Μία από τις πιο επικίνδυνες περιόδους των τελευταίων ετών διανύει η Μέση Ανατολή, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ αποκτά ολοένα και πιο επιθετικά χαρακτηριστικά, προκαλώντας έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης περιφερειακής αποσταθεροποίησης.
Ωστόσο, η σκληρή ρητορική που υιοθετεί η Άγκυρα απέναντι στο Tel Aviv δεν αποτελεί, σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα και ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής Dmitry Brinje, ένδειξη πρόθεσης για καταστροφή του ισραηλινού κράτους.
Αντιθέτως, όπως υποστηρίζει, εντάσσεται σε μια στρατηγική προσπάθεια της Τουρκίας να αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου και να αποκτήσει ηγετικό ρόλο στο παλαιστινιακό ζήτημα.
Η ένταση κορυφώθηκε μετά τις δηλώσεις του Recep Tayyip Erdogan, ο οποίος, με αφορμή το Eid al-Adha, κάλεσε τους μουσουλμάνους να δώσουν «μάθημα» στο Ισραήλ για τις επιχειρήσεις στη Γάζα.
Η αντίδραση από την ισραηλινή πλευρά ήταν άμεση και ιδιαίτερα σκληρή.
Ο Benjamin Netanyahu χαρακτήρισε απαράδεκτη τη στάση του Τούρκου προέδρου, προαναγγέλλοντας ότι θα θέσει το ζήτημα στον Donald Trump, ενώ κατηγόρησε ευθέως την Άγκυρα ότι προβαίνει καθημερινά σε δηλώσεις που αμφισβητούν την ύπαρξη του Ισραήλ, ζητώντας από τη διεθνή κοινότητα να μην υποτιμήσει τη σοβαρότητα αυτής της ρητορικής.
Κατά τον Dmitry Brinje, η επιθετική στάση της Τουρκίας δεν περιορίζεται στις επιλογές του Erdogan ούτε αποτελεί συγκυριακή πολιτική τακτική.
Όπως επισημαίνει, σχεδόν ολόκληρο το τουρκικό πολιτικό φάσμα –από την κυβέρνηση έως σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης– υιοθετεί εθνικιστική ρητορική γύρω από την Ιερουσαλήμ και την Παλαιστίνη, χρησιμοποιώντας το ζήτημα ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής συσπείρωσης.
Ιδιαίτερη αίσθηση έχουν προκαλέσει και δηλώσεις του ηγέτη του Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος, ο οποίος φέρεται να υποστήριξε ότι τα παλαιστινιακά εδάφη θα επιστρέψουν κάποτε υπό τουρκική επιρροή, ενισχύοντας τις ανησυχίες για την ένταση του εθνικιστικού λόγου στην Τουρκία.
Η Συρία μετατρέπεται στο πιο επικίνδυνο μέτωπο
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η πραγματική σύγκρουση μεταξύ Άγκυρας και Tel Aviv ενδέχεται να μην εκδηλωθεί μόνο σε επίπεδο δηλώσεων, αλλά κυρίως στο συριακό έδαφος.
Η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική παρουσία και να στηρίζει συμμαχικές δυνάμεις στη βόρεια Συρία, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει τις επιχειρήσεις του στις νότιες περιοχές της χώρας, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά εύφλεκτο περιβάλλον όπου ακόμη και ένα περιορισμένο επεισόδιο θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Σύμφωνα με τον Dmitry Brinje, η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο χωρών για την περιφερειακή ηγεμονία παραμένει ενεργή και αναμένεται να ενταθεί τόσο στη Συρία όσο και στο οικονομικό πεδίο, καθώς τα γεωπολιτικά συμφέροντα συγκρούονται ολοένα και περισσότερο.
Ο ειδικός εκτιμά ακόμη ότι οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις ενισχύουν τη σκληρή στάση και των δύο ηγετών.
Ο Benjamin Netanyahu εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές πολιτικές και δικαστικές προκλήσεις, γεγονός που, σύμφωνα με την ανάλυση, ευνοεί τη μεταφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης στο εξωτερικό μέτωπο.
Από την άλλη πλευρά, ο Recep Tayyip Erdogan επιδιώκει να ενισχύσει το προφίλ του ως ηγέτη του ισλαμικού κόσμου, προβάλλοντας τη στήριξή του προς τους Παλαιστινίους και υιοθετώντας ολοένα πιο επιθετική ρητορική απέναντι στο Ισραήλ.
