ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (1ο μέρος)
Ένα δένδρο ωσάν το κόψης, ευθύς ξεραίνονται τα κλαριά· αμή ωσάν ποτίζης την ρίζαν, στέκονται δροσερά τα κλωνάρια. Ομοίως είστενε και οι γονείς, ωσάν το δένδρον. Και όταν ποτίζεται ο πατέρας και η μητέρα, που είστενε η ρίζα των παιδιών, με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ο Θεός τα παιδιά σας· ωσάν ξηραίνεστε οι γονείς με τις αμαρτίες, θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας και σας βάνει εις την κόλασιν μαζί τους.
Είναι μια μηλιά και κάνει ξινά μήλα. Εμείς τώρα τι πρέπει, να κατηγορούμεν τη μηλιά ή τα μήλα;
– Τη μηλιά.
Λοιπόν κάμνετε καλά εσείς οι γονείς, οπού είστενε η μηλιά, να γίνωνται και τα μήλα γλυκά.
Από τον καιρόν εκείνον, οπού έκαμεν ο Θεός τον κόσμον, είχανε περάσει τρεις ήμισυ χιλιάδες χρόνοι, οπού δεν είχε πεθάνει παιδίον πρωτύτερα από τον πατέρα.
Εις τον καιρόν εκείνον ήτον ένας άνθρωπος, το όνομά του Θάρας. Έβαλε τον διάβολον εις την καρδίαν του και έβγαλεν είδωλα να προσκυνούν διά Θεόν οι άνθρωποι.
Και από τότε άρχισαν και αποθαίνουν τα παιδιά πρωτύτερα από τους γονείς, καθώς και τώρα από τις αμαρτίες των γονέων θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας.
Ὁ Εὐλογημένος Γάμος – Ὁ Κατηραμένος Γάμος
Ἐγεννήθη ὁ Κύριος, ἀδελφοί μου, ἀπὸ γυναίκα, διὰ νὰ εὐλογήση τὴν γυναίκα, ἐπειδὴ καὶ ἡ γυναίκα ἔλαβε πρῶτον τὴν κατάραν εἰς τὸν παράδεισον, ἡ γυναίκα ἐκρήμνισε τὸν κόσμον καὶ τὸν ἐπήγε εἰς τὴν κόλασιν, πάλιν ἡ γυναίκα ἐγέννησε τὸν Χριστὸν καὶ ἔλαβε τὴν εὐλογίαν.
Ἐγεννήθηκεν ὁ Κύριος ἀπὸ ἀρραβωνιασμένην, διὰ νὰ εὐλογήση τὸν γάμον, ἐπειδὴ καὶ ἡ ἀρραβώνα εἶνε ἀρχὴ τοῦ γάμου, διὰ νὰ δείξη καὶ ἐσένα παράδειγμα, πὼς τὸ δακτυλίδι ὁποὺ πρῶτον δίδει ὁ ἄνδρας εἰς τὴν γυναίκα πρέπει νὰ εἶνε μαλαματένιο καὶ νὰ τὸ βάλη εἰς τὸ δάκτυλό της ἡ γυναίκα καθαρὴ ὡσὰν ἐτοῦτο τὸ μάλαμα. Ε, τότες νὰ τὸ δεχτῆς καὶ νὰ τὸ βάλης εἰς τὸ δάκτυλό σου, καὶ νὰ προτιμήσῃς νὰ χάσῃς τὴν ζωήν σου καὶ τὸ κεφάλι σου παρὰ νὰ καταπατήσῃς τὴν τιμὴν τοῦ ἀνδρός σου. Ὁμοίως στέλνεις καὶ ἐσὺ ἡ γυναίκα εἰς τὸν ἄνδρα ἕνα δακτυλίδι ἀσημένιο, νὰ τὸν διδάξης καὶ αὐτόν. Τοῦ φανερώνεις μὲ τὸ δακτυλίδι καὶ λέγεις πὼς ἀνίσως καὶ ἐσὺ ὁ ἄνδρας καὶ εἶσαι στέρεος ὡσὰν τὸ ἀσήμι, ε, τότες νὰ τὸ δεχτῆς καὶ νὰ τὸ βάλης εἰς τὸ δάκτυλό σου, καὶ νὰ βάνης τὴν ζωήν σου καὶ τὸ κεφάλι σου διὰ τὴν γυναῖκά σου. Αὐτὸ φανερώνει ἡ ἀρραβώνα τοῦ γάμου. Νὰ χαίρεστε καὶ νὰ εὐφραίνεστε χιλιάδες φορὲς οἱ παντρεμένες τίμια διὰ τὰ πολλὰ καλὰ ὁποὺ σᾶς ἐχάρισεν ὁ πανάγαθος Θεός· σᾶς ἐχάρισε καὶ εὐλογημένον γάμον. Νὰ κλαίετε διὰ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἀπίστους· ἀνάμεσα εἰς τὰ πολλὰ κακὰ ὁποὺ ἔχουν, ἔχουν καὶ καταφρονεμένον γάμον.
