός από τον Χριστό στην γη, υπάρχει και ο Εωσφόρος με τους υποτακτικούς του. Σε μια ακόμη εποχή γενοκτονίας για το έθνος μας, όλοι λένε ότι είναι χριστιανοί, αλλά σταυρώνουν καθημερινά τον Χριστό μας με τις πράξεις τους. Το χειρότερο όλων είναι ότι οι δήθεν χριστιανοί ,δεν είναι ικανοί να κάνουν μερικά απλά πράγματα που μας ζήτησε ο Χριστός. Άραγε τι κοστίζει έχει, να πας να κάνεις παρέα σε ένα συνάνθρωπο σου, εάν δεν μπορείς να τον βοηθήσεις οικονομικά, για να αποφύγει την αυτοκτονία, η οποιαδήποτε άλλη καταστροφική ενέργεια. Τι κοστίζει να δώσεις ένα παλιό ρούχο που δεν φοράς, και να μην πας μια δυο φορές στην καφετέρια και όπου αλλού για να δώσεις αυτά τα χρήματα σε έναν άστεγο, και κάποιες φορές να βοηθήσεις ένα αδέσποτο ζώο. Τι θα πάθει κάποιος εάν αγοράσει αργότερα καινούργια ρούχα; Απολύτως τίποτα. Όμως αυτά τα λίγα,αυτά τα ασήμαντα δεν είναι ικανοί να τα κάνουν η κατ όνομα χριστιανοί.
Είναι η απόλυτη τραγική ειρωνία, είναι η σχεδόν απόλυτη προσβολή προς τον Ιησού Χριστό, μετά τις σεξουαλικές ανωμαλίες, αυτήν την εποχή οι σατανιστές να έχουν αγάπη μεταξύ τους, να βοηθά ο ένας τον άλλον, σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό, όχι γιατί ξαφνικά άλλαξαν, και ήρθαν στον δρόμο του Χριστού, αλλά για να επιτύχουν την δημιουργία του πολυπόθητου για αυτούς, από τα αρχαία χρόνια κράτος του αντιχρίστου. Οι σατανιστές, επέτυχαν να μην υπάρχουν πλέον πολλοί χριστιανοί. Αυτήν την εποχή ο ένας να κάνει άδικα κακό στον άλλο, είτε να αδιαφορεί ο ένας για τον άλλον. Μπόρεσαν να καταργήσουν από τους χριστιανούς το εμείς, και να τους επιβάλλουν το εγώ, που είναι απόλυτα σατανικό, και καταστροφικό. Να περάσουμε τώρα να δούμε την εωσφορική αλαζονεία και κακία, τέτοιου είδους “ανθρώπων”, οι οποίοι άφησαν εποχή, μέσα από ένα παγκοσμίου βεληνεκούς μυθιστόρημα.
Βρισκόμαστε στην Μικρά Ασία επί τουρκοκρατίας, σε ένα πλούσιο Ελληνικό χωριό, την Λυκόβρυση όπου οι περισσότεροι ραγιάδες είναι σαπισμένοι από την διαφθορά. Οι προεστοί του χωριού μαζί τον παπά τα ‘χουν βρει σε όλα με τον Αγά του χωριού, ξεχνώντας τα μέγιστα αξιώματα, που είναι ο χριστιανισμός, η Ελλάδα, η Ελευθερία, η Αξιοπρέπεια, και η Δικαιοσύνη. Όλα αυτά διότι ήταν καλά βολεμένοι οι προεστοί, όπως ήταν καλά βολεμένοι σε πολλά άλλα μέρη της σκλαβωμένης Ελλάδος, καθώς είχαν συμμαχήσει, με τους Τούρκους αδιαφορώντας για τα πάντα. Στο χωριό φτάνουν κυνηγημένοι Έλληνες που τους έκαψαν τα σπίτια οι Τούρκοι, έσφαξαν τους συγγενείς τους, τους πήρανε κινητή-ακίνητη περιουσία. Όσοι γλύτωσαν, πήραν τους δρόμους για να σωθούν. Κάποιοι κάτοικοι του πλουσίου χωριού Λυκόβρυση, επιθυμούν να βοηθήσουν τους κατατρεγμένους ομοεθνείς τους, αλλά φοβούνται τους δημογέροντες.