Οι εξελίξεις προκαλούν έντονο προβληματισμό στους διεθνείς αναλυτές, καθώς η κρίση στη Γάζα εξακολουθεί να τροφοδοτεί την περιφερειακή ένταση, ενώ η Συρία εξελίσσεται σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρών δυνάμεων.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και η επιρροή της Ουάσιγκτον δεν αρκεί πάντοτε για να συγκρατήσει τις εξελίξεις, όπως δείχνουν οι πρόσφατες στρατιωτικές εντάσεις στην περιοχή.
Το σκηνικό που διαμορφώνεται παραπέμπει σε μια εξαιρετικά εύθραυστη γεωπολιτική ισορροπία, όπου μια νέα κρίση ή ένα στρατιωτικό επεισόδιο θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές εξελίξεις με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
«Η αλήθεια δεν μπορεί να σταματά στην Αρμενία»
Στο μεταξύ, με ένα ιδιαίτερα αιχμηρό άρθρο, ο γνωστός Ισραηλινός αναλυτής Shay Gal υποστηρίζει ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας, αλλά οφείλει να αναγνωρίσει επίσης τη Γενοκτονία των Ασσυρίων και τη Γενοκτονία των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένου του Ποντιακού Ελληνισμού, ως τμήματα ενός ενιαίου σχεδίου εξόντωσης που ο ίδιος χαρακτηρίζει «Γενοκτονία των Τριάντα Ετών».
Σύμφωνα με τον Gal, οι σφαγές δεν αποτελούσαν αποσπασματικά ιστορικά γεγονότα, αλλά μία αδιάκοπη εκστρατεία εθνοκάθαρσης που ξεκίνησε με τις σφαγές της εποχής του Hamid II, συνεχίστηκε από το καθεστώς των Νεότουρκων και ολοκληρώθηκε στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης Τουρκίας.
Όπως σημειώνει, μπορεί να άλλαζαν οι κυβερνήσεις και οι στολές, όμως η στρατηγική παρέμενε αμετάβλητη: η δημιουργία ενός εθνικά «καθαρού» κράτους μέσω εκτοπίσεων, μαζικών δολοφονιών, βίαιων εξισλαμισμών, αρπαγής περιουσιών και συστηματικής εξαφάνισης ολόκληρων λαών από τις πατρογονικές τους εστίες.
Ο συγγραφέας περιγράφει μια ζοφερή εικόνα ιστορικής εξαφάνισης. Αρμένιοι, Ασσύριοι και Έλληνες, όπως αναφέρει, δολοφονήθηκαν, εκριζώθηκαν, εξαναγκάστηκαν να αλλαξοπιστήσουν ή χάθηκαν από τον ιστορικό χάρτη, ενώ οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και οι περιουσίες τους πέρασαν στα χέρια άλλων.
Η άρνηση των εγκλημάτων, υποστηρίζει, συμπλήρωσε το ίδιο το έγκλημα.
Ο Gal θεωρεί ότι κανένα κράτος δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να αναγνωρίζει μόνο εκείνο το τμήμα της ιστορίας που είναι πολιτικά πιο εύκολο ή διπλωματικά πιο ανώδυνο. Πολύ περισσότερο, όπως επισημαίνει, αυτό ισχύει για το Ισραήλ, ένα κράτος που οικοδομήθηκε πάνω στη συλλογική μνήμη και στην ανάγκη να μην επιτραπεί ποτέ ξανά η λήθη απέναντι σε εγκλήματα εξόντωσης.
Στο άρθρο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην οργάνωση NILI και στους Sarah Aaronsohn και Aaron Aaronsohn, οι οποίοι –σύμφωνα με τον Gal– είχαν αντιληφθεί ήδη από την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τι συνέβαινε στους Αρμενίους.
Εκτιμούσαν, μάλιστα, ότι όταν μια αυτοκρατορία αρχίζει να αντιμετωπίζει μια εθνοτική ή θρησκευτική μειονότητα ως «απειλή ασφαλείας», η εξόντωση μπορεί εύκολα να επεκταθεί και σε άλλους πληθυσμούς.
Κατά τον ίδιο, οι Εβραίοι της τότε Παλαιστίνης δεν υπήρξαν απλοί παρατηρητές των γεγονότων, αλλά αντιλαμβάνονταν ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους επόμενους στόχους μιας τέτοιας πολιτικής.
Ο Shay Gal καταλήγει με μια σαφή πολιτική και ηθική προτροπή προς την ισραηλινή κυβέρνηση: να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε, αναγνωρίζοντας επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων – συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων του Πόντου – ως μία ενιαία ιστορική πράξη εξόντωσης, εκτοπισμού και άρνησης.
«Ένα εβραϊκό κράτος δεν εκχωρεί τη μνήμη σε τρίτους.
Δεν διαπραγματεύεται την αλήθεια. Και δεν σταματά στη μέση του δρόμου», καταλήγει χαρακτηριστικά.
www.bankingnews.gr