Πῶς γίνεται ὁμοίως ὁ γάμος τῶν χριστιανῶν εὐλογημένος καὶ πῶς γίνεται καταφρονημένος, ἤγουν κατηραμένος, δὲν εἶνε ἐδικόν μου ἔργον νὰ ἠξεύρω καὶ νὰ τὸ διδάσκω· ἐγὼ πρέπει νὰ ἠξεύρω τὴν καλογερικήν μου νὰ σωθῶ. Εἶνε ἄπρεπον ὁ καλόγηρος νὰ διδάσκη περὶ γάμων. Μὰ πάλιν ἀπὸ τὸ ἄπρεπον ἐβγαίνομεν κέρδος. Ἐκεῖνο ὁποὺ ἤθελα νὰ σοῦ εἰπῶ ἐγώ, παιδί μου, ἔπρεπεν ὁ πατέρας σου καὶ ἡ μητέρα σου νὰ σοῦ τὰ εἰπῆ. Μὰ ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἠξεύρουν νὰ σοῦ τὰ εἰποῦν, σοῦ λέγω ἐγὼ παραμικρόν, ζήτησε καὶ ἀπὸ λόγου σου νὰ μάθης τὰ πολλά.
Ἄκουσε, παιδί μου· ὅταν θέλης νὰ ὑπανδρευθῆς, νὰ ζητήσῃς πρῶτον, γυναίκα νὰ μὴν εἶνε ἀπὸ τὴν συγγένειά σου, ὁποὺ τὸ ἐμποδίζει ὁ νόμος τῆς Ἐκκλησίας· δεύτερον, νὰ ἔχη τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ψυχήν της· καὶ τρίτον, νὰ εἶνε στολισμένη μὲ τὴν ἐντροπήν. Ἐπῆρες γυναίκα πτωχή, ἐπῆρες σκλάβα· ἐπῆρες γυναίκα πλούσια, ἔγινες ἐσὺ σκλάβος, ἐπῆρες ραβδὶ τῆς κρεφαλῆς σου. Πρώτον νὰ ἐξομολογῆσθε καὶ νὰ στεφανώνεστε εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Καὶ πῶς πρέπει νὰ στεφανώνεστε; Νὰ πάρη ὁ παπὰς τὸ νουνό, τὸ γαμβρὸ καὶ τὴ νύφη, ἕνα δυὸ ἀνθρώπους, νὰ πάρη μία λειτουργία, νὰ βάλη τὰ στέφανα, δυὸ δακτυλίδια καὶ δυὸ λαμπάδες. Νὰ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Νὰ βάνη τὸν ἄνδρα εἰς τὰ δεξιὰ καὶ τὴν γυναίκα εἰς τὰ ἀριστερὰ καὶ νὰ πηγαίνη μέσα εἰς τὸ ἅγιον Βῆμα ὁ παπὰς νὰ ἀνάψη τὰς δυὸ λαμπάδας καὶ νὰ κρεμάση τὰ στεφάνια ἐμπρὸς εἰς τὴν ἁγίαν Τράπεζαν καὶ νὰ βάνη τὰ δυὸ δακτυλίδια ἐπάνω, τὸ ἕνα νὰ τηράζη μέσα καὶ τὸ ἄλλο ἔξω, διατὶ φανερώνει πὼς ὅταν γυρίζη ὁ ἀρραβωνιαστικὸς καὶ τηράζη τὴν ἀρραβωνιαστικήν, νὰ γυρίζη τὸ πρόσωπόν της ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος· ὁμοίως καὶ ἡ ἀρραβωνιαστικὴ τὸν γαμβρόν. Καὶ ὡσὰν τελειώση τὴν Λειτουργίαν, νὰ πάρη τὸ γαμβρὸ καὶ τὴ νύμφη νὰ τοὺς βάλη ἀντάμα. Καὶ νὰ πάρη τὸ θυμιατὸ καὶ τὶς δυὸ λαμπάδες ἀναμμένες, νὰ θυμιάση τὸ γαμβρὸ σταυροειδῶς τρεῖς φορές.
