Γράφει ο Ντέιβιντ Λίντφιλντ
Μια νέα ανάλυση από το “McKinsey Global Institute” προειδοποιεί ότι περίπου το 40% των Aμερικανικών θέσεων εργασίας θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), σηματοδοτώντας μια από τις πιο ριζικές, εντυπωσιακές εκτιμήσεις μέχρι σήμερα για τον οικονομικό αντίκτυπο που θα έχει η υψηλή τεχνολογία στους εργαζόμενους.
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση, με τίτλο “Πράκτορες, Ρομπότ & Eμείς”) (“Agents, Robots and Us”), η τρέχουσα τεχνολογία Τεχνητής Νοημοσύνης και της ρομποτικής είναι ήδη σε θέση να αυτοματοποιήσει περισσότερες από τις μισές ώρες εργασίας στις ΗΠΑ, τόσο των γνωστικών όσο και των χειρωνακτικών εργασιών, εάν οι επιχειρήσεις αποφασίσουν να επανασχεδιάσουν πλήρως τις ροές εργασίας τους με βάση την αυτοματοποίηση και τα έξυπνα ρομπότ.
Οι ερευνητές της McKinsey διαπίστωσαν ότι οι θέσεις εργασίας που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να αντικατασταθούν από την Τ.Ν. αφορούν τη σύνταξη, την επεξεργασία πληροφοριών και τις συνηθισμένες εργασίες συλλογισμού που οι εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν ήδη να εκτελέσουν σε μεγάλη κλίμακα.
Οι τάσεις που υπάρχουν αυτή την στιγμή στην αγορά εργασίας στις προσλήψεις αντικατοπτρίζουν ήδη αυτή τη μετατόπιση. Οι βοηθοί δικηγόρων, οι υπάλληλοι γραφείου διοικητικής & γραμματειακής υποστήριξης, ακόμη και ορισμένες θέσεις εργασίας στον τομέα του προγραμματισμού, έχουν δει να επιβραδύνεται η ζήτηση τους.
Η ανάλυση επισημαίνει επίσης τις σωματικές εργασίες υψηλού κινδύνου που εκτελούνται σε αποθήκες ή σε θέσεις χειρισμού μηχανημάτων, οι οποίες, σύμφωνα με τη McKinsey, είναι ιδιαίτερα πιθανό να αντικατασταθούν από τη ρομποτική.
Οι Θέσεις Εργασίας με Ανθρώπινα Χαρακτηριστικά Αντιμετωπίζουν Χαμηλότερο Κίνδυνο
Η McKinsey εκτιμά ότι περίπου το ένα τρίτο των θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ θα είναι δύσκολο να αυτοματοποιηθούν, επειδή βασίζονται σε μοναδικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Περίπου το 70% των εργασιών που εκτελούνται από νοσηλευτές, φροντιστές και άλλους εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης απαιτούν φυσική παρουσία ανθρώπου, ενσυναίσθηση, πρακτική επιδεξιότητα και διαπροσωπική σχέση και κρίση.
Η έκθεση σημειώνει ότι αυτά είναι στοιχεία που τα τρέχοντα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης και τα ρομποτικά συστήματα δεν μπορούν να αναπαράγουν ώστε να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενους.
Οι ρόλοι συντήρησης και επισκευής, οι οποίοι συχνά απαιτούν επί τόπου επίλυση προβλημάτων σε απρόβλεπτα περιβάλλοντα, κατηγοριοποιήθηκαν επίσης ως ανθεκτικοί στην αυτοματοποίηση.
Οικονομικά Πλεονεκτήματα
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κύριο εμπόδιο για την ευρεία υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι οι τεχνικές δυνατότητες, αλλά η πολιτική και οι επενδύσεις.
Σύμφωνα με την McKinsey, η επανεξέταση ολόκληρων ροών εργασίας, αντί της αυτοματοποίησης μεμονωμένων εργασιών, θα μπορούσε να δημιουργήσει έως και 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια σε οικονομική αξία ετησίως έως το 2030.
Τα ευρήματα αυτά έρχονται την ώρα που η Ουάσιγκτον προβληματίζεται & συζητά το πώς θα πρέπει να ρυθμίσει τα αναδυόμενα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης και το αν θα πρέπει να επιβραδύνει την ανάπτυξή τους.
Ενώ ορισμένοι φοβούνται ότι η ταχεία αυτοματοποίηση θα μπορούσε να διαταράξει τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων, άλλοι υποστηρίζουν ότι η καθυστέρηση της υιοθέτησής της θα δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις ξένες οικονομίες που υιοθετούν επιθετικά την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η ανάλυση της McKinsey καθιστά σαφές ότι η συζήτηση δεν αφορά πλέον το εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αντικαταστήσει μεγάλα τμήματα του εργατικού δυναμικού.
Αντίθετα, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα είναι για το κατά πόσον η Αμερικάνικη ομοσπονδιακή πολιτική θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν πλήρως την τεχνολογία ή θα επιβάλει μια πιο αργή, πιο περιορισμένη μετάβαση της αντικατάστασης των ανθρώπων από τα ρομπότ στις θέσεις εργασίας.