Πάνω από όλα φοβούνται τον παπά του χωριού, για αυτό δεν τολμούν να βοηθήσουν τους πεινασμένους. Κάποιοι βοηθάνε στα κρυφά, για να μην τους πάρει είδηση ο ιερέας της Λυκόβρυσης και τους αφορίσει !!! Ο παπά Γρηγόρης ήταν ένας κοιλαράς ιερέας, που δεν έδινε του Αγγέλου του νερό που λέει και ο λαός. Όταν πέθαινε κάποιος φτωχός που δεν είχε λεφτά για την κηδεία τον άφηνε άθαφτο, εκτός εάν πλήρωναν τα έξοδα οι υπόλοιποι χωριανοί. Ούτε ελεημοσύνη έδινε σε κανέναν φτωχό, όποιος φτωχός του χτυπούσε την πόρτα για βοήθεια χαμήλωνε υποκριτικά τα μάτια λέγοντας ψέματα πως και εκείνος ήταν φτωχός ότι πεινούσε. Για αυτό ο πάπα Γρηγόρης μόλις είδε τους κατατρεγμένους Έλληνες έκανε τα πάντα για να τους διώξει. Δεν τον ένοιαζε που ήταν σκελετωμένοι, που έπεφταν κάτω από την πείνα, που πέθαιναν νέα παιδιά από την ασιτία και τις κακουχίες, που ήταν Χριστιανοί Έλληνες. Προτιμούσε ο πάπα Γρηγόρης να πετάνε στα σκουπίδια τα φαγητά τους, οι κάτοικοι του χωριού, παρά να τα δίνουν στους φτωχούς Έλληνες. Όπως επίσης ήθελε να έχουν ένα μέρος των χωραφιών τους ακαλλιέργητα, παρά να τα πάρουν οι φτωχοί δυστυχισμένοι, για να τα καλλιεργήσουν να φανέ λίγο ψωμί, δίνοντας φυσικά το μερίδιο που συμφώνησαν από την σοδειά, στους ιδιοκτήτες των κτημάτων. Ο ιερέας των κατατρεγμένων ο παπά Φώτης απευθυνόμενος στο ποίμνιο του, δοξάζει τον Χριστό γιατί τους ξεπάτωσαν, τους έδιωξαν από τα σπίτια τους,τους έκλεψαν, τους κυνήγησαν, οι Τούρκοι. Καθώς όπως είπε ο πάπα Φώτης είχαν αρχίσει στο χωριό τους να τρώνε πάρα πολύ, παραφόρτωσαν την ψυχή τους με κρέατα, είχαν ειρήνη, ασφάλεια, καλοπέραση, η σάρκα είχε θρασέψει έχοντας καταπλακώσει την ψυχή. Έλεγαν ότι όλα είναι καλά, όλα είναι δίκαια, κανένας δεν πεινά, κανένας δεν κρυώνει, κανένας δεν υποφέρει, δεν υπάρχει καλύτερος κόσμος.