Τὸ θυμιατὸ σημαίνει τὴν Δέσποινα, τὴν Θεοτόκον· τὰ κάρβουνα εἶνε μέσα στὸ θυμιατὸ καὶ δὲν καίεται· ἔτσι καὶ ἡ Δέσποινα ἡ Θεοτόκος ἐδέχθηκε τὸν Χριστὸν καὶ δὲν ἐκάηκε, ἀλλὰ μάλιστα ἐφωτίσθηκε. Τὸ θυμίαμα σημαίνει τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, τὸ κούπωμα τοῦ θυμιατοῦ σημαίνει τὴν σκέπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ τρεῖς ἁλυσίδες σημαίνουν τὴν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Καὶ ἔτσι θυμιάζει ὁ ἱερεὺς τὸν γαμβρόν, τὸν διδάσκει λέγοντάς του: Ἐγὼ ἐτοῦτο προσκυνῶ· καὶ ἂν θέλης καὶ ἐσὺ καὶ εἶσαι χριστιανὸς ὀρθόδοξος, ἐτοῦτο προσκύνα. Καὶ ἔτσι σκύφτει καὶ προσκυνεῖ καὶ ὁ παπὰς καὶ ὁ γαμβρός. Αὐτὸ σημαίνει τὸ θυμιατό.
Καὶ ἐρωτᾶ ὁ παπὰς τὸν γαμβρόν: Θέλεις τὴν Μαρίαν διὰ γυναῖκά σου; Ἀνίσως καὶ εἰπῆ: Τὴν θέλω, τοῦ δίδει τὴν λαμπάδα. Ὁμοίως ρωτᾶ καὶ τὴν νύμφην: Θέλεις ἐσύ, Μαρία, τὸν Ἰωάννην διὰ ἄνδρα; Ἀνίσως καὶ τὸν θέλη, δὲν ὁμιλεῖ, μόνον σκύπτει τὴν κεφαλήν της· εἰ δὲ καὶ δὲν τὸν θέλει καὶ εἶνε χωρὶς τὸ θέλημά της, φωνάζει: Δὲν τὸν θέλω. Καὶ ὡσὰν εἰπῆ πὼς δὲν τὸν θέλει, ὁ παπὰς νὰ μὴ βάλη χέρι νὰ τοὺς στεφανώση, διότι κολάζονται. Ἂν εἶνε μὲ τὸ θέλημα καὶ τῶν δυό, ε, τότες νὰ τοὺς στεφανώνει. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ στεφάνωμα νὰ τοὺς μεταλαμβάνη τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ἀνίσως ἔχουν κανένα ἐμπόδιο, ἂς τοὺς κοινωνήση τὸ κοινὸν ποτήριον. Ὕστερα τοὺς παίρνουν ψάλλοντας, καὶ πηγαίνοντας εἰς τὸ σπίτι κάνει δέησιν ὁ παπάς, εὐλογεῖ τὴν τράπεζαν καὶ φεύγει.
