Το νεότερο αεροπλανοφόρο του Ναυτικού των ΗΠΑ, που σε υπηρεσία θα λάβει την ονομασία USS Gerald R. Ford CVN 78, και το οποίο αποτελεί το πρώτο του τύπου, που η ναυπήγηση του στοίχισε το αστρονομικό ποσό των 11,73 δις ευρώ καθιστώντας το ακριβότερο πολεμικό πλοίο που έχει ναυπηγηθεί ποτέ, αντιμετωπίζει σωρεία προβλημάτων που δεν επιτρέπουν την εισαγωγή του σε υπηρεσία και την επιχειρησιακή του αξιοποίηση.
Σύμφωνα με εσωτερικό ενημερωτικό που εξέδωσε ο δρ. Michael Gilmore, διευθυντής επιχειρησιακών δοκιμών και αξιολόγησης του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του διεθνούς ειδησεογραφικού πρακτορείου Bloomberg News, το πυρηνοκίνητο αεροπλανοφόρο αντιμετωπίζει προβλήματα στην απονήωση και προσνήωση αεροσκαφών, στο σύστημα αυτοάμυνας και τη μεταφορά – διαχείριση πυρομαχικών λόγω προβλημάτων αξιοπιστίας στα συστήματα που εκτελούν τις συγκεκριμένες τέσσερις κύριες λειτουργίες.
Μάλιστα στο ενημερωτικό, ο Gilmore αναφέρει ότι εφόσον τα προβλήματα στα συστήματα απονήωσης και προσνήωσης αεροσκαφών δεν επιλυθούν μέσω επανασχεδίασης, τότε η ικανότητα του αεροπλανοφόρου να διεξαγάγει επιχειρήσεις θα είναι σημαντικά περιορισμένη.
Είναι αυτονόητο, ότι η επίλυση των ανωτέρω προβλημάτων θα επιφέρει πρόσθετες καθυστερήσεις στο ύψους 38,21 δις ευρώ πρόγραμμα ναυπήγησης τριών αεροπλανοφόρων του τύπου (τα δύο επόμενα θα λάβουν τις ονομασίες USS John F. Kennedy CVN 79 και USS Enterprise CVN 80).

Ήδη, πρόσφατα το Ναυτικό των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι το CVN 78 δεν πρόκειται να παραδοθεί πριν τον Νοέμβριο του τρέχοντος έτους, δηλαδή με καθυστέρηση δύο ετών σε σχέση με τον αρχικά προγραμματισμένο χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2014.
«Με βάση τις υπάρχουσες εκτιμήσεις αξιοπιστίας, το CVN 78 είναι απίθανο να διεξάγει υψηλής έντασης πτητικές επιχειρήσεις (24ωρης διάρκειας επί τέσσερις συνεχείς ημέρες)», αναφέρει στο ενημερωτικό ο Gilmore.
Πάντως θα πρέπει να σημειωθούν τα κάτωθι:
>Ο δρ. Gilmore, που κατά βάση αποτελεί τον φύλακα των συμφερόντων των Αμερικανών φορολογούμενων, είναι εξαιρετικά αυστηρός στην επιχειρησιακή αξιολόγηση οπλικών συστημάτων που αναπτύσσονται από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ στο πλαίσιο συνεχούς αυξανόμενου κόστους προγραμμάτων.
>Όπως κάθε νέο οπλικό σύστημα το CVN 78 αντιμετωπίζει προβλήματα «νεότητας». Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την απονήωση των αεροσκαφών τα αεροπλανοφόρα του τύπου χρησιμοποιούν ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών (EMALS: Electromagnetic Aircraft Launch System) που είναι πολύ αποτελεσματικότερο, μικρότερου μεγέθους και βάρους και μεγαλύτερης ισχύος σε σχέση με τους καταπέλτες ατμού που χρησιμοποιούν τα αεροπλανοφόρα τύπου Nimitz CVN 68.

Επίσης, ηλεκτρομαγνητικής λειτουργίας είναι και το σύστημα περισυλλογής αεροσκαφών AAG (Advanced Arresting Gear) που αντικαθιστά τα χρησιμοποιούμενα σήμερα υδραυλικής λειτουργίας συστήματα. Και τα δύο συστήματα, λόγω της προηγμένης τεχνολογίας που χρησιμοποιούν, απαιτούν χρόνο ωρίμανσης για την επίλυση των προβλημάτων αξιοπιστίας αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν σημαντικό τεχνολογικό άλμα με επίσης σημαντικές επιχειρησιακές προεκτάσεις σε σχέση με τα χρησιμοποιούμενα σήμερα συστήματα.
>Οι καινοτομίες που ενσωματώνουν τα εκτοπίσματος 100.000 τόνων αεροπλανοφόρα τύπου CVN 78 δεν περιορίζονται στους δύο ανωτέρω τομείς. Για παράδειγμα, ο υψηλός βαθμός ολοκλήρωσης και αυτοματοποίησης των συστημάτων που επιτρέπει τη μείωση, κατά αρκετές εκατοντάδες άτομα του πληρώματος σε σχέση με τα αεροπλανοφόρα τύπου Nimitz, μπορεί να μειώνει το κόστος κύκλου ζωής και να αυξάνει τις επιχειρησιακές δυνατότητες του πλοίου, αλλά η επίτευξη υψηλής αξιοπιστίας στη λειτουργία τους αποτελεί διαδικασία που απαιτεί χρόνο και εκτεταμένες δοκιμές.
>Εν κατακλείδι, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι το πρώτο αεροπλανοφόρο του τύπου θα παραδοθεί με καθυστέρηση (τουλάχιστον δύο ετών με βάση τις πιο πρόσφατες ανακοινώσεις), αλλά και με υπέρβαση του κόστους. Όμως, επίσης βέβαιο θα πρέπει να θεωρείται ότι τα δύο επόμενα αεροπλανοφόρα με καλή διαχείριση του προγράμματος θα καλύψουν τόσο τη διαφορά στο οικονομικό κόστος όσο και στο χρονοδιάγραμμα.