Τότε ο Χριστός μας λυπήθηκε είπε ο πάπα Φώτης, μας πέταξε στους δρόμους, αδικηθήκαμε, πεινάσαμε, κρυώσαμε και είδαμε πως υπάρχει αδικία, πείνα, κρύο, φτώχεια, γύμνια. Ταυτόχρονα δίπλα στους ανθρώπους που πεινούν υπάρχουν οι πλούσιοι που τους βλέπουν γελώντας. Μας άνοιξε η πείνα τα φτερά, ξεφύγαμε από το δίχτυ της αδικίας, της καλοπέρασης, είμαστε ελεύθεροι, από τα υλικά αγαθά. Το βασικότερο όμως ήταν ότι ζούσαν πλέον αυτοί οι άνθρωποι ως πραγματικοί Έλληνες Χριστιανοί, με αγάπη μεταξύ τους, χωρίς διαφορές, με πραγματική δικαιοσύνη, ενώ πάνω από όλα ζούσαν, χωρίς σεξουαλική διαφθορά, και όλα αυτά που έχουν καταστρέψει ολόκληρους λαούς, και κοινωνίες από την ημέρα που υπήρξαν άνθρωποι στον πλανήτη. Μεταξύ των κατατρεγμένων Ελλήνων υπήρχε η απόλυτη τάξη Θεού, για αυτό στο τέλος πήραν την ανταμοιβή που τους άξιζε.
Ο Χριστός μίλησε μέσα στις ψυχές κάποιων ανθρώπων, ένας από αυτούς που πόνεσε για τους ξεριζωμένους, ήταν ο φτωχός βοσκός από το χωριό της Λυκόβρυσης ο Μανωλιός, ο οποίος λυπήθηκε τους φτωχούς κατατρεγμένους για αυτό τους συμπαραστεκόταν με όλη την ψυχή. Σε μια λοιπόν από της πολλές διαμάχες μεταξύ των υποστηρικτών των κατατρεγμένων Ελλήνων, και αυτών που δεν τους ήθελαν, είπε ο Μανωλιός απευθυνόμενος στον κακό ιερέα της Λυκόβρυσης τον πάπα Γρηγόρη που τον καταράστηκε γιατί βοηθά τους φτωχούς : “Με καταριέσαι, αλλά αυτό που θέλεις να πεις, είναι στην κατάρα των προεστών και των παπάδων (των κακών, όχι των καλών). Εσείς σταυρώσατε τον Χριστό, και άμα κατέβαινε πάλι στην γη, εσείς πάλι θα τον ξανασταυρώνατε”. Ο καιρός περνούσε και κάποιοι χωριανοί από την Λυκόβρυση εξακολουθούσαν να βοηθούν τους φτωχούς κατατρεγμένους που είχαν ανεβεί στις σπηλιές και κατοικούσαν μέσα στο κρύο γυμνοί, πεινασμένοι, πέθαιναν από την πεινά. Σκεφτόταν λοιπόν ο πάπα Γρηγόρης ότι έπρεπε ο λόγος του ιερέα να έχει μεγαλύτερη δύναμη. Με έναν του λόγο ο κάθε ιερέας να μπορεί να αφήνει νεκρό, όποιον διαφωνούσε μαζί του, με αυτόν τον τρόπο θα επικρατούσε “δικαιοσύνη” στον κόσμο. Πέρασαν λοιπόν από το μυαλό του πάπα όλοι οι άνθρωποι που θα σκότωνε, εάν είχε αυτήν την δύναμη. Η δικαιοσύνη του Χριστού. Όταν ο Χριστός μίλησε μέσα στην ψυχή ενός πραγματικά καλού ανθρώπου, του Μιχελή, τότε έγινε ένα ακόμη θαύμα. Ο Μιχελής ήταν ο ποιο πλούσιος του Χωριού, πίστεψε πραγματικά στον Χριστό, για αυτό αποφάσισε να δώσει όλη την περιουσία στους κατατρεγμένους φτωχούς. Όμως ο παπά Γρηγόρης έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με αποτέλεσμα να βγάλει τρελό το αρχοντόπουλο, χωρίς να ισχύει κάτι τέτοιο. Αυτό το έκανε για να πάρει την περιουσία του εκείνος, ως αρχηγός της δημογεροντίας (Έλληνες προεστοί). Όλα αυτά με την σφραγίδα του Τούρκου Αγά που ήταν ένα και το αυτό με τους ψευτοέλληνες προεστούς.