Καὶ ὡσὰν περάσουν τρεῖς ἡμέρες, ε, τότες νὰ σμίγετε τὸ ἄνδρογυνον· καὶ νὰ φυλάγετε τὶς Κυριακές, ἑορτὲς μὲ εὐγένειαν, ὡσὰν χριστιανοί. Δὲν ἔδωσεν ὁ Θεὸς τὴν γυναίκα διὰ πορνείαν, ἀλλὰ διὰ παιδιά. Καὶ νὰ μὴν κοιμᾶστε εἰς ἕνα στρῶμα τὴν Κυριακήν, διότι μᾶς γκρεμνίζει ὁ διάβολος, καὶ μάλιστα τὶς ἑορτές. Καὶ ἐσὺ ὁ ἄνδρας νὰ φεύγης τὴν ξένην γυναίκα καθὼς φεύγεις τὸ φίδι. Καὶ ὄχι μόνον τὴν ξένην γυναίκα, ἀλλ᾿ εἶνε καιρὸς νὰ φεύγης καὶ τὴν ἐδικήν σου. Ἔτυχεν ἡ γυναῖκα σου καὶ ἔχη συνήθειαν ἢ ἐγγαστρώθη, πρέπει νὰ φυλάγεσαι, ἢ ἐγέννησε καὶ δὲν ἐσαράντισε, δὲν ἐκαθαρίστηκε. Καὶ ἐὰν θέλης νὰ σμίξης μὲ τὴ γυναῖκά σου, πάρε παράδειγμα· ρώτησε τὸν γεωργὸν νὰ ἰδῆς πόσες φορὲς σπέρνει τὸ χωράφι τὸ χρόνο. Μίαν φορὰν καὶ τὸ ἀφήνει ὡς ὁποὺ γίνεται, καὶ τότε τὸ θερίζει· καὶ ὕστερα πάλιν, ὡσὰν θέλη, τὸ ματασπέρνει. Ὁμοίως καὶ ἐσύ, ἀδελφέ μου. Ἔσμιξες μὲ τὴν γυναῖκά σου, ἐγγαστρώθηκε; Ἀναχώρησε ἕως ὁποὺ γεννήση, νὰ σαραντίση καὶ καθαρισθῆ, καὶ τότε σπέρνεις καὶ ἄλλο. Καὶ κάμε σαράντα, πενήντα παιδιά. Ἤθελα νὰ σοῦ εἰπῶ ἕνα λόγον, μὰ εἶνε αἰσχρὸς κομμάτι καὶ θέλετε μὲ κατηγορήσετε. Δὲν βλέπετε τὰ ζῶα ποὺ σμίγουν ἕως ποὺ ἐγγαστρωθῆ τὸ θηλυκὸν καὶ ὡσὰν γεννήση, ε, τότες ματασμίγουν; Καὶ ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ ντρεπόμαστε νὰ εἴμαστε χειρότεροι καὶ ἀπὸ τὰ ζῶα; Μὰ πάλιν δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμνης αὐτό, σοῦ πέφτει βαρύ; Κἀμὲ ἄλλο· ταπεινώσου καὶ εἰπὲ πὼς εἶσαι ἀνάξιος, ἁμαρτωλὸς καὶ χειρότερος ἀπὸ τὰ ζῶα· κατηγόρησε τοῦ λόγου σου, καὶ ἔτσι ἠμπορεῖ νὰ σὲ σπλαχνισθῆ ὁ Θεὸς νὰ σὲ σώσῃ. Ἀμὴ νὰ κάμης τὴν ἁμαρτίαν, νὰ καυχᾶσαι, νὰ λέγης πὼς εἶσαι ἅγιος, γίνεται τοῦτο νὰ εἶνε; Ὡσὰν παιδιά μου πνευματικὰ σᾶς συμβουλεύω· σᾶς τὸ εἶπα πὼς εἰς σὲ λόγου μου εἶνε ἄπρεπον νὰ τὰ λέγω αὐτά, μὰ τί νὰ κάμω πάλιν; Βλέποντας τὸ γένος μας εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται, ἐστενεύτηκα καὶ σᾶς εἶπα αὐτά, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε τίποτες.
