Όταν γευόμουν, κάποτε, τα εύγευστα
χειροποίητα όνειρά μου
τόσο απολάμβανα την προσμονή !…
Τώρα, γεύση στυφή
αφήνουν στην ψυχή μου
εκείνα τα -ερήμην μου-
τεχνηέντως κατασκευασθέντα
δια χειρός εξουσίας!…
Πλημμύρισαν οι προσδοκίες μου,
βουλιάζουνε στη λάσπη!
Τα οράματά μου έγιναν
παρανάλωμα δολίου πυρός
-θέαμα φριχτό οι σκελετοί τους!
Κάτω από γκρίζο ουρανό
απαρηγόρητα θρηνώ
της ουσίας μου την παραμόρφωση
κι η σκέψη μου σαλεμένη
πλανιέται πάνω στην έρημη γη.
Κλεισμένη -για ασφάλεια-
σε δοκιμαστικό σωλήνα
η ελευθερία μου ασφυκτιά.
Έξω από την πόρτα μου
βρίσκεται ο ύπουλος εχθρός
κι εγώ την ανάσα μου κρατώ,
για να διασκεδάσω τον φόβο μου.
Εχθρός ο γείτονας κι ο συγγενής,
εχθρός ο φίλος, ο συγχωριανός,
εχθρός ο δάσκαλος κι ο μαθητής,
εχθρός ο κάθε άλλος…
Η κατ’ επίφαση ανθρωπιά
μαριονέτα ντύθηκε φανταχτερή
και τριγυρνάει στους δρόμους.
Η μοναξιά κι η απομόνωση
φάρμακα στην αρρώστια μου.
Μου προτείνονται χέρια σε γροθιά
και νιώθω ν’ απειλούμαι∙
δεν με καλύπτει η ασφάλεια ζωής
που αδρά πληρώνω!
Άδειες φωλιές οι αγκαλιές
και οι ψυχές πού να κουρνιάσουν;
Ποιος θα σκουπίσει του πόνου το δάκρυ
χωρίς να του χορηγήσει αναισθητικό;
Σε απόγνωση η ανθρώπινη σοφία,
σ’ αμφισβήτηση η Επιστήμη,
ενώ η Τεχνολογία νίπτει τας χείρας
και …φυλακίζει την Ειρήνη!
Φωτεινή Φωτιάδου- Κωνσταντίνου