Οι άνθρωποι αυτοί αυτοί έχουν συγκεκριμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά, τα οποία παραμένουν σταθερά και αναλλοίωτα στο πέρασμα των αιώνων. Είναι άνθρωποι διαχρονικοί, γεμάτοι από ανήθικα πάθη, καταπιεσμένοι με φοβίες, χωρίς να υπάρχει καμία ιδιαίτερη αιτία, πλην της Τουρκικής κατακτήσεως. Άνθρωποι χωρίς παιδεία, που δεν διέπονται, από τα πατροπαράδοτα Ελληνικά αξιώματα. Ο Νίκος Καζαντζάκης καταδικάζει μέσα από το εξαίσιο έργο του, τον ραγιαδισμό και την απανθρωπιά. Οι κάτοικοι του χωριού Λυκόβρυση βρίσκονται υπό την διοίκηση, του Τούρκου Αγά, τον οποίο φοβούνται πολύ,. Ο ραγιαδισμός, η δειλία και η υποτακτικότητα, έχουν εισχωρήσει, βαθιά μέσα στο dna τους. Έχουν γίνει αγνώμονες, κουτοπονήροι, συμφεροντολόγοι, άτολμοι, φαρισαίοι, και τιμητές της ηθικής. Αναζητούν στην μικρή κλειστή κοινωνία, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, ο οποίος θα γνωρίσει ταπεινώσεις και προσβολές εκ μέρους τους. Σταυρώνουν τους αδύναμους, τους κατατρεγμένους, τους αδικημένους, γιατί οι συνειδήσεις τους είναι ένοχες. Οι άβουλοι και απαίδευτοι ραγιάδες, ακολουθούν τις προσταγές των δημογερόντων τους. Είναι έρμαια, των πονηρών προεστών, που ενεργούν, αποκλειστικά με βάση τα προσωπικά τους συμφέροντα, και όχι για την προάσπιση των κεκτημένων της Ελληνικής κοινότητας. Αυτές οι θλιβερές μορφές ζωής, φορούν προσωπεία “ηθικής, σεμνότητας, λογικής., δικαιοσύνης” και πολεμούν ως ξένο σώμα, ως κάτι “κακο” τους ανθρώπους, που άδικα, η ζωή τους χτύπησε. Στην τοπική κοινωνία επικρατεί η υποκρισία, ο ψευτοχριστιανισμός, η ματαιοδοξία, και η μιζέρια Έννοιες όπως η εξέλιξη, η βοήθεια, προς τον συνάνθρωπο, και η απονομή δικαιοσύνης, αποτελούν άγνωστες λέξεις, για τους κατοίκους της Λυκόβρυσης.
Αναφορικά με τον προδοτικό ρόλο της εκκλησίας στο μυθιστόρημα του, ο Καζαντζάκης καταδικάζει, τους επαγγελματίες ιερείς, τον νεοταξικό χριστιανισμό, ο οποίος δεν λειτουργεί ως στήριγμα των αδύναμων, του Ελληνισμού, και της Ορθοδοξίας, καθώς έχει ταυτιστεί με τα συμφέροντα και την ιδεολογία της άρχουσας-νέας τάξης. Η στάση της εκκλησίας, εμποδίζει την επαναστατική διάθεση, με τις ευχές της επίσημης Τουρκικής εξουσίας, Οι κατατρεγμένοι Έλληνες, από τους Τούρκους, βρίσκουν στήριγμα σε έναν ταπεινό λειτουργό, του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον παπά-Φώτη, έναν φωτισμένο εκπρόσωπο του κλήρου, ο οποίος συντρέχει τις ανησυχίες και το δίκιο των προσφύγων και κάνει τα πάντα να τους βοηθήσει. Αυτή η επιλογή του, θα τον φέρει σε ανοιχτή ρήξη με την επίσημη ιεραρχία.