Καὶ νὰ εἶνε ὁ ἄνδρας ὡς βασιλεὺς καὶ ἡ γυναίκα ὡσὰν βεζίρης, ἤτοι ὁ ἄνδρας ὡσὰν κεφαλὴ καὶ ἡ γυναίκα ὡσὰν σῶμα, τότε εὐλογεῖ ὁ Θεὸς τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ σας καὶ δὲν σᾶς κολλᾶ κανένα κακὸν πράγμα, μήτε ἀμποδέματα, μήτε γητεύματα, μήτε κανένα. Ἔτσι περνᾶτε καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ πηγαίνετε καὶ εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαίρεστε πάντοτε. Καὶ πλέον ἐξουσίαν δὲν ἔχετε νὰ χωρίζεστε καὶ μόνον ὁ θάνατος καὶ ἡ πορνεία σᾶς χωρίζει. Καὶ ἂν τύχη καὶ ξεπέση ἡ γυναίκα μὲ ἄλλον ἄνδρα ἢ ὁ ἄνδρας μὲ ἄλλην γυναίκα, ἔχουν χρέος νὰ πηγαίνουν εἰς τὸν ἀρχιερέα νὰ τοὺς χωρίζη. Μὰ πάλιν ἐκεῖνος ὁποὺ ἀδικηθῆ ἀπὸ τὴν γυναῖκα του, καὶ δὲν τὴν χωρίση, ἔχει μισθὸν εἰς τὴν ψυχήν του. Ἀμὴ εἶνε τρόπος ἡ γυναῖκα σου νὰ πορνεύση μὲ ἄλλον καὶ νὰ τὴν συγχωρήσῃς; Εἶνε. Καὶ τί τρόπος εἶνε; Ἐσύ, παιδί μου, πηγαίνεις τὴν ξενειτιά, εἰς τὸ χωράφιον, ἡ γυναῖκα σου ἐξέπεσε μὲ ἄλλο πρόσωπον. Ἦλθες εἰς τὸ σπίτι σου. Τί πρέπει νὰ κάμη ἡ γυναίκα σου; Πρέπει νὰ πάρη ἕνα τσεκούρι καὶ ἕνα ξύλο καὶ νὰ σοῦ βάλη μίαν μετάνοιαν καὶ νὰ σοῦ φιλήση τὸ χέρι καὶ νὰ εἰπῆ: Πάρε ἐτοῦτο τὸ τσεκούρι καὶ τὸ ξύλο καὶ νὰ μὲ κάμης χάριν· βάλε με ἐπάνω νὰ μὲ κάμης λιανὰ κομμάτια, ρίξε με νὰ μὲ φᾶνε οἱ σκύλοι, διατὶ δὲν εἶμαι ἄξια νὰ βλέπω τὸ πρόσωπόν σου, ἐπειδὴ καὶ ἐκαταπάτησα τὴν τιμήν σου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἤμουν θυγατέρα τοῦ Χριστοῦ, ἔγινα θυγατέρα τοῦ διαβόλου. Τί λέγεις, παιδί μου, σὲ βαστᾶ ἡ καρδιά σου νὰ τὴν σκοτώσῃς ἢ νὰ τὴν συγχωρέσῃς; Μὲ φαίνεται πὼς θὰ πῆς: ἂς εἶσαι συγχωρεμένη, μὰ ἄλλην φορὰν νὰ μὴ τὸ ματακάμης. Ἀμὴ πότε τὴν χωρίζεις; Ὅταν ἔλθης ἀπὸ τὴν ξενιτειὰ καὶ τὸ μάθης ἀπὸ τὸν γείτονά σου, τότε βιάζεσαι ἐξ ἀνάγκης νὰ τὴν χωρίσῃς. Ἔτσι καὶ ὁ Κύριος αὔριον εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν, ἀνίσως καὶ μᾶς εὕρη ἀνεξομολόγητους, ἀμετανοήτους, ἀδιορθώτους, βιάζεται νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν κόλασιν· εἰ δὲ ὅταν μᾶς εὕρη μετανοημένους, μᾶς σπλαχνίζεται καὶ μᾶς βάνει εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαιρώμαστε πάντοτε.