Οι κατεξοχήν εκπρόσωποι της Καζαντζάκειας ελευθερίας είναι οι κάτοικοι της Σαρακήνας, οι διωκόμενοι-αδικημένοι Έλληνες πρόσφυγες, αλλά και ο παπά Φώτης, η κεφαλή, των αδύναμων. Στον αντίποδα βρίσκονται οι κάτοικοι της Λυκόβρυσης, και οι αδρανείς ραγιάδες. Οι κάτοικοι της Σαρακήνας είναι οι αγέρωχοι μαχητές του Ελληνισμού, της Ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ορθοδοξίας. Ένα ακόμη, επικό μυθηστόρημα, του κορυφαίου υμνήτη της Ελευθερίας.
Το έργο ο Χριστός ξανασταυρώνεται, είναι γραμμένο με το ίδιο πολεμικό και αγωνιστικό ύψος, όπως είναι και ο Καπετάν Μιχάλης. Ελευθερία, αξιοπρέπεια, πίστη, Ελλάδα, Ορθοδοξία και αγώνας.
ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ;
Ο Βασίλειος ο β, ο Βουλγαροκτόνος είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός, διότι επέτυχε το απόλυτο σε όλους τους τομείς, παράλληλα, πολεμούσε πολύ γενναία στην πρώτη γραμμή στα πεδία των μαχών. Ο Βασίλειος έκανε τις μεγαλύτερες επιτυχίες, τα μεγαλύτερα επιτεύγματα από όλους τους υπόλοιπους Έλληνες, σε πολιτικό, κοινωνικό και στρατιωτικό επίπεδο. Oι επιτυχίες του Βασιλείου του β σε πολιτικό, στρατιωτικό, επίπεδο δεν ήταν ποτέ βασισμένες επάνω στην βαρύτατη φορολογία των φτωχών Ελλήνων υπηκόων. Ουδέποτε το έκανε άλλος βασιλιάς αυτό το πράγμα στον υπέρτατο βαθμό.
Μια στρατιωτική, μια πολιτική, μια κοινωνική επιτυχία για να έχει ηθική αξία, δεν πρέπει ποτέ να επιτυγχάνεται, εις βάρος της οικονομικής ευημερίας, της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας των πολιτών η των υπηκόων.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΔΑΞΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΘΗΣΕΑΣ.
Ο μεγάλος ήρωας, ο Θησέας ήταν ο πρώτος Έλληνας βασιλιάς παγκοσμίως, ο οποίος δίδαξε ότι οι βασιλείς επωμίζονται τα περισσότερα βάρη από όλους τους άλλους, ενώ τους καρπούς των προσπαθειών τους, πάντοτε τους μοιράζονται με όλους τους πολίτες. Ακόμη ο Θησέας δίδαξε ότι σε κάθε μάχη, σε κάθε πόλεμο, καθημερινά τις περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλο στρατιώτη, βάζει την ζωή του σε κίνδυνο ο εκάστοτε Έλληνας Βασιλιάς. Για αυτό όλοι οι Έλληνες Βασιλείς, στρατηγοί κατά την αρχαία και μεσαιωνική εποχή, όπου οι πρόγονοι μας ήταν διοικητές της Ελληνικής- Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επιτεθόταν ολομόναχοι, ενάντια σε χιλιάδες αντιπάλους. Αυτό το έκαναν για να πάρουν θάρρος οι Έλληνες στρατιώτες για να κερδηθούν οι μάχες και οι πόλεμοι υπέρ της Ελληνικού-Ρωμαϊκού κράτους. Το ίδιο έκαναν και όλες οι επόμενες γενιές Ελλήνων στρατιωτικών μέχρι και την σύγχρονη Ελληνική ιστορία (1821-1940).
Υπάρχουν λαοί οι οποίοι με κλάματα, παρακάλια και βλαστήμιες, καλούν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να τους βοηθήσει. Όμως οι Έλληνες, μόνον με έναν τρόπο ξέρουν να καλούν τον Χριστό να τους υποστηρίξει, πολεμώντας. Όλοι οι Έλληνες εφάρμοσαν πιστά την διδαχή του στυλοβάτη του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.
” Τους εγνώρισα και τους δύο καλώς και συνεδέθην μετ’ αυτών διά του συνδέσμου της κατά Χριστόν αγάπης. Τους εγνώρισα κατά τα έτη 1905 – 1907, υπηρετών εις τας τάξεις του στρατού. Εγνώρισα πρώτον τον αείμνηστον Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην, τον οποίον παρηκολούθουν τακτικώς ψάλλοντα εις τον δεξιόν χορόν κατά τας ολονυκτίας, αι οποίαι εγίνοντο εις το εκκλησάκι του προφήτου Ελισαιέ πλησίον του Παλαιού Στρατώνος. Κατόπιν εκεί εγνώρισα και τον Αλέξανδρον Μωραϊτίδην, όστις έψαλλε αριστερά. Έψαλον δε και οι δύο μετά πολλής συνέσεως, προσοχής, φόβου και κατανύξεως, αποφεύγοντες τας ατάκτους, τας θεατρικάς και θυμελικάς φωνάς. Έψαλλον καθώς το Πνεύμα το Άγιον διά του Προφητάνακτος Δαυΐδ εν ψαλμοίς διδάσκει λέγον «Ψάλλατε τω Θεώ ημών, ψάλλατε… καλώς ψάλλατε… ψάλλατε συνετώς (Ψαλμ. 32, 36) και καθώς ορίζουν οι θεσπέσιοι της Αγίας ημών Εκκλησίας Άγιοι Πατέρες. «Τους επί το ψάλλειν εν ταις Εκκλησίαις παραγενομένους βουλόμεθα, μήτε βοαίς ατάκτοις κεχρήσθαι και την φύσιν προς κραυγήν εκβιάζεσθαι, μήτε τι επιλέγειν των μη Εκκλησία αρμοδίων τε και οικείων, αλλά μετά πολλής προσοχής και κατανύξεως τας τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τω των κρυπτών εφόρω Θεώ· ευλαβείς γαρ έσεσθαι τους υιούς Ισραήλ (Λευϊτικόν ΙΕ’, 31) το ιερόν εδίδαξε λόγιον» (Κανών της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου). Μέχρι σήμερον που έχουν παρέλθη 45 έτη, οσάκις αναπολήσω εις την μνήμην μου τον Παπαδιαμάντην και τον Μωραϊτίδην και τας κατανυκτικάς εκείνας αγρυπνίας και ιεράς μυσταγωγίας, τας οποίας ετέλουν οι αείμνηστοι π. Αντώνιος και ο απλούς και άκακος, ο πράος, ο ακέραιος και ταπεινός τη καρδία παπά-Νικόλαος ο Πλανάς, μοι φαίνεται ωσάν να ακούω την ιεράν εκείνην υμνωδίαν, η οποία ωμοίαζε ωσάν υμνωδία αγγελική και προσευχή κατανυκτική, η οποία εξαϋλώνει τρόπον τινά τον άνθρωπον, τον αναβιβάζει νοερώς εις τα ουράνια και τον πλησιάζει και τον ενώνει με τον Θεόν. Εάν κατ’ αυτόν τον τρόπον, τον σεμνόν, τον εύσχημον ετελούντο εις όλας τας εκκλησίας αι ιεραί ακολουθίαι και θείαι μυσταγωγίαι, μεγίστην ωφέλειαν θα ελάμβανον όλοι οι χριστιανοί. Δυστυχώς, τας περισσοτέρας εκκλησίας οι ψάλλοντες και ιερουργούντες με τας ατάκτους, τας ασήμους και ανοικείους φωνάς, τας κινήσεις χειρών, ποδών κ.λ. μελών τας μετέβαλον εις θέατρα και ουδεμία ωφέλεια ψυχική προσγίνεται, διότι η Βυζαντινή Εκκλησ. μουσική, η κατανυκτική και εύσχημος, η ψυχωφελής και σωτήριος εφυγαδεύθη και αντικατεστάθη εις τους περισσοτέρους ναούς διά της ευρωπαϊκής θεατρικής μουσικής, ήτις ευχαριστεί και τέρπει όχι την ψυχήν, αλλά την ακοήν, ουχί των ευλαβών χριστιανών, των ταπεινών και φοβουμένων τον Θεόν, αλλά των εν τοις θεάτροις και κινηματογράφοις φοιτώντων.