Γίνεται πάλιν κατηραμένος ὁ γάμος νὰ πάρης γυναίκα ἀπὸ τὴν συγγένειάν σου, ὁποὺ τὸ ἐμποδίζει ὁ νόμος, καὶ νὰ βάνης τύμπανα καὶ βιολιά, χοροὺς καὶ τραγούδια, ντουφέκια, στολίδια, καὶ ἄλλα διαβολικὰ καμώματα. Τότε γίνεται κατηραμένος ὁ γάμος, γεννῶνται τὰ παιδιά σας τυφλά, βουβά, κουφά, κουτσά, κακορρίζικα, σεληνιάζονται καὶ τὰ βλέπετε ἐσεῖς οἱ γονεῖς καὶ καίεται ἡ καρδιά σας καὶ σᾶς θανατώνει ὁ Θεὸς παράκαιρα καὶ σᾶς βάνει εἰς τὴν κόλασιν. Καὶ νὰ μὴν τὸν κάμνετε τὸν γάμον τὴν Κυριακήν, μόνον ὅποια ἡμέρα θέλετε τῆς ἑβδομάδος. Ὄχι πὼς τὸ ἐμποδίζει ὁ νόμος, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀταξίας ὁποὺ γίνονται καὶ μάλιστα λείπετε καὶ ἀπὸ τὴν Λειτουργίαν· καὶ ἡ Λειτουργία πρέπει νὰ γίνεται ξεχωριστὴ διὰ τὸν γαμβρὸν καὶ διὰ τὴν νύφην.
Χριστιανικὴ Ἀνατροφὴ τῶν Παιδιῶν
Νὰ κάμης μίαν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, νὰ ἔχης καὶ τὸν ἅγιον τοῦ παιδιοῦ σου. Καὶ ὅταν τὸ παιδίον σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνον καὶ σοῦ γυρεύη ψωμί, νὰ τὸ βάλης ἐμπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοῦ εἰπῆς: Ἐγώ, παιδί μου, δὲν ἔχω ψωμί· ὁ Χριστὸς ἔχει. Σήκω νὰ κάμης τὸν σταυρόν σου, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἅγιόν σου νὰ παρακαλέση τὸν Χριστὸν νὰ σοῦ τὸ δώση. Καὶ ἔτσι τὸ παιδίον παρακινεῖται διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ψωμιοῦ καί, εὐθὺς ὁποὺ ξυπνᾶ, τὸν ἅγιόν του βλέπει. Βλέποντας τότε ὁ διάβολος τὸ παιδίον πὼς ἔχει τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Χριστὸν καὶ εἰς τὸν ἅγιόν του κατακαίεται καὶ φεύγει. Καὶ ἔτσι νὰ συνηθίζετε τὰ παιδιά σας, νὰ τὰ παιδεύετε ἀπὸ μικρά, διὰ νὰ συνηθίζουν εἰς τὸν καλὸν δρόμον.
Καὶ ἂν θέλης νὰ ζήση τὸ παιδίον, ἐγὼ νὰ σὲ εἴπω πῶς νὰ κάμης· νὰ κάμης τοῦ παιδιοῦ σου ἕνα φόρεμα καὶ ἄλλο ἕνα ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ παιδιοῦ· καὶ διὰ τὸ χατίρι ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ παιδιοῦ χαρίζει ὁ Θεὸς τὴν ζωὴν τοῦ παιδιοῦ σου. Καὶ νὰ ἀγαπᾶς τὰ πτωχὰ τὰ παιδιὰ καλύτερα ἀπὸ τὰ ἐδικά σου· εἰ δὲ καὶ νὰ ζητᾶς πῶς νὰ δίνης τοῦ παιδιοῦ σου νὰ τρώγη καὶ νὰ πίνη καλά, νὰ ἔχη εὔμορφα φορέματα, καὶ δι᾿ ἐκεῖνο τὸ πτωχὸ νὰ μὴ σὲ μέλη, αὔριο βλέπεις τὸ παιδί σου ἀποθαμένο καὶ καίγεται ἡ καρδιά σου. Καὶ ἐνῶ τὸ πτωχό, τὸ ξυπόλητο, τὸ γυμνό, τὸ πεινασμένο, τὸ καταφρονεμένο τὸ βλέπεις θρεμμένο καὶ εἶνε ὡσὰν γουρουνόπουλο, καὶ τὸ ἐδικό σου γίνεται ὡσὰν χτικιασμένο.