Ου μόνον δε εγώ ωφελήθην, αλλά και άλλοι πολλοί φοιτώντες εις τας αγρυπνίας εκείνας, ακούοντες μετά κατανύξεως τας αναγνώσεις εις τους βίους των Αγίων, εις τους λόγους περί ψυχής, περί μελλούσης κρίσεως, περί Παραδείσου, περί κολάσεως, τους οποίους λόγους με απλήν φράσιν ηρμήνευεν ενίοτε ο Μωραϊτίδης. Αμφότεροι, ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης ως άνθρωποι και αυτοί είχον ανθρωπίνους αδυναμίας και ατελείας, επειδή κατά τον Μ. Γρηγόριον «και των αρίστων ο μώμος άπτεται, ως τελείου και αναμαρτήτου όντος μόνου του Θεού», αλλ’ εις την γενεάν την οποίαν έζησαν, καθ’ ην πάντες κατά τον Προφητάνακτα Δαυΐδ εξέκλιναν άμα ηχρειώθησαν, ούτοι οι μακάριοι δεν εξέκλιναν, αλλ’ εστάθησαν εδραίοι, στύλοι ακλόνητοι της ευσεβείας, και ακριβείς φύλακες των παραδόσεων.
Ενήστευον τας υπό των Αγίων Αποστόλων και της Εκκλησίας νενομοθετημένας νηστείας, ηγρύπνουν, προσηύχοντο και κατεγίνοντο εις την μελέτην των Αγίων Γραφών, των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων και διδασκάλων της Αγίας ημών Εκκλησίας. Εις τα συγγράμματά των είναι καταφανής η ευλάβειά των και αφοσίωσις προς τον Θεόν, τους Αγίους Πατέρας και ιεράς παραδόσεις. Ήσαν ακτήμονες, έζων λιτότατα και ενεδύοντο ταπεινά και πενιχρά. Ο δε Παπαδιαμάντης ήτο πάντοτε πτωχός, διότι ό,τι είχε ή τω έδιδον, τα διένειμε τοις πτωχοίς. Πολλάκις οι φίλοι του βλέποντες ότι τα ενδύματά του ήσαν πεπαλαιωμένα, τω επρόσφερον καινουργή, αλλ’ εκείνος δεν εδέχετο, και όταν τα ενδύματά του και σανδάλια καθίσταντο άχρηστα, τότε τα αντικαθίστα. Εφρόντιζον και οι δύο να στολίζουν όχι το φθαρτόν και θνητόν σώμα των, αλλά την άφθαρτον και αθάνατον ψυχήν των με αρετάς, εμίσουν και απεστρέφοντο πάντα νεωτερισμόν και τον σημερινόν ψευδοπολιτισμόν και την ξενομανίαν, ήλεγχον δε και εκαυτηρίαζον τους χάσκοντας διά τα ξένα και οθνεία και εισάγοντας ξένα και καινά δαιμόνια, τους νεωτεριστάς και καινοτόμους, οίτινες απεμπόλησαν τα αρχαία και χριστιανικά ήθη και έθιμα, τινές δε και αυτόν τον θησαυρόν της ορθοδόξου ημών πίστεως και ενεδύσαντο ως ιμάτιον τον νεωτερισμόν και τα σαθρά και άσεμνα ήθη των Ευρωπαίων και λοιπών ξένων και κινδυνεύει η Ελλάς να εξευρωπαϊσθή και αμερικανοποιηθή.






